Για να μας βλέπεις πιο συχνά στα αποτελέσματα αναζήτησης Add mononews.gr on Google

Σε θετικές από σταθερές αναβάθμισε η DBRS τις προοπτικές της ελληνικής πιστοληπτικής αξιολόγησης, επιβεβαιώνοντας παράλληλα το αξιόχρεο της χώρας στη βαθμίδα BBB.

Η Morningstar DBRS αναφέρει στην έκθεσή της πως η αναβάθμιση των προοπτικών της Ελλάδας σε θετικές από σταθερές αντανακλά κυρίως την εκτίμησή της ότι ο λόγος του δημόσιου χρέους προς το ΑΕΠ θα συνεχίσει να υποχωρεί αισθητά τα επόμενα χρόνια, υποστηριζόμενος από την ισχυρή δημοσιονομική επίδοση και τη συγκριτικά ανθεκτική ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας.

1

Όπως επισημαίνει ο οίκος, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προβλέπει ότι το ακαθάριστο χρέος της γενικής κυβέρνησης θα μειωθεί από 143,5% του ΑΕΠ τον Μάρτιο του 2026 σε 140,7% στο τέλος του έτους και σε 134,4% το 2027. Η αποκλιμάκωση αυτή στηρίζεται στην ισχυρή ονομαστική ανάπτυξη, στα υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα και στις νέες πρόωρες αποπληρωμές δημόσιου χρέους, κυρίως των δανείων του Greek Loan Facility.

Η DBRS σημειώνει ότι, παρά το γεγονός πως το ελληνικό δημόσιο χρέος παραμένει το υψηλότερο στην Ευρωζώνη, οι κίνδυνοι αναχρηματοδότησης περιορίζονται σημαντικά από την ιδιαίτερα ευνοϊκή διάρθρωσή του. Η μέση σταθμισμένη διάρκεια του χρέους ανερχόταν τον Ιούνιο του 2026 σε 18,3 έτη, ενώ μεγάλο μέρος του αφορά δάνεια του επίσημου τομέα με πολύ μεγάλες διάρκειες. Παράλληλα, τα ταμειακά διαθέσιμα της γενικής κυβέρνησης ανέρχονταν σε 31,1 δισ. ευρώ, ή 12,4% του ΑΕΠ, ενώ μετά τις πράξεις αντιστάθμισης το 100% του ελληνικού χρέους βρίσκεται σε σταθερό επιτόκιο.

Ισχυρά πρωτογενή πλεονάσματα

Ιδιαίτερη αναφορά κάνει η DBRS στη δημοσιονομική επίδοση της Ελλάδας, υπογραμμίζοντας ότι τα τελευταία χρόνια ήταν πολύ ισχυρότερη από εκείνη των περισσότερων χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το 2025 η Ελλάδα εμφάνισε πρωτογενές πλεόνασμα 4,9% του ΑΕΠ, έναντι μέσου πρωτογενούς ελλείμματος 1% στις υπόλοιπες χώρες της ΕΕ.

Ο οίκος αποδίδει την εξέλιξη αυτή τόσο στη συγκράτηση των δαπανών, ιδιαίτερα στο μισθολογικό κόστος του Δημοσίου και στις κοινωνικές παροχές, όσο και στην ισχυρή αύξηση των φορολογικών εσόδων. Σημαντικό ρόλο, όπως επισημαίνει, έχουν διαδραματίσει οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις και ιδιαίτερα η ψηφιοποίηση της φορολογικής διοίκησης, η οποία έχει βελτιώσει ουσιαστικά τη φορολογική συμμόρφωση.

Είναι χαρακτηριστικό ότι μεταξύ 2019 και 2025 το συνδυασμένο μερίδιο των φόρων εισοδήματος και του ΦΠΑ στο ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 3,2 ποσοστιαίες μονάδες.

Για τα επόμενα χρόνια, η Κομισιόν προβλέπει ότι το πρωτογενές πλεόνασμα θα παραμείνει ιδιαίτερα υψηλό, στο 4% του ΑΕΠ το 2026 και στο 3,7% το 2027. Η μικρή υποχώρηση αποδίδεται κυρίως σε επεκτατικά μέτρα, όπως οι μειώσεις του φόρου εισοδήματος φυσικών προσώπων, οι αυξήσεις των συντάξεων και τα προσωρινά μέτρα ενεργειακής στήριξης.

Η DBRS εκτιμά ότι, παρά τις αυξανόμενες πιέσεις στις δημόσιες δαπάνες από την άμυνα, τη γήρανση του πληθυσμού και την πράσινη μετάβαση, η δημοσιονομική πολιτική θα παραμείνει συνετή.

Ανθεκτική ανάπτυξη, αλλά με διαρθρωτικές αδυναμίες

Για την ελληνική οικονομία, η DBRS αναφέρει ότι διατήρησε ισχυρούς ρυθμούς ανάπτυξης τα τελευταία χρόνια, με το πραγματικό ΑΕΠ να αυξάνεται κατά μέσο όρο 2,1% ετησίως την περίοδο 2023-2025. Η ανάπτυξη στηρίχθηκε στην αύξηση του τουρισμού, στη βελτίωση της αγοράς εργασίας, στις άμεσες ξένες επενδύσεις και στις εισροές ευρωπαϊκών πόρων.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προβλέπει επιβράδυνση του ρυθμού ανάπτυξης στο 1,8% το 2026 και στο 1,6% το 2027, επίπεδα πάντως υψηλότερα από τις προβλέψεις για την Ευρωζώνη, στο 0,9% και 1,2% αντίστοιχα.

Η επιβράδυνση το 2026 αποδίδεται κυρίως στην ασθενέστερη ιδιωτική κατανάλωση, καθώς το ενεργειακό σοκ έχει οδηγήσει σε νέα άνοδο του πληθωρισμού και πιέζει την αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών.

Αντίθετα, ο τουρισμός εξακολουθεί να εμφανίζει ισχυρή δυναμική. Σύμφωνα με την έκθεση, οι τουριστικές αφίξεις αυξήθηκαν κατά 15,4% σε ετήσια βάση στο πρώτο εξάμηνο του 2026, παρά την άνοδο των διεθνών τιμών ενέργειας.

Η επενδυτική δραστηριότητα αναμένεται επίσης να παραμείνει ισχυρή το 2026, αν και η DBRS προειδοποιεί ότι ενδέχεται να εξασθενήσει στη συνέχεια, καθώς ολοκληρώνεται η εκταμίευση των επιχορηγήσεων του Ταμείου Ανάκαμψης.

Ο οίκος υπογραμμίζει, ωστόσο, ότι η ελληνική οικονομία εξακολουθεί να αντιμετωπίζει σημαντικές διαρθρωτικές προκλήσεις. Η χαμηλή εγχώρια αποταμίευση σημαίνει ότι η διατήρηση υψηλών επενδύσεων θα απαιτήσει συνεχιζόμενες εισροές ξένων κεφαλαίων, ενώ το μικρό μέγεθος της οικονομίας την καθιστά περισσότερο ευάλωτη σε εξωτερικά σοκ.

Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται και στην παραγωγικότητα. Σύμφωνα με στοιχεία της Eurostat που επικαλείται η DBRS, η ονομαστική παραγωγικότητα ανά εργαζόμενο στην Ελλάδα ανερχόταν το 2025 μόλις στο 67% του μέσου όρου της ΕΕ των 27.

Το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών παραμένει αδυναμία

Η DBRS επισημαίνει ότι οι εξωτερικές ανισορροπίες παραμένουν μία από τις βασικές αδυναμίες του ελληνικού πιστωτικού προφίλ. Το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών μειώθηκε στο 5,7% του ΑΕΠ το 2025 από 7,2% το 2024, κυρίως λόγω της μείωσης των εισαγωγών ενέργειας, αλλά εξακολουθεί να βρίσκεται σε πολύ υψηλότερα επίπεδα από την περίοδο πριν από την πανδημία.

Η Τράπεζα της Ελλάδος προβλέπει ότι το έλλειμμα θα διευρυνθεί εκ νέου στο 6,2% του ΑΕΠ το 2026, λόγω της ανόδου των διεθνών τιμών ενέργειας μετά την έναρξη του πολέμου στο Ιράν και των αυξημένων εισαγωγών κεφαλαιουχικών αγαθών, προτού υποχωρήσει στο 5,8% το 2027.

Παράλληλα, το ακαθάριστο εξωτερικό χρέος της ελληνικής οικονομίας ανερχόταν στο 238% του ΑΕΠ τον Μάρτιο του 2026, από 243% ένα χρόνο νωρίτερα, ενώ η καθαρή διεθνής επενδυτική θέση διαμορφωνόταν στο -133% του ΑΕΠ.

Η DBRS εκτιμά πάντως ότι η εξωτερική θέση της χώρας είναι σήμερα πιο ανθεκτική, καθώς σημαντικό μέρος του ελλείμματος χρηματοδοτείται από ροές που δεν δημιουργούν χρέος, όπως επενδύσεις σε μετοχικό κεφάλαιο, άμεσες ξένες επενδύσεις και ευρωπαϊκές επιχορηγήσεις.

Ισχυρότερες οι ελληνικές τράπεζες

Για τον τραπεζικό κλάδο, η DBRS αναφέρει ότι η χρηματοοικονομική του κατάσταση έχει βελτιωθεί θεαματικά τα τελευταία χρόνια.

Ο δείκτης μη εξυπηρετούμενων δανείων των ελληνικών τραπεζών μειώθηκε στο 3,4% τον Μάρτιο του 2026 από 40,6% στο τέλος του 2019, με καθοριστική συμβολή του προγράμματος «Ηρακλής».

Ωστόσο, ο οίκος σημειώνει ότι η επίλυση των προβληματικών δανείων που έχουν μεταφερθεί στους servicers προχωρά αργά. Σύμφωνα με εκτίμηση του ΔΝΤ που επικαλείται η DBRS, το ύψος των ανεπίλυτων προβληματικών δανείων εκτός τραπεζικού συστήματος αντιστοιχεί περίπου στο 37% του ΑΕΠ, γεγονός που περιορίζει τον αριθμό των δανειοληπτών που μπορούν να επιστρέψουν κανονικά στο τραπεζικό σύστημα.

Η ρευστότητα των τραπεζών παραμένει ισχυρή, με τη χρηματοδότησή τους να βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στις εγχώριες καταθέσεις. Παράλληλα, η κερδοφορία έχει ενισχυθεί αισθητά, λόγω της πιστωτικής επέκτασης, της διεύρυνσης των εσόδων, του ελέγχου του κόστους και της μείωσης των προβλέψεων.

Ο δείκτης CET1 του κλάδου ανήλθε στο 15,2% το πρώτο τρίμηνο του 2026, από 12,6% τέσσερα χρόνια νωρίτερα. Η DBRS επισημαίνει, ωστόσο, ότι η ποιότητα των κεφαλαίων εξακολουθεί να αποτελεί αδυναμία, καθώς οι αναβαλλόμενες φορολογικές πιστώσεις αντιστοιχούσαν στο 40,1% των κεφαλαίων CET1 στο τέλος του 2025.

Περιορισμένος ο πολιτικός κίνδυνος

Στο πολιτικό μέτωπο, η DBRS εκτιμά ότι η Ελλάδα έχει απολαύσει υψηλό βαθμό πολιτικής σταθερότητας τα τελευταία χρόνια, γεγονός που επέτρεψε την προώθηση μεταρρυθμίσεων και την επίτευξη των στόχων του Ταμείου Ανάκαμψης.

Παρότι οι σημερινές δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι μετά τις επόμενες βουλευτικές εκλογές, οι οποίες πρέπει να διεξαχθούν έως τα τέλη Ιουλίου του 2027, ενδέχεται να ακολουθήσει μια δύσκολη περίοδος σχηματισμού κυβέρνησης, ο οίκος δεν αναμένει σημαντικές ανατροπές στην οικονομική πολιτική.

Η DBRS θεωρεί ότι υπάρχει ευρεία συναίνεση μεταξύ των βασικών πολιτικών κομμάτων σε κρίσιμα ζητήματα, συμπεριλαμβανομένης της δημοσιονομικής πολιτικής.

Παράλληλα, εντοπίζει αδυναμίες στην ποιότητα των θεσμών, ιδιαίτερα ως προς τη μεγάλη διάρκεια των δικαστικών διαδικασιών και τις επιδόσεις της Ελλάδας στους δείκτες κράτους δικαίου. Εκτιμά, ωστόσο, ότι οι συνεχιζόμενες μεταρρυθμίσεις στη Δικαιοσύνη, όπως ο νέος δικαστικός χάρτης και το Κτηματολόγιο, μπορούν να οδηγήσουν σε περαιτέρω βελτίωση.

Τι θα μπορούσε να οδηγήσει σε νέα αναβάθμιση

Η DBRS αναφέρει ότι θα μπορούσε να προχωρήσει σε αναβάθμιση της ελληνικής πιστοληπτικής αξιολόγησης εφόσον το δημόσιο χρέος μειωθεί βραχυπρόθεσμα σε γενικές γραμμές σύμφωνα με τις σημερινές προβλέψεις και διατηρηθεί σε σαφή πτωτική τροχιά μεσοπρόθεσμα, χάρη στις ισχυρές δημοσιονομικές επιδόσεις.

Θετικά θα λειτουργούσε επίσης η συνέχιση των μεταρρυθμίσεων που ενισχύουν τις επενδύσεις και βελτιώνουν τις μακροπρόθεσμες προοπτικές ανάπτυξης.

Αντίθετα, οι προοπτικές θα μπορούσαν να επιστρέψουν σε Stable εάν η αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους αποδειχθεί σημαντικά ασθενέστερη από τις σημερινές εκτιμήσεις.

Υποβάθμιση θα μπορούσε να υπάρξει σε περίπτωση παρατεταμένης χαλάρωσης της δημοσιονομικής πειθαρχίας ή ενεργοποίησης ενδεχόμενων υποχρεώσεων που θα έθεταν το χρέος σε διαρκή ανοδική τροχιά, σε περίπτωση αντιστροφής των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων ή εάν σημειωνόταν σημαντική επιδείνωση της εξωτερικής θέσης της ελληνικής οικονομίας.

Διαβάστε επίσης

Wall Street: Στο «κόκκινο» μετά τα ισχυρά στοιχεία από την αγορά εργασίας

Πετρέλαιο: Εβδομαδιαία κέρδη άνω του 9% για τις τιμές – Στα 96 δολάρια το βαρέλι το Brent

Χρυσός: Εβδομαδιαίες απώλειες 1,1% για το πολύτιμο μέταλλο