Για να μας βλέπεις πιο συχνά στα αποτελέσματα αναζήτησης Add mononews.gr on Google

Σε έναν πόλεμο που μπαίνει σε νέα και εξαιρετικά κρίσιμη φάση, χωρίς καμία από τις εμπλεκόμενες πλευρές να μπορεί να διεκδικήσει με αξιοπιστία μια αποφασιστική νίκη, το ερώτημα πλέον δεν είναι μόνο ποιος κερδίζει στο πεδίο των επιχειρήσεων αλλά ποιος μπορεί να αντέξει περισσότερο.

Ο Δρ. Γεώργιος Κ. Φίλης, Καθηγητής Διεθνών Σχέσεων και Στρατηγικής στο Ledra College Λευκωσίας και διδάσκων σε Παραγωγικές Στρατιωτικές Σχολές, μιλά στο mononews για την επόμενη φάση της σύγκρουσης Ιράν–ΗΠΑ–Ισραήλ, εκτιμώντας ότι η Ουάσιγκτον οδηγείται σε έναν πόλεμο φθοράς που δημιουργεί σοβαρό πρόβλημα αξιοπιστίας.

1

Όπως σημειώνει, οι ΗΠΑ «νικάνε αλλά… όχι πολύ», ενώ το Ιράν «χάνει αλλά… λίγο», μια κατάσταση που, σύμφωνα με τον ίδιο, στο διεθνές σύστημα μπορεί να διαβαστεί ως «σχεδόν ήττα» της υπερδύναμης. Παράλληλα, αναλύει τις αντοχές της Τεχεράνης, τα σενάρια κλιμάκωσης ή συμφωνίας, τη νέα αρχιτεκτονική ασφαλείας στη Μέση Ανατολή και τον ρόλο που μπορούν να διαδραματίσουν Ελλάδα και Κύπρος.

Ο Δρ. Γεώργιος Κ. Φίλης είναι Καθηγητής Διεθνών Σχέσεων και Στρατηγικής στο Ledra College, Λευκωσίας και διδάσκων σε Παραγωγικές Στρατιωτικές Σχολές
Ο Δρ. Γεώργιος Κ. Φίλης είναι Καθηγητής Διεθνών Σχέσεων και Στρατηγικής στο Ledra College, Λευκωσίας και διδάσκων σε Παραγωγικές Στρατιωτικές Σχολές

Αναλυτικά η συνέντευξη:

Είμαστε κοντά σε «κάποιου είδους συμφωνία» μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν, όπως δήλωσε ο υπουργός Άμυνας του Πακιστάν, Χαουάτζα Ασίφ ή πρόκειται περισσότερο για μια προσπάθεια δημιουργίας ενός πλαισίου διαπραγμάτευσης χωρίς να υπάρχουν ακόμη οι προϋποθέσεις για συμφωνία;

Ο πόλεμος μεταξύ του Ιράν και του Ισραήλ και των ΗΠΑ, περνάει πλέον σε μία νέα φάση αφού καμία από τις δύο πλευρές δεν είναι σε θέση αυτή τη στιγμή να δηλώσει με αξιοπιστία προ τη διεθνή κοινότητα, σε εχθρούς και αντιπάλους, πως έχει νικήσει και έχει υπερισχύσει στη σύγκρουση. Δυστυχώς, ακόμα και εάν οδηγηθούμε σε «κάποιου είδους συμφωνία» αυτή θα λειτουργήσει περισσότερο ως μία περίοδος ανασύνταξης δυνάμεων, συμπλήρωσης πολεμικών εφοδίων, ξεκούρασης προσωπικού με σποραδικά χτυπήματα εκατέρωθεν, μέχρι οι αντίπαλες πλευρές, ειδικά οι ΗΠΑ, να θεωρήσουν πως είναι έτοιμες για την επόμενη φάση των επιχειρήσεων.

Οι ομοιότητες με την κρίση στην Ουκρανία είναι δηλωτικές της συνέχειας. Με τον όρο «ομοιότητες» νοείται το γεγονός πως δεν έχουν δημιουργηθεί ακόμα οι προϋποθέσεις για μία συμφωνία. Δηλαδή η στρατιωτική ισχύς των ΗΠΑ -και του Ισραήλ στην πρώτη φάση των επιχειρήσεων- έχει επιφέρει σημαντικότατα πλήγματα στην στρατιωτική μηχανή του Ιράν, έχει στην κυριολεξία εξαφανίσει ή/και δημιουργήσει ένα πεδίο «άρνησης» στις ιρανικές δυνάμεις του ναυτικού και της αεροπορίας να επιχειρήσουν αποτελεσματικά αλλά δεν έχουν καταφέρει να μειώσουν αποφασιστικά τη δυνατότητα του Ιράν να επιφέρει πλήγματα μέσω πυραυλικών χτυπημάτων και μέσω της εκτεταμένης χρήσης μη επανδρωμένων αεροχημάτων, ενώ είναι προφανές πως οι δυνάμεις εδάφους παραμένουν σε μεγάλο βαθμό ανέπαφες. Σταδιακά οι ΗΠΑ φαίνεται να εισέρχονται σε έναν πόλεμο «τριβής» (attrition warfare) ο οποίος παραπέμπει στη θέση της Ρωσίας στην Ουκρανία.

Με άλλα λόγια, οι ΗΠΑ μπορεί κάποιος να υποστηρίξει πως νικάνε αλλά…όχι πολύ, ενώ το Ιράν χάνει αλλά…λίγο, ότι ακριβώς φαίνεται να λαμβάνει χώρα στην Ουκρανία. Το πολιτικό πρόβλημα σε μία τέτοια περίπτωση έγκειται στο γεγονός πως όταν μία υπερδύναμη «δε νικάει πολύ» μία ξεκάθαρα πιο αδύναμη χώρα η οποία φαίνεται να «χάνει λίγο» αυτό στο διεθνές σύστημα διαβάζεται ως «μία (σχεδόν) ήττα» της υπερδύναμης η οποία τελικά δεν είναι και τόσο…ισχυρή. Αυτό στο μεσο-μακροπρόθεσμο διάστημα λειτουργεί αρνητικότατα για την εκάστοτε ισχυρή δύναμη κάτι το οποίο θα της στοιχήσει πολιτικό, διπλωματικό, οικονομικό και στρατιωτικό κεφάλαιο.

Όπως λοιπόν στην Ουκρανία είμαστε σε αυτή τη φάση, έτσι και στο ζήτημα του Ιράν κινούμαστε προς την ίδια κατεύθυνση, άρα οι ΗΠΑ δεν μπορούν με την παρούσα κατάσταση να διαχειριστούν καμία συμφωνία.

Οι ΗΠΑ αρχικά, και το Ισραήλ μετά, εάν θα ήθελαν να διαφυλάξουν την αξιοπιστία τους θα πρέπει να συνεχίσουν τις επιχειρήσεις έτσι ώστε να αποσπάσουν μία εμφατική νίκη απέναντι στο Ιράν η οποία να οδηγήσει σε μία συμφωνία όπου θα μπορεί ο Αμερικανός πρόεδρος να την παρουσιάσει αξιόπιστά ως μία συμφωνία η οποία κινείται σε γενικές γραμμές στους αντικειμενικούς σκοπούς της επιχείρησης όπως αρχικά παρουσιάστηκαν από τον ίδιο, διαφορετικά οι ΗΠΑ θα αντιμετωπίσουν μεγάλο πρόβλημα αξιοπιστίας το οποίο σύντομα θα μεταφραστεί σε μία περιφερειακή αλλαγή ισορροπιών και συμμαχιών στην περιοχή της Μέσης Ανατολής και Βορείου Αφρικής (Middle East and North Africa) τουλάχιστον.

Ο Αμπάς Αραγτσί είχε δηλώσει τον Απρίλιο ότι το Ιράν ήταν προετοιμασμένο να αντέξει τουλάχιστον έξι μήνες πολέμου. Έχοντας πλέον διανύσει το μεγαλύτερο μέρος αυτού του χρονικού ορίζοντα, τα δεδομένα δείχνουν ότι το Ιράν πλησιάζει πράγματι σε ένα σημείο στρατιωτικής ή οικονομικής εξάντλησης ή αποδεικνύεται ότι η εκτίμηση των έξι μηνών ήταν υπερβολικά γραμμική ως προς την ικανότητα της Τεχεράνης να συνεχίσει τον πόλεμο;

Για να μπορέσει κάποιος να καταλήξει σε ασφαλή συμπεράσματα αναφορικά με την ικανότητα του Ιράν να συνεχίσει τον πόλεμο, θα πρέπει να διαθέτει εσωτερική πληροφόρηση για μία σειρά θεμάτων που άπτονται παραγόντων που συμβάλουν στη συνέχιση της πολεμικής προσπάθειας, όπως τα πυραυλικά του αποθέματα, η δυνατότητα αποκατάστασης ζημιών και απωλειών, η ικανότητα ανεφοδιασμού με κρίσιμο υλικό αλλά και πληροφορίες από το εξωτερικό, η συνοχή της ηγεσίας, και η υποστήριξη της κοινωνίας στους επίσημους αντικειμενικούς σκοπούς του κράτους. Για όλα τα παραπάνω περισσότερο εκτιμήσεις μπορούν να γίνουν παρά ασφαλείς προβλέψεις. Κρίνοντας λοιπόν με τα έως σήμερα δεδομένα, όπως αυτά αποτυπώνονται κυρίως από ανοιχτές πηγές το συμπέρασμα στο οποίο μπορεί κάποιος να καταλήξει είναι πως οι Ιρανοί έχουν τη δυνατότητα να αντέξουν αρκετό χρονικό διάστημα ακόμα. Αυτό μπορεί να τεκμηριωθεί ως εξής:

1. Ο Αραγτσί όταν μιλούσε για πόλεμο έξι μηνών, είναι σίγουρο πως δεν αναφερόταν σε μία περίοδο «μη πολέμου και μη ειρήνης» όπως είναι η σημερινή αλλά σε αντιπαράθεση υψηλής έντασης παρατεταμένη για έξι μήνες. Μπορεί οι επιχειρήσεις να ξεκίνησαν τέλη Φεβρουαρίου αλλά έως σήμερα, μέσα Αυγούστου, πραγματικά εντατικές επιχειρήσεις έχουμε για περίπου δύο μήνες, άρα το Ιράν μπορεί να αντέξει περισσότερο

2. Η Τεχεράνη ανεφοδιάζεται τόσο δια θαλάσσης (Κασπία) όσο και από τη ξηρά σχεδόν ανεμπόδιστά και αναπληρώνει υλικό και απώλειες ενώ θέτει σε επιχειρησιακή λειτουργία πληγείσες εγκαταστάσεις

Επίσης θα πρέπει να επισημάνουμε δύο ακόμα παραμέτρους, πρώτον, πως είμαστε σίγουροι πως το Ιράν όντως μπορεί να αντέξει για έξι μήνες, όταν γνωρίζουμε πως η «αλήθεια» κατά τη διάρκεια ενός πολέμου αποτελεί το πρώτο «θύμα» του. Ο Αραγτσί μπορεί να είπε κάτι υπολογίζοντας τις επικείμενες εκλογές στις ΗΠΑ, ή έτσι να του ζητήθηκε να πει, ενώ το Ιράν να έχει την δυνατότητα να πολεμήσει λιγότερο ή περισσότερο. Δεύτερον, βασική παράμετρος του πολέμου δεν έχουν τόσο να κάνουν με τη στρατιωτική επάρκεια των αντιπάλων όσο με την ενεργειακή/οικονομική κρίση που μπορεί να επιφέρει μία παρατεταμένη σύγκρουση, δηλαδή το Ιράν μπορεί να έχει τη δυνατότητα να πολεμήσει έως το…2028, μπορεί όμως να αντέξει την οικονομική αιμορραγία, κάτι το οποίο ισχύει για όλους τους άμεσα και έμμεσα εμπλεκομένους.

Καταλήγουμε πως το Ιράν μπορεί να διαθέτει την ικανότητα να πολεμήσει για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα από ότι υπολογιζόταν, το ενεργειακό και οικονομικό κόστος της σύγκρουσης το οποίο θα γίνει εμφανές από το Φθινόπωρο και μετά μπορεί να «αναγκάσει» τους αντιμαχόμενους να …επισπεύσουν τις διαδικασίες και αυτό σημαίνει είτε μία πραγματική λειτουργική -κατά το δυνατόν συμφωνία- ή κάθετη και οριζόντια κλιμάκωση προς επίτευξη των αντικειμενικών σκοπών, και αυτό αφορά κυρίως τις ΗΠΑ και το Ισραήλ.

Πλέον βλέπουμε μεγαλύτερη κινητικότητα των χωρών της Μέσης Ανατολής ως προς την αντιμετώπιση του Ιράν, τόσο μέσω νέων συμφωνιών και συμμαχιών όσο και μέσω αμυντικών πρακτικών. Αλλάζει αυτή η εξέλιξη τις περιφερειακές ισορροπίες δυνάμεων και δημιουργείται σταδιακά ένα νέο σύστημα συλλογικής αποτροπής απέναντι στο Ιράν ;

Πράγματι, όπως αναφέρθηκε παραπάνω μία μη «εμφατική» νίκη των ΗΠΑ στη σύγκρουση θα επιδεινώσει την ήδη δύσκολη γεωπολιτικώς θέση στην οποία βρίσκεται η Ουάσιγκτον, η οποία μετά από 5 μήνες πολέμου και «πολέμου τριβής» φαίνεται να μην είναι σε θέση να υπερασπιστεί αποτελεσματικά τις συμμαχικές χώρες του Κόλπου και της Μέσης Ανατολής, με τις καταστροφές σε υποδομές στρατιωτικές και πολιτικές να είναι τεράστιες.

Άρα εκ των πραγμάτων βαδίζουμε προς μία ανακατανομή ισχύος στην περιοχή με τις ΗΠΑ να πρέπει να αποδείξουν πλέον πως παραμένουν η ηγεμονική δύναμη, και διάφορα σχήματα να αναδύονται και να ερίζουν για την πρωτοκαθεδρία στην περιοχή. Φυσικά το πως θα αποκρυσταλλωθεί η νέα ισορροπία δυνάμεων και αρχιτεκτονική ασφαλείας θα φανεί μετά την πραγματική λήξη των συγκρούσεων, για την ώρα οι περισσότερες κινήσεις γίνονται κυρίως για την καλύτερη αντιμετώπιση των επόμενων σταδίων της σύγκρουσης.

Είναι προφανώς πως αλλιώς θα είναι μία περιοχή με το Ιράν να έχει εξέλθει λίγο ή πολύ ως έχει από τη σύγκρουση και αλλιώς εάν οδηγηθούμε στην κατάρρευση της Ισλαμικής Δημοκρατίας. Στην πρώτη περίπτωση το Ιράν θα ελέγχει στην ουσία τον Κόλπο, σταδιακά θα αναδομήσει τις συμμαχίες και τους proxies του, ενώ οι Σουνιτικές χώρες θα προσπαθήσουν να δημιουργήσουν συμμαχίες για να το αντιμετωπίσουν, όπως για παράδειγμα η πρόσφατη συμφωνία της Μέκκας.

Η προοπτική τότε να οδηγηθούμε σε μία πιο εμφανή σύγκρουση Σιιτών-Σουνιτών είναι μεγάλη. Σε κάθε περίπτωση, η Ρωσία και η Κίνα θα ενισχύσουν την παρουσία τους στην περιοχή με τον μεγάλο χαμένο να είναι οι ΗΠΑ. Στην περίπτωση που το Ισλαμικό καθεστώς καταρρεύσει η νέα κυβέρνηση στην Τεχεράνη θα είναι πιο δεκτική στα κελεύσματα των ΗΠΑ και θα είναι πιο φιλική προς το Ισραήλ, με τις ΗΠΑ να αποτελούν τον κυρίαρχο παράγοντα στην περιοχή.

Σε αυτό το σενάριο η δημιουργία μίας τοπικής αρχιτεκτονικής ισχύος μέσω τοπικών συμμαχιών πάλι θα αποτελέσει μία επιλογή, τότε όμως αυτή θα λειτουργεί υπό την αιγίδα των ΗΠΑ ώστε να μην επιτρέπει περεταίρω εμπλοκή της Ρωσίας και ειδικά της Κίνας στην περιοχή, αλλά και να επιτρέπει στις ΗΠΑ να επικεντρώσουν στην περιοχή του Ινδο-Ειρηνικού.

Για την ώρα, κάθε κίνηση θα μπορούσε να θεωρηθεί ως ευκαιριακή και πρωτοβουλία άμεσης προστασίας, αφού επαναλαμβάνω δυστυχώς η πιθανότητα κλιμάκωσης είναι μεγαλύτερη από την προοπτική της αποκλιμάκωσης.

Ο Δρ. Γεώργιος Κ. Φίλης είναι Καθηγητής Διεθνών Σχέσεων και Στρατηγικής στο Ledra College, Λευκωσίας και διδάσκων σε Παραγωγικές Στρατιωτικές Σχολές

Ενδέχεται οι χώρες του Κόλπου να προσπαθούν περισσότερο να αποκτήσουν μεγαλύτερη στρατηγική αυτονομία από τις ΗΠΑ, αντί απλώς να ενταχθούν σε ένα αντι-ιρανικό μπλοκ;

Όπως αναφέρθηκε και στην προηγούμενη απάντηση αυτό αποτελεί ένα σενάριο το οποίο μπορεί να θεωρηθεί βέβαιο είτε θα έχουμε μία εμφατική νίκη των ΗΠΑ είτε όχι. Στην πρώτη περίπτωση η ίδια η Ουάσιγκτον θα το επιδιώξει, σε ελεγχόμενη μορφή όμως, έτσι ώστε να επικεντρώσει τις δυνάμεις της στον Ινδο-Ειρηνικό εναντίον της Κίνας.

Η στρατηγική αυτή έχει εκπονηθεί από την εποχή της διακυβέρνησης του Μπαράκ Ομπάμα και έχει ονομαστεί ως Pivot to Asia, έχει επεκταθεί με την αναζωογόνηση του QUAD, στρατηγικού διαλόγου ΗΠΑ-Αυστραλίας-Ιαπωνίας-Ινδίας, επί Τραμπ 1.0, και έχει «στρατιωτικοποιηθεί» περεταίρω μέσω της συμφωνίας του AUKUS (Αυστραλία-Ηνωμένο Βασίλειο-ΗΠΑ) επί προεδρίας Μπάιντεν. Οι ΗΠΑ θα επιδιώξουν μία νέα αρχιτεκτονική ασφαλείας με τα περιφερειακά συμβαλλόμενα μέλη να λαμβάνουν περισσότερες υποχρεώσεις, στο πρότυπο των συζητήσεων στο ΝΑΤΟ, ώστε να επικεντρωθούν οι ίδιες στην Κίνα.

Προφανώς στην περίπτωση μίας μη ικανοποιητικής για τις ΗΠΑ τελικής διευθέτησης, οι ζυμώσεις θα ενταθούν, αλλά τα περιφερειακά σχήματα που θα δημιουργηθούν, θα βρίσκονται σε στενή συνεργασία με την Ρωσία ή/και την Κίνα, οι βασικοί γεωπολιτικοί δρώντες όπως η Σαουδική Αραβία, η Αίγυπτος, η Τουρκία και το Ιράν θα κινηθούν με μεγαλύτερους βαθμούς αυτονομίας με τη πιθανότητα μίας σύγκρουσης «επιγόνων» να δημιουργήσει περεταίρω αστάθεια στην περιοχή.

Εάν θα θέλαμε να μιλήσουμε για τη σημασία μίας «σταθεράς» στην περιοχή, η οποία θα μπορούσε, ή μάλλον επιβάλλεται πλέον, να δημιουργηθεί ανεξαρτήτως αποτελέσματος στην σύγκρουση θα πρέπει να είναι μία «συμμαχία» (alliance) όχι απλά «ευθυγράμμιση» (alignment) μεταξύ Ινδίας-Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων-Ισραήλ-Κύπρου-Ελλάδας η οποία θα ενώνει τον Ινδικό και την Ερυθρά με την Ανατολική Μεσόγειο, θα αποτελεί μία μεγάλη συμμαχία πολιτισμών και θρησκειών και θα δημιουργήσει έναν ισχυρότατο γεωπολιτικό, γεωστρατηγικό, γεωοικονομικό διάδρομο και χώρο ο οποίος θα αποτελεί το βασικό εγγυητή ασφαλείας στην περιοχή της νότιας Ευρασίας, όπου το παίγνιο ισχύος για την ισορροπία του 21ου αιώνα εκτυλίσσεται σε όλο του το μεγαλείο.

Κοιτάζοντας τα σημερινά δεδομένα μέσα από την έννοια της «ανθεκτικότητας» (resilience), την οποία είχατε αναπτύξει στο αφιέρωμα Defence του mononews, ποια πλευρά εμφανίζει σήμερα μεγαλύτερη φθορά σε σχέση με την ικανότητά της να συνεχίσει τον πόλεμο: το Ιράν ή ΗΠΑ και Ισραήλ; Και σε ποια παράμετρο εντοπίζεται η μεγαλύτερη φθορά ;

Υπενθυμίζεται ότι οι παράμετροι είναι: (1) εξασφάλιση συνέχειας κυβέρνησης (2) Ασφάλεια κρίσιμων υποδομών (3) Λειτουργία σημαντικών υπηρεσιών (4) Εξασφάλιση εναλλακτικών πηγών και διαδρομών ενέργειας – με άλλα λόγια ενεργειακή ασφάλεια- αλλά και ασφάλεια εφοδιαστικής αλυσίδας (5) Ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής απέναντι στην παραπληροφόρηση, τον εκφοβισμό και τον καταναγκασμό. (6) Στρατιωτική ανθεκτικότητα υπό την έννοια της ικανότητας των ενόπλων δυνάμεων να αντέξουν το σοκ ενός χτυπήματος, να μπορούν να λειτουργούν υπό πίεση, και να ανασυγκροτούνται τάχιστα διατηρώντας την μαχητική τους ικανότητα.

Μία ασφαλής εκτίμηση για την έννοια της «ανθεκτικότητας» των βασικών δρώντων της σύγκρουσης δεν μπορεί παρά να γίνει με το πέρας του πολέμου. Σύμφωνα με τα έως τώρα δεδομένα και εν τω μέσω εξελίξεων οι οποίες υπάρχει πιθανότητα να λάβουν δραματική τροπή, και οι τρεις χώρες αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα στην «ανθεκτικότητά» σε διαφορετικούς τομείς, με τα ζητήματα των ΗΠΑ και του Ισραήλ να επικεντρώνονται σε πολιτικές κυρίως παραμέτρους και του Ιράν σε πιο πρακτικά θέματα.

Οι ΗΠΑ αντιμετωπίζουν σίγουρα πρόβλημα στη δικαιολόγηση της συνέχισης των πολεμικών επιχειρήσεων, άρα ο πρόεδρος Τραμπ έχει κυρίως ένα πολιτικό πρόβλημα να αντιμετωπίσει όποια απόφαση και να λάβει, αφού είτε θα πρέπει να περάσει την όποια συμφωνία ως νίκη είτε θα πρέπει να συνεχίσει για να επιτύχει μία πραγματικά ευνοϊκή προς τα συμφέροντα των ΗΠΑ συμφωνία. Άρα η εξασφάλιση συνέχειας κυβέρνησης, υπό το πρίσμα των επικείμενων εκλογών, είναι ένα ζητούμενο για τον Λευκό Οίκο κάτι το οποίο θα πρέπει να αντιμετωπίσει και η κυβέρνηση του Ισραήλ της οποίας βέβαια το πρόβλημα είναι να ισορροπήσει μεταξύ των Οβιδιακού τύπου «θέλω» του Αμερικανού προέδρου και της εσωτερικής πίεσης για την τελική λύση του θέματος με το Ιράν.

Από την πλευρά του το Ιράν, αντικειμενικά αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα και στις έξι βασικές παραμέτρους που ορίζουν την έννοια της ανθεκτικότητας κάτι όμως το οποίο θα φανεί ΜΟΝΟ εάν και εφόσον οι ΗΠΑ και Ισραήλ προχωρήσουν σε μία αποφασιστική κίνηση που σκοπό θα έχει να εξασφαλιστούν οι αρχικοί αντικειμενικοί σκοποί της επιχείρησης. Ο «πόλεμος τριβής» δεν αναμένεται να θέσει υπό αμφισβήτηση την ικανότητα του Ιράν και της άρχουσας ελίτ να επιβιώσουν της κρίσης.

Συμπερασματικά, η «ανθεκτικότητα» των ΗΠΑ και του Ισραήλ τίθενται εν αμφιβόλω κατά την περίοδο ενός «πολέμου τριβής» με το Ιράν να φαίνεται ως «ανθεκτικό», πραγματικότητα που αναμένεται να αλλάξει εάν και εφόσον το Ιράν κληθεί να αντιμετωπίσει μία ολοκληρωμένη επιθετική στρατηγική η οποία σκοπό θα έχει να υλοποιήσει τον αρχικό σχεδιασμό Ουάσιγκτον και Ιερουσαλήμ, δηλαδή την ανατροπή του καθεστώτος.

Διαβάστε επίσης:

Πόλεμος στο Ιράν: Η «Ανθεκτικότητα» θα κρίνει τον νικητή

Άγγελος Συρίγος στο mononews: 50 ερωτήματα για την Ελλάδα και την Τουρκία

Ιωάννα Λυτρίβη στο mononews: Χρειαζόμαστε μια νέα εκπαιδευτική συμφωνία με διάρκεια