ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
Δεν είναι συνηθισμένο το BBC, οι New York Times, το talkSPORT, το GOAL και τα υπόλοιπα αγγλικά Μέσα να συγκλίνουν στην ίδια ανάγνωση μιας προπονητικής αλλαγής. Στην περίπτωση όμως της Νότιγχαμ Φόρεστ, το συμπέρασμα είναι σχεδόν κοινό.
Ο Βαγγέλης Μαρινάκης κατάφερε να αποκτήσει έναν από τους πιο περιζήτητους προπονητές της ευρωπαϊκής αγοράς, σε μια περίοδο που ο Όλιβερ Γκλάσνερ μπορούσε να περιμένει προτάσεις από μεγαλύτερα ονόματα του ευρωπαϊκού ποδοσφαίρου.
Στην Αγγλία δεν αντιμετωπίζουν την πρόσληψή του ως μία ακόμη αλλαγή στον πάγκο της Φόρεστ. Τη χαρακτηρίζουν ως ένα ποδοσφαιρικό «statement», μία δήλωση φιλοδοξίας από έναν ιδιοκτήτη που έχει αποδείξει ότι δεν αρκείται στη σταθερή παρουσία στην Premier League αλλά επιδιώκει να μετατρέψει τον ιστορικό σύλλογο σε σταθερό πρωταγωνιστή στην Αγγλία και στις ευρωπαϊκές διοργανώσεις.
Η επιλογή του Γκλάσνερ δεν έγινε επειδή ήταν διαθέσιμος. Αντίθετα, σύμφωνα με όσα αναφέρουν τα βρετανικά μέσα, αποτελούσε διαχρονικό στόχο του Βαγγέλη Μαρινάκη. Το όνομά του είχε εξεταστεί ήδη από το 2023, όταν η Φόρεστ αναζητούσε τον διάδοχο του Στιβ Κούπερ. Τότε η επιλογή ήταν ο Νούνο Εσπίριτο Σάντο. Σχεδόν τρία χρόνια αργότερα, οι συνθήκες κρίθηκαν κατάλληλες ώστε να πραγματοποιηθεί η συνεργασία που δεν είχε γίνει τότε.
Ένας προπονητής που δεν πηγαίνει απλώς καλά. Κερδίζει
Αυτό που ξεχωρίζει τον 51χρονο Αυστριακό δεν είναι απλώς η εικόνα που παρουσιάζουν οι ομάδες του. Είναι το γεγονός ότι σχεδόν σε κάθε σταθμό της καριέρας του αφήνει πίσω του έναν σύλλογο πιο ισχυρό από αυτόν που παρέλαβε.
Με την αυστριακή LASK Λιντζ επανέφερε την ομάδα στην κορυφή του αυστριακού ποδοσφαίρου και την οδήγησε ξανά στις ευρωπαϊκές διοργανώσεις.
Στη Βόλφσμπουργκ δημιούργησε μία από τις πιο αποτελεσματικές ομάδες της Bundesliga και εξασφάλισε την παρουσία της στο Champions League.
Στην Άιντραχτ Φρανκφούρτης έγραψε ιστορία, κατακτώντας το Europa League απέναντι στη Ρέιντζερς και χαρίζοντας στον σύλλογο τον πρώτο ευρωπαϊκό τίτλο έπειτα από περισσότερα από σαράντα χρόνια.
Στην Κρίσταλ Πάλας πέτυχε κάτι ακόμη δυσκολότερο. Μέσα σε δύο χρόνια κατέκτησε το Κύπελλο Αγγλίας, το Community Shield και το UEFA Conference League, προσφέροντας στον λονδρέζικο σύλλογο τις μεγαλύτερες στιγμές της ιστορίας του. Παράλληλα, παρουσίασε ίσως το πιο ελκυστικό ποδόσφαιρο που έχει παίξει ποτέ η ομάδα στην εποχή της Premier League.
Δεν είναι τυχαίο ότι αρκετά δημοσιεύματα τον συνέδεσαν κατά καιρούς με πάγκους κορυφαίων ευρωπαϊκών συλλόγων. Η Φόρεστ γνωρίζει ότι απέκτησε έναν προπονητή του οποίου η χρηματιστηριακή αξία στην αγορά είναι πολύ υψηλότερη από αυτήν που συνήθως μπορεί να προσελκύσει.
Γιατί ο Μαρινάκης επέλεξε τον Γκλάσνερ
Το project της Νότιγχαμ Φόρεστ έχει αλλάξει επίπεδο.
Η παραμονή στην Premier League δεν αποτελεί πλέον στόχο. Η συμμετοχή στις ευρωπαϊκές διοργανώσεις επίσης δεν θεωρείται αρκετή. Αυτό που επιδιώκει πλέον ο Βαγγέλης Μαρινάκης είναι να δημιουργήσει έναν σύλλογο που θα βρίσκεται μόνιμα ανάμεσα στις καλύτερες ομάδες της Αγγλίας, θα διεκδικεί τίτλους και θα αποκτήσει μεγαλύτερη εμπορική αξία.
Για να συμβεί αυτό, απαιτείται ένας προπονητής που μπορεί να εξελίξει ποδοσφαιριστές, να ανεβάσει την αξία του ρόστερ και να αξιοποιήσει τις επενδύσεις εκατοντάδων εκατομμυρίων που έχουν γίνει τα τελευταία χρόνια.
Οι άνθρωποι της Φόρεστ πιστεύουν ότι ο Γκλάσνερ διαθέτει ακριβώς αυτά τα χαρακτηριστικά. Το επιθετικό του μοντέλο, το οργανωμένο pressing, η ταχύτητα στις μεταβάσεις και η δυνατότητα να δημιουργεί σύνολα με σαφή αγωνιστική ταυτότητα θεωρούνται ιδανικά για το υπάρχον ρόστερ. Δεν είναι τυχαίο ότι ακόμη και αναλυτές που έχουν ασκήσει έντονη κριτική στον τρόπο λειτουργίας της διοίκησης αναγνωρίζουν πως, καθαρά ποδοσφαιρικά, η επιλογή του Αυστριακού αποτελεί αναβάθμιση.
Και η απορία: Μπορούν να συνυπάρξουν;
Το μοναδικό ερώτημα που επαναλαμβάνεται στα περισσότερα δημοσιεύματα δεν αφορά την ποδοσφαιρική του αξία. Αφορά τον χαρακτήρα του.
Ο Γκλάσνερ δεν συνηθίζει να κρύβεται. Στην Κρίσταλ Πάλας διαφώνησε δημόσια με τη διοίκηση, άσκησε κριτική για τις μεταγραφές και δεν δίστασε να εκφράσει την ενόχλησή του όταν θεώρησε ότι δεν είχε την απαραίτητη υποστήριξη.
Από την άλλη, ο Βαγγέλης Μαρινάκης έχει αποκτήσει τη φήμη ενός ιδιοκτήτη που απαιτεί αποτελέσματα και δεν διστάζει να αλλάξει προπονητή όταν θεωρεί ότι η ομάδα δεν εξελίσσεται με τον ρυθμό που επιθυμεί. Ακριβώς γι’ αυτό η συνεργασία τους προκαλεί τόσο μεγάλο ενδιαφέρον στην Αγγλία.
Ο πρώην πρόεδρος της Κρίσταλ Πάλας, Σάιμον Τζόρνταν, υποστηρίζει ότι οι δύο ισχυρές προσωπικότητες τελικά μπορούν να λειτουργήσουν ιδανικά μαζί. Εκτιμά ότι ο Μαρινάκης θα στηρίξει τον Γκλάσνερ και ότι ο Αυστριακός θα εξελιχθεί στον «πραγματικό προπονητή» της Νότιγχαμ Φόρεστ, έχοντας ουσιαστικό λόγο σε κάθε ποδοσφαιρική απόφαση.
Υπάρχει όμως και η αντίθετη άποψη. Ο πολύπειρος προπονητής Άλαν Πάρντιου θεωρεί ότι πρόκειται για δύο έντονες προσωπικότητες που αργά ή γρήγορα θα συγκρουστούν, χαρακτηρίζοντας τη σχέση τους «όχι γάμο φτιαγμένο στον παράδεισο». Αντίστοιχα, ο παλαίμαχος φορ Σταν Κόλιμορ εκτιμά ότι η διάρκεια της συνεργασίας θα εξαρτηθεί αποκλειστικά από τα αποτελέσματα, υπενθυμίζοντας ότι επί ημερών Μαρινάκη η μέση διάρκεια παραμονής ενός προπονητή στη Φόρεστ είναι περιορισμένη.
Το τέλος του Περέιρα και η αρχή μιας νέας εποχής
Η απόφαση για την αποχώρηση του προπονητή Βίτορ Περέιρα εξέπληξε αρκετούς στην Αγγλία. Ο Πορτογάλος είχε αναλάβει την ομάδα σε δύσκολη περίοδο, εξασφάλισε την παραμονή της στην Premier League και οδήγησε τον σύλλογο μέχρι τα ημιτελικά του Europa League. Μάλιστα, μέχρι λίγες εβδομάδες πριν από την αποχώρησή του υπήρχαν πληροφορίες ότι οι δύο πλευρές συζητούσαν την επέκταση της συνεργασίας τους.
Τελικά η διοίκηση αποφάσισε να ενεργοποιήσει τη σχετική ρήτρα αποχώρησης και να προχωρήσει σε μία πολύ πιο φιλόδοξη επιλογή. Σύμφωνα με τις αναλύσεις των βρετανικών μέσων, η κίνηση αυτή δεν αποτελεί απαξίωση του έργου του Περέιρα αλλά ένδειξη του πόσο ψηλά έχει τοποθετήσει πλέον τον πήχη ο Μαρινάκης.
Το οικονομικό σκέλος πίσω από την επιλογή
Η πρόσληψη ενός προπονητή αυτού του επιπέδου δεν αφορά μόνο το αγωνιστικό κομμάτι. Η Φόρεστ έχει επενδύσει τα τελευταία χρόνια τεράστια ποσά για την ενίσχυση του ρόστερ, ενώ τα έσοδα από τις ευρωπαϊκές διοργανώσεις, τα τηλεοπτικά δικαιώματα της Premier League και τις μελλοντικές πωλήσεις ποδοσφαιριστών εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από τη διατήρηση της ομάδας σε υψηλό επίπεδο.
Ένας προπονητής που μπορεί να αναπτύξει ποδοσφαιριστές, να αυξήσει την εμπορική τους αξία και να διατηρήσει τον σύλλογο στις ευρωπαϊκές διοργανώσεις αποτελεί στην πραγματικότητα μία επένδυση με σημαντικές οικονομικές προεκτάσεις.
Αυτό ακριβώς φαίνεται να έχει αξιολογήσει ο Βαγγέλης Μαρινάκης.
Για τον ιδιοκτήτη της Νότιγχαμ Φόρεστ, ο Γκλάσνερ δεν αποτελεί απλώς τον επόμενο προπονητή. Αποτελεί τον άνθρωπο που καλείται να δικαιολογήσει, μέσα από αποτελέσματα και υπεραξία, ολόκληρο το πολυετές επενδυτικό σχέδιο του συλλόγου.
Και αν τελικά η συνεργασία αποδώσει όπως προσδοκούν στο «Σίτι Γκράουντ», τότε η επιλογή του Αυστριακού θα καταγραφεί όχι ως μία ακόμη αλλαγή στον πάγκο, αλλά ως η πιο καθοριστική κίνηση της εποχής Μαρινάκη στη Νότιγχαμ Φόρεστ.
Μοιραστείτε την άποψή σας
ΣχόλιαΓια να σχολιάσετε χρησιμοποιήστε ένα ψευδώνυμο. Παρακαλούμε σχολιάζετε με σεβασμό. Χρησιμοποιείτε κατανοητή γλώσσα και αποφύγετε διατυπώσεις που θα μπορούσαν να παρερμηνευτούν ή να θεωρηθούν προσβλητικές. Με την ανάρτηση σχολίου, συμφωνείτε να τηρείτε τους Όρους του ιστότοπου contact Δημιουργήστε το account σας εδώ, για να κάνετε like, dislike ή report ακατάλληλα/προσβλητικά σχόλια.