Για να μας βλέπεις πιο συχνά στα αποτελέσματα αναζήτησης Add mononews.gr on Google

Ένα γνώριμο εμπόδιο συναντά η προσπάθεια της Μαρίν Λεπέν να διευρύνει την εκλογική της απήχηση πέρα από τον παραδοσιακό πυρήνα της γαλλικής ακροδεξιάς: οι οικονομικές υποσχέσεις που κινητοποιούν τους βασικούς ψηφοφόρους της είναι οι ίδιες που προκαλούν ανησυχία στους δημοσιονομικά συντηρητικούς και στον επιχειρηματικό κόσμο.

Στο πρώτο debate ενόψει των προεδρικών εκλογών της επόμενης άνοιξης, η υποψήφια του Εθνικού Συναγερμού υποσχέθηκε ένα φιλόδοξο πρόγραμμα περιορισμού των κρατικών δαπανών, με στόχο να επαναφέρει υπό έλεγχο το γαλλικό δημοσιονομικό έλλειμμα.

1

Ταυτόχρονα, όμως, ξεκαθάρισε ότι δεν σκοπεύει να εγκαταλείψει μία από τις σημαντικότερες κοινωνικές δεσμεύσεις της: την ανατροπή βασικού τμήματος της συνταξιοδοτικής μεταρρύθμισης του Εμανουέλ Μακρόν και τη δυνατότητα συνταξιοδότησης στα 62 έτη.

«Ακούω ήδη τι θα πουν: “Είναι ένα επιπλέον έλλειμμα“», δήλωσε στην εκδήλωση που διοργάνωσε η Medef, η μεγαλύτερη εργοδοτική οργάνωση της Γαλλίας. «Είναι μια επιλογή που πρέπει να κάνουμε ως κοινωνία. Και την αναλαμβάνω».

Η θέση αυτή αποτυπώνει το βασικό οικονομικό δίλημμα της προεκλογικής της εκστρατείας: πώς μπορεί να υποσχεθεί αυστηρότερη δημοσιονομική πειθαρχία, διατηρώντας παράλληλα πολιτικές που συνεπάγονται σημαντικό κόστος για το κράτος.

Μείωση €125 δισ. στις δαπάνες

Η Λεπέν επιχειρεί να απαντήσει στις ανησυχίες για τα δημόσια οικονομικά με ένα ιδιαίτερα φιλόδοξο πρόγραμμα περικοπών.

Δήλωσε ότι τάσσεται υπέρ ενός «χρυσού κανόνα», ο οποίος θα κρατά το δημοσιονομικό έλλειμμα κάτω από το 3% του ΑΕΠ, παραπέμποντας σε ένα πλαίσιο δημοσιονομικής πειθαρχίας αντίστοιχο με το γερμανικό «φρένο χρέους».

Παράλληλα, προανήγγειλε σχέδιο για μείωση των κρατικών δαπανών κατά περίπου 125 δισ. ευρώ.

Οι περικοπές, σύμφωνα με όσα έχει παρουσιάσει μέχρι στιγμής, θα αφορούν μεταξύ άλλων σε δαπάνες που σχετίζονται με τη μετανάστευση, δημόσιους οργανισμούς τους οποίους χαρακτηρίζει «άχρηστους», καθώς και τη γαλλική συνεισφορά στον προϋπολογισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Το πλήρες οικονομικό πρόγραμμα αναμένεται να παρουσιαστεί το φθινόπωρο. Ο βουλευτής του Εθνικού Συναγερμού Ζαν-Φιλίπ Τανγκί υποστήριξε ότι η εξοικονόμηση των 125 δισ. ευρώ θα μπορούσε να επιτευχθεί σε διάστημα μικρότερο των πέντε ετών.

Μέχρι στιγμής, ωστόσο, η Λεπέν δεν έχει εξηγήσει αναλυτικά από πού και με ποιον ακριβώς τρόπο θα προκύψει ένα τόσο μεγάλο δημοσιονομικό όφελος.

Οι πολιτικοί της αντίπαλοι έχουν ήδη αρχίσει να αμφισβητούν τους υπολογισμούς.

«Η Μαρίν Λεπέν θα καταστρέψει τη Γαλλία», δήλωσε ο Μπρουνό Ρεταγιό, υποψήφιος των συντηρητικών Ρεπουμπλικανών, λίγο μετά την εκδήλωση της Medef.

Το χρέος στο 117,5% του ΑΕΠ

Το πρόβλημα για τη Λεπέν είναι ότι τα περιθώρια δημοσιονομικών πειραματισμών είναι περιορισμένα.

Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας έχει ανέλθει στο 117,5% του ΑΕΠ, το έλλειμμα παραμένει αισθητά υψηλότερο από τα ευρωπαϊκά όρια και το κόστος δανεισμού έχει αυξηθεί σημαντικά.

Η Γαλλία βρίσκεται παράλληλα μεταξύ των χωρών που έχουν δεχθεί τις ισχυρότερες πιέσεις από τη διεθνή άνοδο των αποδόσεων των ομολόγων, ενώ τα δημόσια οικονομικά της παρακολουθούνται στενά από τους οίκους αξιολόγησης.

Σε αυτό το περιβάλλον, η υπόσχεση για επιστροφή στη σύνταξη στα 62 δημιουργεί πρόσθετα ερωτήματα για το κατά πόσο μπορούν να συμβαδίσουν οι κοινωνικές δεσμεύσεις του Εθνικού Συναγερμού με τον στόχο της δημοσιονομικής εξυγίανσης.

Πολιτικά, το στοίχημα είναι διπλό. Η διατήρηση της συγκεκριμένης υπόσχεσης μπορεί να ενισχύσει τη σχέση της Λεπέν με τον παραδοσιακό εκλογικό της πυρήνα, αλλά ενδέχεται να δυσκολέψει την προσπάθειά της να προσελκύσει κεντροδεξιούς, μετριοπαθείς και οικονομικά φιλελεύθερους ψηφοφόρους, οι οποίοι θα μπορούσαν να αποδειχθούν κρίσιμοι στον δεύτερο γύρο.

Ρωγμές στο οικονομικό επιτελείο

Η σύγκρουση ανάμεσα στις δύο οικονομικές γραμμές δεν περιορίζεται στους αντιπάλους της Λεπέν. Έχει ήδη εμφανιστεί και στο εσωτερικό του κόμματός της.

Την ώρα που παρουσίαζε τις οικονομικές προτεραιότητές της στη Medef, έγινε γνωστή η αποχώρηση του Φρανσουά Ντιρβί, ενός από τα σημαντικότερα οικονομικά στελέχη που βρίσκονταν στο πλευρό της.

Πρώην διαχειριστής κεφαλαίων, ο Ντιρβί συμβούλευε ανεπίσημα τη Λεπέν επί περίπου πέντε χρόνια και θεωρούνταν σημαντικός δίαυλος επικοινωνίας ανάμεσα στον Εθνικό Συναγερμό και τον επιχειρηματικό κόσμο.

Υποστήριζε μια περισσότερο φιλελεύθερη οικονομική πολιτική και μεγαλύτερη δημοσιονομική πειθαρχία, θέσεις που συγκρούονταν με τις περισσότερο λαϊκιστικές οικονομικές προσεγγίσεις της παραδοσιακής πτέρυγας του κόμματος.

Ήταν επίσης ειδικός σύμβουλος του προέδρου του Εθνικού Συναγερμού, Ζορντάν Μπαρντελά, ο οποίος είχε επιχειρήσει να μετακινήσει το κόμμα προς πιο κεντρώες οικονομικές θέσεις και να μετριάσει, μεταξύ άλλων, τη δέσμευση της Λεπέν για το συνταξιοδοτικό όριο.

Ο Ντιρβί δεν αποκάλυψε λεπτομέρειες για τους λόγους της αποχώρησής του, ωστόσο κατέστησε σαφές ότι δυσκολευόταν πλέον να υπερασπιστεί τις τελευταίες οικονομικές θέσεις του κόμματος απέναντι στις επαφές του στον επιχειρηματικό κόσμο.

«Αυτό που επιτεύχθηκε για να πέσουν τα εμπόδια με τους εκπροσώπους των επιχειρήσεων ήταν αρκετά σημαντικό», δήλωσε, προσθέτοντας ότι άσκησε την «ελευθερία του να φύγει».

Η Λεπέν, από την πλευρά της, δήλωσε στη γαλλική τηλεόραση ότι η αποχώρησή του ήταν δική της επιθυμία.

Το πρόβλημα εμπιστοσύνης με τις επιχειρήσεις

Παρά τις επιφυλάξεις, η οικονομική αξιοπιστία της Λεπέν εμφανίζεται σαφώς ενισχυμένη σε σχέση με το παρελθόν.

Το 2017, ο Μακρόν είχε καταφέρει να την πιέσει έντονα στο τηλεοπτικό debate για τις οικονομικές της θέσεις και κυρίως για την τότε δέσμευσή της να οδηγήσει τη Γαλλία εκτός Ευρωζώνης – μια πολιτική που εγκαταλείφθηκε στη συνέχεια.

Σήμερα η εικόνα είναι διαφορετική.

Σε δημοσκόπηση της Odoxa, το 36% των ερωτηθέντων δήλωσε ότι εμπιστεύεται τη Λεπέν για την εφαρμογή μιας σωστής οικονομικής πολιτικής εφόσον εκλεγεί. Πρόκειται για την υψηλότερη επίδοση μεταξύ των υποψηφίων που εξετάστηκαν.

Η εικόνα, ωστόσο, είναι πιο σύνθετη κάτω από την επιφάνεια. Το ποσοστό ενισχύεται σημαντικά από τους ψηφοφόρους του Εθνικού Συναγερμού, ενώ η εμπιστοσύνη μεταξύ των κεντρώων παραμένει αισθητά χαμηλότερη.

Αντίθετα, ο πρώην πρωθυπουργός Εντουάρ Φιλίπ, βασικός αντίπαλός της από τον κεντρώο χώρο, εμφανίζει ευρύτερη βάση εμπιστοσύνης στα οικονομικά ζητήματα.

Πρώτη στις δημοσκοπήσεις, αλλά με δύσκολο δεύτερο γύρο

Η σημασία αυτής της διαφοράς γίνεται μεγαλύτερη καθώς η Λεπέν εισέρχεται στην προεκλογική περίοδο ως φαβορί.

Οι δημοσκοπήσεις την τοποθετούν περίπου στο 35% στον πρώτο γύρο, δίνοντάς της καθαρό προβάδισμα και ισχυρές πιθανότητες επικράτησης και στον δεύτερο.

Εκεί, όμως, θα χρειαστεί να προσελκύσει ψηφοφόρους που δεν την επέλεξαν αρχικά.

Και ακριβώς σε αυτό το σημείο η οικονομική πολιτική μπορεί να αποδειχθεί καθοριστική.

Ο Μπρουνό Ζανμπάρ, αντιπρόεδρος της Opinionway, σημειώνει ότι οι ψηφοφόροι με πιο φιλοεπιχειρηματικό προσανατολισμό εξακολουθούν να αμφιβάλλουν για το κατά πόσο ο Εθνικός Συναγερμός μπορεί πραγματικά να αντιμετωπίσει τα οικονομικά προβλήματα της Γαλλίας.

Ο Μπαρντελά είχε επιχειρήσει να γεφυρώσει αυτή την απόσταση, δημιουργώντας την εντύπωση ότι το κόμμα πλησιάζει περισσότερο στις απαιτήσεις και τις ανησυχίες του επιχειρηματικού κόσμου.

Η επιστροφή της Λεπέν στην πρώτη γραμμή επαναφέρει, όμως, και μια διαφορετική παράδοση του κόμματος: μεγαλύτερη καχυποψία απέναντι στις επιχειρηματικές ελίτ, τη διεθνή οικονομική τάξη και σύμβολα όπως το Νταβός, μαζί με μεγαλύτερη έμφαση στους ψηφοφόρους που θεωρούν ότι έχασαν από την παγκοσμιοποίηση και την αποβιομηχάνιση.

Έτσι, όταν παρουσιάσει το πλήρες οικονομικό της πρόγραμμα, η Λεπέν θα πρέπει να λύσει μια δύσκολη εξίσωση: να εξηγήσει πώς συνδυάζονται περικοπές 125 δισ. ευρώ, έλλειμμα κάτω από 3% και σύνταξη στα 62, χωρίς να διαταραχθούν ακόμη περισσότερο τα ήδη εύθραυστα δημόσια οικονομικά της Γαλλίας.

Διαβάστε επίσης:

Νέα επίθεση Ερντογάν στο Ισραήλ: Ολόκληρη η περιοχή μας πληρώνει το τίμημα της επιθετικής του πολιτικής

Νέα επίθεση Σαμαρά στη ΝΔ για τη woke ατζέντα με αφορμή την πλατφόρμα του ΕΟΠΥΥ

Κιρ Στάρμερ: Παραιτείται από τη βουλευτική του έδρα ο πρώην πρωθυπουργός της Βρετανίας