ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
Σε μία συνέντευξη εφ’ όλης της ύλης προχώρησε ο Διοικητής της Tράπεζας της Ελλάδος, Γιάννης Στουρνάρας, μιλώντας για την ευρωπαϊκή και ελληνική οικονομία, για το φορολογικό σύστημα στη χώρα και για το κατά πόσο χωράνε και άλλες τράπεζες στο ελληνικό τραπεζικό σύστημα ή χρειάζεται ο κλάδος να προβεί σε συγχωνεύσεις και εξαγορές.
Ειδικότερα, ο κ. Στουρνάρας, μιλώντας στην εφημερίδα της Κύπρου «Φιλελεύθερος» και αναφερόμενος στους κλυδωνισμούς που έχει υποστεί η ευρωπαϊκή οικονομία από Μέση Ανατολή και Ουκρανία, υποστήριξε πως, και οι δύο κρίσεις μα κυρίως η πιο πρόσφατη έχει προκαλέσει στασιμοπληθωριστικές πιέσεις. Αυτό αποτελεί πρόκληση για την ΕΚΤ, καθώς πρέπει να ισορροπήσει μεταξύ σταθεροποίησης του πληθωρισμού στον στόχο και αποφυγής μιας υπερβολικής σύσφιξης που θα επιβάρυνε την ανάπτυξη.
Στο επίκεντρο της ανάλυσης της ΕΚΤ, όπως είπε, βρίσκεται ο κίνδυνος δευτερογενών επιδράσεων -δηλαδή η παγίωση πιέσεων σε μισθούς, τιμές και πληθωριστικές προσδοκίες. Η αντίδρασή μας θα εξαρτηθεί από την ένταση, τη διάρκεια και τους διαύλους μετάδοσης της διαταραχής. Εάν αυτή αποδειχθεί παροδική και χωρίς σημαντικές δευτερογενείς επιδράσεις, δεν θα απαιτηθεί προσαρμογή της νομισματικής πολιτικής.
Εάν προκαλέσει μια μεγάλη αλλά όχι ιδιαίτερα επίμονη υπέρβαση του στόχου της ΕΚΤ για τον πληθωρισμό, μια μετρημένη προσαρμογή θα μειώσει την ένταση των δευτερογενών επιδράσεων. Εάν οδηγήσει σε σημαντική και επίμονη απόκλιση του πληθωρισμού από τον στόχο, τότε η αντίδραση πρέπει να είναι σθεναρή.
Με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία δεν υπάρχουν προς το παρόν ενδείξεις σημαντικής μετακύλισης των υψηλότερων τιμών ενέργειας στον πληθωρισμό, ωστόσο είναι ακόμα πολύ νωρίς για ακριβείς εκτιμήσεις. Οι ζημιές στις υποδομές του Περσικού Κόλπου ενδέχεται να παρατείνουν τις πληθωριστικές πιέσεις μεσοπρόθεσμα, ενώ η αβεβαιότητα απειλεί τις επενδύσεις, με αρνητικές συνέπειες στην ανάπτυξη και στη μακροπρόθεσμη δυνητική παραγωγή. Ως εκ τούτου, η εξέλιξη των ειρηνευτικών συνομιλιών αποτελεί καθοριστικό παράγοντα για τις αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου.
Στο ερώτημα σε ποιο βαθμό η τρέχουσα γεωπολιτική αβεβαιότητα και η διάρκεια του πολέμου αποτελούν παράγοντα κινδύνου για το κόστος χρηματοδότησης, την ποιότητα του δανειακού χαρτοφυλακίου και τη δυναμική της πιστωτικής επέκτασης στην Ελλάδα αλλά και στις άλλες οικονομίες, ο Γιάννης Στουρνάρας απάντησε λέγοντας πως η τρέχουσα αβεβαιότητα λόγω του πολέμου στη Μέση Ανατολή αλλά και της παρατεταμένης πολεμικής σύρραξης στην Ουκρανία, αποτελεί τον σημαντικότερο κίνδυνο για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα, όχι μόνο για την Ελλάδα αλλά και για την Ευρώπη.
«Θεωρώ ότι είναι πολύ νωρίς ακόμα, προκειμένου να έχουμε εικόνα για τους διαύλους μετάδοσης της κρίσης, ενώ η διάρκεια του πολέμου και ο τρόπος επίλυσης της σύρραξης αποτελούν βασικούς παράγοντες, που θα καθορίσουν την επίπτωση στην οικονομία και τις τράπεζες.
Αναλόγως λοιπόν του σεναρίου που εξετάζουμε, είναι πιθανό να δούμε αύξηση της ροής νέων μη εξυπηρετούμενων δανείων, ιδίως προερχόμενα από ‘ευάλωτα’ νοικοκυριά ή από επιχειρήσεις που βρίσκονται σε κλάδους ευαίσθητους σε μεταβολές των τιμών της ενέργειας.
Δεν θα απέκλεια, σε ένα δυσμενές σενάριο, αύξηση του κόστους χρηματοδότησης λόγω της μεταβλητότητας στις αγορές αλλά και αναθεώρηση των επιχειρηματικών πλάνων των τραπεζών, λόγω χαμηλότερης ζήτησης για νέα δάνεια. Η ενίσχυση της ανθεκτικότητας των πιστωτικών ιδρυμάτων και οι συνετές πολιτικές στις νέες πιστοδοτήσεις αλλά και στη διανομή μερισμάτων, θα ενισχύσουν την ικανότητά τους να απορροφήσουν ζημιές από την υλοποίηση ενός δυσμενούς σεναρίου. Θα ήθελα να υπογραμμίσω ότι τόσο οι ελληνικές και κυπριακές τράπεζες, όσο και οι ευρωπαϊκές, εισέρχονται σε αυτήν την περίοδο αυξημένης αβεβαιότητας με ισχυρά θεμελιώδη μεγέθη», ανέφερε συγκεκριμένα.
Όσον αφορά για την ανησυχία για το ενδεχόμενο ύφεσης στην ευρωζώνη, ανέφερε πως είναι υπαρκτή και δικαιολογημένη, δεδομένης της νέας αρνητικής διαταραχής από την πλευρά της προσφοράς που προκαλεί η κλιμάκωση της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή. Η άνοδος των τιμών της ενέργειας και η εντεινόμενη αβεβαιότητα επηρεάζουν άμεσα την ανάπτυξη και τον πληθωρισμό, δεδομένης της υψηλής ενεργειακής εξάρτησης της ευρωζώνης.
Σε αντίθεση με το 2022, η άνοδος του πληθωρισμού εκδηλώνεται σε ένα περιβάλλον ήδη ασθενέστερης ανάπτυξης, πιο αυστηρών χρηματοπιστωτικών συνθηκών και μειωμένου δημοσιονομικού χώρου, γεγονός που περιορίζει τα περιθώρια άσκησης πολιτικής και καθιστά τις οικονομίες πιο ευάλωτες. Παρότι η οικονομία της ευρωζώνης έχει επιδείξει ανθεκτικότητα, η δυναμική της παραμένει υποτονική, με την ανάπτυξη να επιβραδύνεται από περίπου 1,4% το 2025 σε 0,9% το 2026, σύμφωνα με τις προβλέψεις του Μαρτίου της ΕΚΤ.
Τα εναλλακτικά σενάρια που έχει επεξεργαστεί η ΕΚΤ υπογραμμίζουν την υπερίσχυση των καθοδικών κινδύνων για την ανάπτυξη. Στην παρούσα φάση, ωστόσο, δεν βρισκόμαστε στο δυσμενές σενάριο, καθώς η σχετική γεωπολιτική αποκλιμάκωση έχει συγκρατήσει τις πιο ακραίες εξελίξεις. Ωστόσο, σε περίπτωση αποτυχίας των διαπραγματεύσεων και επανέναρξης των πολεμικών συγκρούσεων, ο κίνδυνος ύφεσης παραμένει πιθανός, χωρίς να αποτελεί το βασικό σενάριο.
Λέγεται συχνά πως σε περιόδους αναταραχών η δημοσιονομική πολιτική των κρατών πρέπει να μείνει συνετή και τα μέτρα στήριξης που λαμβάνονται να είναι στοχευμένα και προσωρινά. Σε αυτή, όμως, την περίπτωση που βιώνουμε τώρα, με ασθενικά ποσοστά ανάπτυξης σε κάποια κράτη, θα μπορούσαν να γίνουν ορισμένες παρεκκλίσεις;
Ο κυριότερος λόγος πίσω από την -πολύ ορθή κατά τη γνώμη μου- προτροπή για λήψη στοχευμένων και προσωρινών μέτρων στήριξης είναι ότι μια πληθωριστική διαταραχή που αυξάνει το ενεργειακό κόστος τείνει να επιβαρύνει δυσανάλογα τα χαμηλότερα εισοδήματα και τις ενεργοβόρες επιχειρήσεις. Ως εκ τούτου, η αποτελεσματικότητα των μέτρων στήριξης βελτιστοποιείται όταν αυτά κατευθύνονται στοχευμένα σε αυτούς που πλήττονται περισσότερο, αντί να διαχέονται με οριζόντιο τρόπο σε όλους τους οικονομικούς δρώντες.
Σε αντίθεση, όμως, με την προηγούμενη κρίση -και ως ένα βαθμό λόγω αυτής- το δημοσιονομικό σημείο εκκίνησης στην τρέχουσα συγκυρία είναι για πολλές και σημαντικές οικονομίες της ευρωζώνης δυσμενέστερο, το οποίο συνεπάγεται περιορισμένο δημοσιονομικό χώρο.
Σύμφωνα με τα στοιχεία Απριλίου που ανακοίνωσε η Eurostat, το δημόσιο χρέος της ευρωζώνης το 2025 ανήλθε σε 87,8% του ΑΕΠ, έναντι 83,6% του ΑΕΠ πριν το ξέσπασμα της πανδημίας COVID-19, ενώ το δημοσιονομικό έλλειμμα διαμορφώθηκε σε 2,9% του ΑΕΠ, έναντι 0,5% του ΑΕΠ το 2019. Επιπλέον, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εκτιμά ότι η μέχρι στιγμής επίδραση στην οικονομική δραστηριότητα δεν δικαιολογεί μια γενικευμένη ενεργοποίηση της ρήτρας διαφυγής από τους στόχους των αναθεωρημένων ευρωπαϊκών κανόνων, οι οποίοι οριοθετούν με σαφήνεια τον διαθέσιμο δημοσιονομικό χώρο σε κάθε κράτος-μέλος ξεχωριστά. Σε κάθε περίπτωση, τα δεδομένα αυτά δύνανται να αναθεωρηθούν αναλόγως της διάρκειας και της έντασης της εξελισσόμενης κρίσης.
Η Ελλάδα έχει να διανύσει δρόμο ακόμα
Η Ελλάδα έχει πράγματι ακόμη δρόμο να διανύσει ως προς την ποιότητα των θεσμών της, αλλά είναι σημαντικό να αξιολογούμε την εικόνα της χώρας με ισορροπημένο τρόπο. Στον Δείκτη Αντίληψης της Διαφθοράς της Διεθνούς Διαφάνειας καταγράφεται μια μέτρια βελτίωση σε σχέση με το 2019, χωρίς όμως θεαματική σύγκλιση προς τις καλύτερες ευρωπαϊκές επιδόσεις.
Ωστόσο, ο συγκεκριμένος δείκτης αποτυπώνει κυρίως αντιλήψεις για τη διαφθορά και δεν αρκεί για να αποδώσει το σύνολο της θεσμικής πραγματικότητας. Γι’ αυτό, η αξιολόγηση πρέπει να στηρίζεται σε ένα ευρύτερο σύνολο διεθνών δεικτών και εκθέσεων. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, στην ετήσια έκθεσή της για το κράτος δικαίου στα κράτη-μέλη της ΕΕ, αναγνωρίζει πρόοδο σε επιμέρους τομείς, όπως η καταπολέμηση της διαφθοράς, η προστασία των δημοσιογράφων και η βελτίωση της νομοθετικής διαδικασίας.
Παράλληλα, στον διεθνή Δείκτη Δημοκρατίας (Democracy Index) του Economist, έναν από τους πλέον αναγνωρισμένους διεθνώς σύνθετους δείκτες για την ποιότητα της δημοκρατικής διακυβέρνησης, η Ελλάδα κατατάσσεται για τρίτη συνεχόμενη χρονιά στην επιλεκτική κατηγορία των 26 μόλις χωρών (σε σύνολο 167 παγκοσμίως) που αξιολογούνται ως πλήρεις δημοκρατίες (full democracy).
Σταδιακή βελτίωση καταγράφεται και στους δείκτες διακυβέρνησης της Παγκόσμιας Τράπεζας, οι οποίοι λαμβάνονται υπόψη από τους διεθνείς οίκους αξιολόγησης στις αναβαθμίσεις της ελληνικής οικονομίας, ιδιαίτερα στον τομέα της πολιτικής σταθερότητας και στον έλεγχο της διαφθοράς.
Παρά τη σαφή πρόοδο, η ενίσχυση της εμπιστοσύνης των πολιτών προς το κράτος προϋποθέτει ταχύτερη και αποτελεσματικότερη απονομή δικαιοσύνης, ισχυρότερη λογοδοσία, πλήρη εφαρμογή των κανόνων διαφάνειας, και σταθερή αντιμετώπιση φαινομένων διαφθοράς και διοικητικής αναποτελεσματικότητας.
Το φορολογικό σύστημα χρειάζεται διαρκή επανεξέταση
Στο κρίσιμο ερώτημα αν ήρθε η ώρα να αλλάξει το φορολογικό σύστημα στην Ελλάδα, ο κος Στουρνάρας απάντησε:
Το φορολογικό σύστημα χρειάζεται διαρκή επανεξέταση, αλλά το ζητούμενο δεν είναι απλώς μια οριζόντια μείωση συντελεστών. Το κρίσιμο είναι να γίνει απλούστερο, σταθερότερο, δικαιότερο και πιο φιλικό προς την παραγωγική εργασία, την επιχειρηματικότητα και τις επενδύσεις. Η ανταγωνιστικότητα και η προσέλκυση επενδύσεων δεν κρίνονται μόνο από το ύψος του εταιρικού φόρου. Η σταθερότητα του κανονιστικού πλαισίου, η αξιοπιστία των θεσμών, η ταχύτητα απονομής της δικαιοσύνης, η διαφάνεια, η αποτελεσματική αδειοδότηση και η συνέπεια στην εφαρμογή των κανόνων είναι καθοριστικοί παράγοντες για τις επενδυτικές αποφάσεις.
Οφείλουμε, επίσης, να αναγνωρίσουμε τα βήματα που έχουν ήδη πραγματοποιηθεί προς ένα πιο αναπτυξιακό και λειτουργικό φορολογικό πλαίσιο. Η μεταρρύθμιση στη φορολογία εισοδήματος φυσικών προσώπων που τίθεται σε εφαρμογή από το 2026 ενισχύει τα κίνητρα για εργασία, στηρίζει τη συμμετοχή στην αγορά εργασίας, ιδίως των νέων, βελτιώνει τη διαφάνεια σε τομείς όπως η αγορά ενοικίων και περιλαμβάνει παρεμβάσεις με περιφερειακή και κοινωνική διάσταση.
Ως προς τις φοροαπαλλαγές, χρειάζεται μια συστηματική αξιολόγηση και εξορθολογισμός των φορολογικών δαπανών, ώστε να περιοριστούν όσες είναι παρωχημένες ή χαμηλής αποτελεσματικότητας. Απαιτείται καλύτερη στόχευση και ανακατεύθυνση των δημόσιων πόρων σε παρεμβάσεις με υψηλότερο αναπτυξιακό πολλαπλασιαστή, όπως η καινοτομία, η εξωστρέφεια, ο ψηφιακός και πράσινος μετασχηματισμός και οι παραγωγικές επενδύσεις.
Σε κάθε περίπτωση, οποιεσδήποτε παρεμβάσεις θα πρέπει είναι προσεκτικά κοστολογημένες, λαμβάνοντας υπόψη τα όρια του διαθέσιμου δημοσιονομικού χώρου.
Credia και Optima ανταγωνίζονται τις τέσσερις μεγάλες τράπεζες
Τέλος, ο Γιάννης Στουρνάρας σχολίασε απαντώντας σε ερώτηση για το τραπεζικό σύστημα της χώρας και στο κατά πόσο πρέπει να γίνουν συγχωνεύσεις και εξαγορές τραπεζών ή ο αριθμός τραπεζών που υπάρχει είναι ικανοποιητικός, πως η απάντηση είναι δυναμική και εξαρτάται κάθε φορά από τις συνθήκες του εγχώριου τραπεζικού τομέα. Για παράδειγμα, η μείωση του αριθμού των τραπεζών που δραστηριοποιούνταν στην Ελλάδα την περασμένη δεκαετία ήταν απόρροια της βαθιάς οικονομικής κρίσης και πραγματοποιήθηκε μέσω εξαγορών και συγχωνεύσεων αλλά και της εξόδου από την αγορά μεγάλου αριθμού πιστωτικών ιδρυμάτων.
Αυτό είχε ως αποτέλεσμα την ανάδειξη τεσσάρων σημαντικών τραπεζών που σήμερα ελέγχουν περίπου το 95% της εγχώριας αγοράς. Η ενίσχυση του ανταγωνισμού σε μια αναπτυσσόμενη οικονομία όπως η ελληνική, δεν λειτουργεί μόνο θετικά υπέρ των αποταμιευτών και δανειοληπτών, αλλά ταυτόχρονα ενθαρρύνει και τις ίδιες τις τράπεζες να βελτιώσουν την ποιότητα παροχής προϊόντων και υπηρεσιών.
Πλέον, μετά την εξυγίανση των τραπεζών Αττικής και Παγκρήτιας, λειτουργεί ένας πέμπτος πόλος που αποτελείται από μικρότερες τράπεζες με υγιή χρηματοοικονομικά μεγέθη, όπως π.χ. η Credia και η Optima, που ανταγωνίζονται τις τέσσερις μεγάλες τράπεζες.
Σημαντική ως προς την ενίσχυση του ανταγωνισμού στην εγχώρια αγορά, ήταν και η απόκτηση του 30% περίπου του μετοχικού κεφαλαίου της Alpha Bank από την Unicredit, ενώ το προσεχές διάστημα αναμένεται η σύσταση υποκαταστήματος από τη Revolut. Θα ήθελα στο σημείο αυτό να υπογραμμίσω τη σημασία που έχουν οι διασυνοριακές συγχωνεύσεις και εξαγορές για την περαιτέρω ενοποίηση του τραπεζικού τομέα στην ευρωζώνη.
Σε ποιο βαθμό πρέπει οι τράπεζες να λαμβάνουν υπόψη τους στον καθορισμό της μερισματικής πολιτικής τις διεθνείς εξελίξεις και τους γεωπολιτικούς κινδύνους; Δεδομένης της αβεβαιότητας που δεν λέει να υποχωρήσει.
Όπως προανέφερα, οι τράπεζες οφείλουν να ακολουθούν συνετή πολιτική στον καθορισμό της μερισματικής τους πολιτικής, ιδίως υπό το πρίσμα των γεωπολιτικών κινδύνων που αντιμετωπίζουμε σήμερα. Είναι προφανές ότι πρέπει οι μέτοχοι των τραπεζών να λαμβάνουν ανταμοιβή για τις επενδύσεις τους και αυτό είναι σημαντικό ειδικά για τις ελληνικές και κυπριακές τράπεζες που βίωσαν την κρίση της περασμένης δεκαετίας.
Για παράδειγμα, οι ελληνικές τράπεζες διένειμαν μέρισμα το 2024 για πρώτη φορά μετά από 15 έτη, κάτι το οποίο αποτελεί ένα σημάδι επιστροφής στην κανονικότητα, και επιβράβευση σε επενδυτές που στήριξαν τον κλάδο σε δύσκολες στιγμές. Ταυτόχρονα, όμως, με την επιβράβευση των μετόχων, οι τράπεζες θα πρέπει να διατηρούν κατάλληλα περιθώρια κεφαλαίων, που θα τους επιτρέψουν να απορροφήσουν τους ενδεχόμενους κλυδωνισμούς από την υλοποίηση ενός δυσμενούς σεναρίου.
Διαβάστε επίσης
ΕΡΤ: Προχωράει σε ΕΔΕ μετά την παραίτηση του διευθυντή του αθλητικού τμήματος, Γιάννη Δάρα
ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΣΗΜΕΡΑ
- ΑΔΜΗΕ: Η Ελένη Μουστακίδου αναλαμβάνει επικεφαλής εξυπηρέτησης μετόχων
- Τραμπ για Τεντ Τέρνερ: Ήταν ένας από τους σπουδαιότερους στην ιστορία της τηλεόρασης και φίλος μου
- Χριστίνα Παπακωνσταντίνου (ΤτΕ) για Κανονισμό DORA: Πυλώνας χρηματοπιστωτικής σταθερότητας στη νέα ψηφιακή εποχή
- Οι παραστάσεις του Εθνικού Θεάτρου «ταξίδεψαν» με την ενέργεια της ΔΕΗ
Μοιραστείτε την άποψή σας
ΣχόλιαΓια να σχολιάσετε χρησιμοποιήστε ένα ψευδώνυμο. Παρακαλούμε σχολιάζετε με σεβασμό. Χρησιμοποιείτε κατανοητή γλώσσα και αποφύγετε διατυπώσεις που θα μπορούσαν να παρερμηνευτούν ή να θεωρηθούν προσβλητικές. Με την ανάρτηση σχολίου, συμφωνείτε να τηρείτε τους Όρους του ιστότοπου contact Δημιουργήστε το account σας εδώ, για να κάνετε like, dislike ή report ακατάλληλα/προσβλητικά σχόλια.