Για να μας βλέπεις πιο συχνά στα αποτελέσματα αναζήτησης Add mononews.gr on Google

• Ανάπτυξη χωρίς ουσιαστική σύγκλιση με τις πιο ανεπτυγμένες οικονομίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

• Κατά κεφαλήν ΑΕΠ 19.400 ευρώ, έναντι 34.110 ευρώ στην ΕΕ.

1

• Η κατανάλωση αντιστοιχεί στο 67,8% του ΑΕΠ, έναντι 51,2% στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

• Οι επενδύσεις αυξάνονται, αλλά παραμένουν χαμηλότερες από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο και κατευθύνονται κυρίως στην αγορά κατοικίας.

• Οι καθαρές εξαγωγές παραμένουν αρνητικές, αυξάνοντας την εξάρτηση της οικονομίας από τις εισαγωγές.

• Το δημόσιο χρέος μειώθηκε στο 146,1% του ΑΕΠ, ενώ το πρωτογενές πλεόνασμα διαμορφώθηκε περίπου στο 4,9%.

• Η ανεργία υποχώρησε στο 8,9% και η απασχόληση αυξήθηκε στο 64,6%, αλλά η Ελλάδα εξακολουθεί να υπολείπεται της ΕΕ.

• Οι πραγματικοί μισθοί παραμένουν ουσιαστικά στάσιμοι, παρά την οικονομική ανάπτυξη.

• Οι Έλληνες εξακολουθούν να εργάζονται περισσότερες ώρες από τους περισσότερους Ευρωπαίους εργαζόμενους.

• Η φτώχεια και οι εισοδηματικές ανισότητες επιμένουν, ιδιαίτερα για νέους, εργαζόμενους και οικογένειες με παιδιά.

• Το ΙΝΕ ΓΣΕΕ ζητά αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου, με έμφαση στις παραγωγικές επενδύσεις, την τεχνολογία, τη βιομηχανία και την αύξηση των πραγματικών μισθών.

Θετική αλλά εύθραυστη χαρακτηρίζει την πορεία της ελληνικής οικονομίας το Ινστιτούτο Εργασίας της ΓΣΕΕ στην Ετήσια Έκθεση 2026, υποστηρίζοντας ότι οι υψηλοί ρυθμοί ανάπτυξης των τελευταίων ετών δεν έχουν ακόμη οδηγήσει σε ουσιαστική αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου ούτε έχουν μεταφραστεί σε αντίστοιχη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου των πολιτών.

Η έκθεση αναγνωρίζει τη σημαντική πρόοδο που έχει επιτευχθεί σε βασικούς δείκτες, όπως η ανάπτυξη, η απασχόληση, η ανεργία και η δημοσιονομική σταθερότητα, ωστόσο επισημαίνει ότι η ελληνική οικονομία εξακολουθεί να εμφανίζει διαρθρωτικές αδυναμίες που περιορίζουν τις αναπτυξιακές της δυνατότητες.

Το βασικό συμπέρασμα των αναλυτών του ΙΝΕ είναι ότι η χώρα εξακολουθεί να αναπτύσσεται κυρίως μέσω της ιδιωτικής κατανάλωσης και της οικοδομικής δραστηριότητας, χωρίς να έχει επιτύχει τη μετάβαση σε ένα παραγωγικό μοντέλο που θα βασίζεται στις επενδύσεις υψηλής προστιθέμενης αξίας, στην τεχνολογία, στη βιομηχανία και στις εξαγωγές.

Παράλληλα, η αγορά εργασίας εμφανίζει μεν σαφή βελτίωση σε σχέση με τα χρόνια της κρίσης, όμως οι πραγματικοί μισθοί παραμένουν στάσιμοι, οι ώρες εργασίας συγκαταλέγονται στις υψηλότερες της Ευρώπης και η φτώχεια εξακολουθεί να πλήττει σημαντικό μέρος του πληθυσμού.

Η έκθεση έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία η ελληνική οικονομία εμφανίζει ισχυρές δημοσιονομικές επιδόσεις, επενδυτική βαθμίδα και σταθερή ανάπτυξη, θέτοντας όμως στο επίκεντρο το ερώτημα κατά πόσο οι θετικές μακροοικονομικές εξελίξεις διαχέονται στην πραγματική οικονομία και στο διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών.

Η ανάπτυξη δεν αρκεί

Σύμφωνα με την έκθεση, η Ελλάδα διατήρησε και το 2025 θετικό ρυθμό οικονομικής μεγέθυνσης, υψηλότερο από αρκετές μεγάλες οικονομίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ωστόσο, το ΙΝΕ επισημαίνει ότι η χώρα εξακολουθεί να μην ανήκει στις πλέον δυναμικές οικονομίες της Ευρώπης, καθώς κράτη όπως η Ιρλανδία, η Μάλτα, η Κύπρος, η Πολωνία, η Κροατία και η Βουλγαρία καταγράφουν ισχυρότερες επιδόσεις.

Για τον λόγο αυτό εκτιμά ότι η ανάκαμψη πρέπει να αξιολογείται με ρεαλισμό: αποτελεί ένδειξη ανθεκτικότητας απέναντι στις διεθνείς κρίσεις, όχι όμως ακόμη απόδειξη πραγματικής σύγκλισης με τις ανεπτυγμένες οικονομίες της Ευρώπης.

Η εικόνα αυτή αποτυπώνεται καθαρά στο πραγματικό κατά κεφαλήν ΑΕΠ. Το 2025 διαμορφώθηκε στα 19.400 ευρώ, όταν ο μέσος όρος της Ευρωπαϊκής Ένωσης έφτασε τις 34.110 ευρώ. Παρά τη βελτίωση σε σχέση με το 2019, όταν ανερχόταν σε 17.210 ευρώ, η απόσταση παραμένει ιδιαίτερα μεγάλη. Ακόμη και σε όρους αγοραστικής δύναμης (PPS), η Ελλάδα αντιστοιχεί μόλις στο 68% του μέσου όρου της ΕΕ, έναντι 66% πριν από έξι χρόνια, γεγονός που δείχνει ότι η αύξηση του ΑΕΠ δεν συνοδεύεται από αντίστοιχη σύγκλιση του βιοτικού επιπέδου.

Ο ρόλος της κατανάλωσης

Το ΙΝΕ αποδίδει ιδιαίτερη σημασία στη διάρθρωση της ανάπτυξης, επισημαίνοντας ότι εξακολουθεί να βασίζεται κυρίως στην ιδιωτική κατανάλωση. Το 2025 η κατανάλωση των νοικοκυριών αντιστοιχούσε στο 67,8% του ΑΕΠ, όταν ο αντίστοιχος μέσος όρος στην Ευρωπαϊκή Ένωση ήταν 51,2%. Η μεγάλη αυτή απόκλιση δείχνει, σύμφωνα με την έκθεση, ότι η ελληνική οικονομία εξακολουθεί να στηρίζεται περισσότερο στην κατανάλωση παρά στην παραγωγή και στις εξαγωγές.

Την ίδια στιγμή, οι καθαρές εξαγωγές παραμένουν αρνητικές και μάλιστα επιδεινώθηκαν αισθητά. Από -1,5% του ΑΕΠ το 2019 διαμορφώθηκαν στο -4,5% το 2025, όταν στην Ευρωπαϊκή Ένωση παραμένουν θετικές. Το ΙΝΕ προειδοποιεί ότι η αυξημένη εξάρτηση από τις εισαγωγές περιορίζει τον αναπτυξιακό πολλαπλασιαστή της οικονομίας και την καθιστά περισσότερο ευάλωτη σε εξωτερικές κρίσεις, όπως οι γεωπολιτικές εντάσεις και οι ενεργειακές αναταράξεις.

Πού πηγαίνουν οι επενδύσεις

Το ΙΝΕ ΓΣΕΕ αναγνωρίζει ότι η επενδυτική εικόνα της ελληνικής οικονομίας έχει βελτιωθεί αισθητά τα τελευταία χρόνια, επισημαίνει όμως ότι η αύξηση των επενδύσεων δεν αρκεί από μόνη της για να αλλάξει το παραγωγικό μοντέλο της χώρας. Εξίσου κρίσιμη θεωρεί τη σύνθεσή τους, καθώς αυτή καθορίζει εάν οι νέες επενδύσεις θα οδηγήσουν σε υψηλότερη παραγωγικότητα, τεχνολογική αναβάθμιση και καλύτερα αμειβόμενες θέσεις εργασίας.

Το επενδυτικό μερίδιο αυξήθηκε από 11% του ΑΕΠ το 2019 σε 16,9% το 2025, παραμένει όμως αρκετά χαμηλότερο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, όπου οι επενδύσεις αντιστοιχούν στο 21,3% του ΑΕΠ. Κατά την έκθεση, το επενδυτικό κενό εξακολουθεί να αποτελεί έναν από τους βασικούς λόγους για τους οποίους η ελληνική οικονομία δυσκολεύεται να επιτύχει υψηλότερους ρυθμούς παραγωγικότητας και πραγματικής σύγκλισης με την Ευρώπη.

Ακόμη μεγαλύτερο προβληματισμό προκαλεί η κατανομή των επενδύσεων. Το μερίδιο των κατοικιών στον ακαθάριστο σχηματισμό παγίου κεφαλαίου αυξήθηκε από 7,4% το 2019 σε 18,2% το 2025, γεγονός που αντανακλά την έντονη κινητικότητα στην αγορά ακινήτων. Αντίθετα, οι επενδύσεις σε εξοπλισμό τεχνολογίας, πληροφορικής και επικοινωνιών υποχώρησαν από 9,6% σε 7,7%, ενώ μειώθηκε και το ποσοστό των επενδύσεων σε μηχανολογικό εξοπλισμό και παραγωγικά μέσα, από 27,4% σε 23,8%.

Σύμφωνα με το ΙΝΕ, η εικόνα αυτή δείχνει ότι μεγάλο μέρος των νέων κεφαλαίων κατευθύνεται σε δραστηριότητες που ενισχύουν τη βραχυπρόθεσμη ζήτηση, χωρίς να αυξάνουν ουσιαστικά τη διεθνή ανταγωνιστικότητα της οικονομίας.

Παράλληλα, η έκθεση επισημαίνει ότι η ελληνική οικονομία εξακολουθεί να χαρακτηρίζεται από χαμηλή τεχνολογική ένταση και μικρό βαθμό ενσωμάτωσης νέων τεχνολογιών στις επιχειρήσεις. Παρότι τα τελευταία χρόνια διαπιστώνεται σταδιακή ενίσχυση δραστηριοτήτων υψηλότερης γνώσης, όπως οι επαγγελματικές και επιστημονικές υπηρεσίες, η πληροφορική και οι επικοινωνίες, η μετάβαση προς ένα νέο τεχνοοικονομικό υπόδειγμα εξελίσσεται με αργούς ρυθμούς. Το ΙΝΕ αποδίδει μέρος αυτής της υστέρησης και στο πολύ μικρό μέγεθος της μέσης ελληνικής επιχείρησης, το οποίο δυσκολεύει τις επενδύσεις σε καινοτομία και εξωστρέφεια.

Καλύτερη αγορά εργασίας

Στην αγορά εργασίας η εικόνα είναι σαφώς βελτιωμένη σε σχέση με τη δεκαετία της κρίσης, ωστόσο το ΙΝΕ υποστηρίζει ότι η πρόοδος αφορά κυρίως την ποσότητα της απασχόλησης και λιγότερο την ποιότητα των θέσεων εργασίας. Όπως σημειώνει χαρακτηριστικά, η ελληνική αγορά εργασίας έχει ανακάμψει ποσοτικά, αλλά όχι ακόμη ποιοτικά.

Το ποσοστό απασχόλησης των ατόμων ηλικίας 15-64 ετών ανήλθε το 2025 στο 64,6%, έναντι 56,5% το 2019, καταγράφοντας σημαντική βελτίωση. Ωστόσο, εξακολουθεί να υπολείπεται αισθητά του ευρωπαϊκού μέσου όρου, που διαμορφώνεται στο 71%, αλλά και των χωρών της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, όπου η απασχόληση φθάνει το 73,6%. Σύμφωνα με το ΙΝΕ, το γεγονός αυτό δείχνει ότι η ελληνική οικονομία εξακολουθεί να μην αξιοποιεί πλήρως το διαθέσιμο εργατικό δυναμικό της.

Σημαντικές παραμένουν και οι περιφερειακές ανισότητες. Τα υψηλότερα ποσοστά απασχόλησης καταγράφονται στην Κρήτη (68,3%), στην Πελοπόννησο (68,1%) και στην Αττική (67,5%), ενώ οι χαμηλότερες επιδόσεις εμφανίζονται στη Δυτική Μακεδονία (56,3%), στη Δυτική Ελλάδα (59,9%) και στην Ανατολική Μακεδονία και Θράκη (60,5%). Η έκθεση συνδέει τις διαφορές αυτές με τη διαφορετική παραγωγική βάση και τις αναπτυξιακές δυνατότητες κάθε περιφέρειας.
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στις γυναίκες και στους νέους.

Η απασχόληση των γυναικών ανέρχεται στο 56,5%, όταν στην Ευρωπαϊκή Ένωση φθάνει το 66,6%, ενώ στους νέους ηλικίας 15-29 ετών περιορίζεται στο 36,2%, έναντι 49,1% στην ΕΕ. Ακόμη και οι απόφοιτοι τριτοβάθμιας εκπαίδευσης εμφανίζουν χαμηλότερη ένταξη στην αγορά εργασίας, με ποσοστό απασχόλησης 81,9%, έναντι 86,8% στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Αντίστοιχα, το ποσοστό ανεργίας μειώθηκε στο 8,9%, από 17,3% το 2019, ενώ περιορίστηκε αισθητά και η συνολική υποαπασχόληση. Ωστόσο, το πρόβλημα της μακροχρόνιας ανεργίας εξακολουθεί να χαρακτηρίζει την ελληνική αγορά εργασίας. Το 55,8% των ανέργων παραμένει εκτός εργασίας για διάστημα μεγαλύτερο του ενός έτους, ποσοστό σχεδόν διπλάσιο από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (31,5%).

Το πρόβλημα είναι ακόμη εντονότερο στις γυναίκες, όπου η μακροχρόνια ανεργία φθάνει το 59,2%, καθώς και στους αποφοίτους τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, όπου διαμορφώνεται στο 56%.

Η έκθεση επισημαίνει επίσης ότι διευρύνεται το χάσμα απασχόλησης των ατόμων με αναπηρία. Το 2025 η διαφορά απασχόλησης μεταξύ ατόμων με και χωρίς αναπηρία αυξήθηκε στις 35,9 ποσοστιαίες μονάδες, από 29 μονάδες το 2019, στοιχείο που καταδεικνύει τις σημαντικές δυσκολίες ένταξης αυτής της ομάδας στην αγορά εργασίας.

Οι μισθοί δεν ακολουθούν την ανάπτυξη

Από τα βασικότερα συμπεράσματα της έκθεσης είναι ότι η βελτίωση των μακροοικονομικών επιδόσεων της χώρας δεν συνοδεύτηκε από αντίστοιχη ενίσχυση της αγοραστικής δύναμης των εργαζομένων. Το ΙΝΕ ΓΣΕΕ υποστηρίζει ότι, παρά την αύξηση των ονομαστικών αποδοχών τα τελευταία χρόνια, οι πραγματικοί μισθοί εξακολουθούν να δέχονται ισχυρές πιέσεις εξαιτίας του υψηλού κόστους ζωής και της παρατεταμένης πληθωριστικής κρίσης. Ως αποτέλεσμα, μεγάλο μέρος των αυξήσεων απορροφήθηκε από την ακρίβεια, περιορίζοντας την πραγματική βελτίωση του διαθέσιμου εισοδήματος.

Είναι χαρακτηριστικό ότι ο μέσος ετήσιος πραγματικός μισθός στο σύνολο της οικονομίας αυξήθηκε την περίοδο 2019-2025 μόλις κατά 0,3%, ενώ σε σύγκριση με το 2021, όταν ξεκίνησε η μεγάλη άνοδος του πληθωρισμού, εξακολουθεί να είναι 1,3% χαμηλότερος. Το ΙΝΕ εκτιμά ότι η εξέλιξη αυτή αποτυπώνει την αδυναμία της αγοράς εργασίας να μεταφέρει την οικονομική ανάπτυξη στις πραγματικές αποδοχές των εργαζομένων.

Ακόμη πιο έντονη είναι η εικόνα σε κλάδους που απασχολούν μεγάλο αριθμό εργαζομένων. Στον ενιαίο κλάδο του εμπορίου, της εστίασης, της διαμονής, των μεταφορών και της αποθήκευσης, το πραγματικό ωρομίσθιο εμφανίζεται μεν αυξημένο κατά 4,8% σε σχέση με το 2019, εξακολουθεί όμως να βρίσκεται 25,3% χαμηλότερα από τα επίπεδα του 2009.

Σύμφωνα με την έκθεση, ακόμη και σε όρους αγοραστικής δύναμης (PPS), οι αποδοχές των εργαζομένων στους συγκεκριμένους κλάδους υπολείπονται όχι μόνο των περισσότερων χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης αλλά ακόμη και αρκετών βαλκανικών οικονομιών.

Η εικόνα δεν διαφοροποιείται ούτε σε κλάδους υψηλής κοινωνικής σημασίας. Στην εκπαίδευση, το πραγματικό ωρομίσθιο διαμορφώθηκε το 2024 στα 10,8 ευρώ, έναντι 11,5 ευρώ το 2019 και 17,2 ευρώ το 2009, ενώ στις υπηρεσίες υγείας και κοινωνικής μέριμνας περιορίστηκε στα 8 ευρώ, από 9,7 ευρώ το 2019 και 12,5 ευρώ πριν από την οικονομική κρίση. Το ΙΝΕ θεωρεί ότι τα στοιχεία αυτά καταδεικνύουν τη συνεχιζόμενη υποβάθμιση της μισθολογικής θέσης εργαζομένων σε κρίσιμους κοινωνικούς τομείς.

Στην ίδια κατεύθυνση κινείται και η ανάλυση για τον χρόνο εργασίας. Η Ελλάδα εξακολουθεί να συγκαταλέγεται στις χώρες με τις περισσότερες εβδομαδιαίες ώρες εργασίας στην Ευρώπη. Στο χονδρικό και λιανικό εμπόριο, όπου απασχολείται το 17,6% του εργατικού δυναμικού, οι εργαζόμενοι εργάζονται κατά μέσο όρο 42,3 ώρες την εβδομάδα, επίδοση που αποτελεί την υψηλότερη μεταξύ των χωρών που εξετάζει η έκθεση.

Στη μεταποίηση οι εβδομαδιαίες ώρες εργασίας φθάνουν τις 41,7, ενώ στον πρωτογενή τομέα οι πλήρως απασχολούμενοι εργάζονται κατά μέσο όρο 47,1 ώρες εβδομαδιαίως. Σύμφωνα με το ΙΝΕ, τα στοιχεία αυτά δείχνουν ότι η ελληνική αγορά εργασίας χαρακτηρίζεται ταυτόχρονα από χαμηλές πραγματικές αμοιβές και υψηλή ένταση εργασίας, γεγονός που επηρεάζει αρνητικά τόσο την παραγωγικότητα όσο και την ποιότητα ζωής των εργαζομένων.

Η φτώχεια επιμένει

Παρά τη σημαντική πρόοδο που έχει σημειωθεί σε βασικούς οικονομικούς δείκτες μετά την περίοδο της δημοσιονομικής κρίσης, η έκθεση του ΙΝΕ ΓΣΕΕ καταγράφει ότι η κοινωνική ανάκαμψη παραμένει αργή και άνιση. Η σχετική φτώχεια, οι εισοδηματικές ανισότητες και η οικονομική πίεση που αντιμετωπίζουν τα νοικοκυριά εξακολουθούν να αποτελούν διαρθρωτικά χαρακτηριστικά της ελληνικής οικονομίας, γεγονός που περιορίζει τα οφέλη της ανάπτυξης για μεγάλο μέρος του πληθυσμού.

Ιδιαίτερα ευάλωτοι παραμένουν οι νέοι. Το 2025 ο κίνδυνος φτώχειας για την ηλικιακή ομάδα 18-24 ετών διαμορφώθηκε στο 24,2%, ποσοστό αισθητά υψηλότερο από πολλές ευρωπαϊκές χώρες. Αντίστοιχα, για τις ηλικίες 25-54 ετών, δηλαδή τον βασικό παραγωγικό και οικογενειακό κορμό της κοινωνίας, ο κίνδυνος φτώχειας ανέρχεται στο 17,5%, έναντι 14,3% στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Ακόμη και για τα άτομα ηλικίας 55-64 ετών, το αντίστοιχο ποσοστό διαμορφώνεται στο 17,3%, όταν ο ευρωπαϊκός μέσος όρος είναι 14,9%.

Ένα ακόμη στοιχείο που αναδεικνύει η έκθεση είναι ότι η υψηλή εκπαίδευση δεν αποτελεί πλέον από μόνη της επαρκή ασπίδα απέναντι στη φτώχεια. Το ποσοστό κινδύνου φτώχειας για άτομα υψηλού μορφωτικού επιπέδου διαμορφώθηκε στο 7,8%, ελαφρώς υψηλότερα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, γεγονός που υποδηλώνει ότι ακόμη και οι υψηλά καταρτισμένοι εργαζόμενοι δεν εξασφαλίζουν πάντοτε εισόδημα αντίστοιχο των προσόντων τους.

Το ΙΝΕ δίνει ιδιαίτερη έμφαση και στη λεγόμενη «φτώχεια των εργαζομένων», επισημαίνοντας ότι η εργασία δεν αποτελεί πλέον αυτόματα εγγύηση αξιοπρεπούς διαβίωσης. Η κατάσταση είναι εντονότερη για όσους εργάζονται με μερική απασχόληση ή διαθέτουν χαμηλότερο επίπεδο εκπαίδευσης, καθώς οι αποδοχές τους δεν επαρκούν για να καλύψουν το αυξημένο κόστος διαβίωσης.

Κατά την έκθεση, το στοιχείο αυτό αναδεικνύει τις αδυναμίες του σημερινού αναπτυξιακού μοντέλου να δημιουργήσει θέσεις εργασίας με σταθερότητα, επαρκές εισόδημα και προοπτικές εξέλιξης.

Ιδιαίτερα αποκαλυπτικά είναι και τα στοιχεία για την οικονομική πίεση που αντιμετωπίζουν τα νοικοκυριά. Το 34,9% των οικογενειών με εξαρτώμενα παιδιά εμφανίζει ληξιπρόθεσμες οφειλές σε λογαριασμούς κοινής ωφέλειας, ποσοστό σχεδόν τετραπλάσιο από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που διαμορφώνεται στο 9,1%.

Σύμφωνα με το ΙΝΕ, η εικόνα αυτή δείχνει ότι ένα μεγάλο μέρος των ελληνικών νοικοκυριών εξακολουθεί να δυσκολεύεται να ανταποκριθεί ακόμη και σε βασικές ανελαστικές δαπάνες.

Η έκθεση επισημαίνει επίσης ότι οι κοινωνικές μεταβιβάσεις στην Ελλάδα περιορίζουν τις εισοδηματικές ανισότητες με σαφώς μικρότερη αποτελεσματικότητα σε σχέση με την υπόλοιπη Ευρώπη. Η συμβολή τους στη μείωση των ανισοτήτων περιορίστηκε από 1,3 μονάδες το 2019 σε 1 μονάδα το 2025, όταν στην Ευρωπαϊκή Ένωση αυξήθηκε από 2,8 σε 3,1 μονάδες. Αυτό σημαίνει ότι το ελληνικό κοινωνικό κράτος εξακολουθεί να διαθέτει μικρότερη αναδιανεμητική ισχύ συγκριτικά με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.

Διαβάστε επίσης:

Κριστίν Λαγκάρντ (ΕΚΤ): Συνύπαρξη ψηφιακού ευρώ και μετρητών – Τι απάντησε στον Γιώργο Αυτιά (βίντεο)

Οριστική έγκριση της εμπορικής συμφωνίας ΗΠΑ-ΕΕ πριν από την προθεσμία Τραμπ

Αναπτυξιακός Νόμος: Παράταση έως τις 24 Ιουλίου για τα τρία καθεστώτα – Επιδοτήσεις έως 75%