Μια οικονομία με σημαντικά συγκριτικά πλεονεκτήματα αλλά και έντονες δομικές αδυναμίες αναδεικνύει η μελέτη του ΙΝΕ/ΓΣΕΕ για την Περιφέρεια Κρήτης, αποτυπώνοντας με σαφήνεια ότι η ανάπτυξη του νησιού δεν κατανέμεται ισόρροπα, ούτε σε σχέση με την υπόλοιπη χώρα ούτε στο εσωτερικό της.

Σύμφωνα με τον επιστημονικό διευθυντή του ΙΝΕ/ΓΣΕΕ Γιώργο Αργείτη, η πρώτη κρίσιμη διαπίστωση αφορά τη σημαντική υστέρηση της Κρήτης έναντι της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

1

Το κατά κεφαλήν ΑΕΠ της περιφέρειας ανέρχεται μόλις στο 59% του μέσου ευρωπαϊκού όρου, καταδεικνύοντας μια έντονη αναπτυξιακή απόκλιση.

Την ίδια στιγμή, η Κρήτη υπολείπεται αισθητά της Αττικής, η οποία λειτουργεί ως οικονομικός «πυλώνας» της χώρας, ενώ βρίσκεται ελαφρώς χαμηλότερα και από το Νότιο Αιγαίο.

Αντίθετα, κινείται περίπου στα ίδια επίπεδα με τα Ιόνια Νησιά και τη Στερεά Ελλάδα.

Η εικόνα αυτή συνδέεται με τη συνολική περιφερειακή ανισότητα της ελληνικής οικονομίας.

Σχεδόν η μισή παραγωγή της χώρας –48,1% του ΑΕΠ– συγκεντρώνεται στην Αττική, ενώ η Θεσσαλονίκη συμμετέχει με περίπου 14%.

Σε αυτό το πλαίσιο, η Κρήτη συμβάλλει με περίπου 5% στο εθνικό ΑΕΠ, γεγονός που αναδεικνύει τη σημασία της, αλλά και τα όρια της περιφερειακής της δυναμικής.

Ενδοπεριφερειακές αποκλίσεις: διαφορετικές «ταχύτητες» ανάπτυξης

Ακόμη πιο σύνθετη είναι η εικόνα στο εσωτερικό της Κρήτης. Την περίοδο 2009–2022, το κατά κεφαλήν ΑΕΠ αυξήθηκε συνολικά κατά 9,8%, ωστόσο οι επιδόσεις των επιμέρους νομών παρουσιάζουν σημαντικές αποκλίσεις.

Ο νομός Ηρακλείου, που συγκεντρώνει το μεγαλύτερο μέρος της οικονομικής δραστηριότητας, κατέγραψε μείωση 13,8%, ενώ τα Χανιά σημείωσαν πτώση 13,6% και το Ρέθυμνο μείωση 7,7%.

Αντίθετα, το Λασίθι αποτέλεσε τη μοναδική θετική εξαίρεση, με αύξηση 6,5%.

Οι μεταβολές αυτές επηρέασαν και τη θέση των νομών σε εθνικό επίπεδο.

Το Λασίθι βελτίωσε τη θέση του, ενώ τα Χανιά και το Ηράκλειο υποχώρησαν σημαντικά, με το τελευταίο να πέφτει από τη 15η στην 21η θέση.

Το Ρέθυμνο εμφάνισε οριακή βελτίωση.

Παραγωγικό μοντέλο με έντονη εξάρτηση από τον τουρισμό

Το παραγωγικό πρότυπο της Κρήτης χαρακτηρίζεται από ισχυρή συγκέντρωση στον τριτογενή τομέα.

Οι υπηρεσίες, με αιχμή τον τουρισμό, καλύπτουν το 77% της οικονομικής δραστηριότητας, καθιστώντας τον κλάδο βασικό μοχλό ανάπτυξης.

Ωστόσο, η υπερβολική εξάρτηση από τον τουρισμό δημιουργεί σημαντικές προκλήσεις. Η οικονομία του νησιού καθίσταται ευάλωτη σε διεθνείς κρίσεις, ενώ η έντονη εποχικότητα μεταφέρεται στην αγορά εργασίας.

Παράλληλα, η ανάπτυξη δεν διασφαλίζει σταθερή και υψηλή προστιθέμενη αξία, ούτε σταθερότητα στα εισοδήματα των εργαζομένων.

Ισχυρός πρωτογενής τομέας, αδύναμη μεταποίηση

Η Κρήτη διαφοροποιείται από τον εθνικό μέσο όρο ως προς τη συμμετοχή του πρωτογενούς τομέα.

Η γεωργία και η κτηνοτροφία αντιπροσωπεύουν περίπου το 9% της οικονομίας, ποσοστό υπερδιπλάσιο από το 4% που καταγράφεται σε επίπεδο χώρας.

Παρά την ισχυρή αυτή αγροτική βάση, η προστιθέμενη αξία που παραμένει στην περιφέρεια είναι περιορισμένη, καθώς μεγάλο μέρος της παραγωγής δεν μεταποιείται τοπικά.

Αντίθετα, ο δευτερογενής τομέας αποτελεί το πιο αδύναμο στοιχείο της οικονομίας, καθώς περιορίζεται στο 14%, έναντι 19% σε εθνικό επίπεδο.

Η απουσία ισχυρής μεταποιητικής βάσης στερεί από την Κρήτη έναν κρίσιμο μηχανισμό ενίσχυσης της ανάπτυξης και σταθεροποίησης των εισοδημάτων.

Αγορά εργασίας: βελτίωση με χαμηλή ποιότητα

Στην αγορά εργασίας καταγράφεται μεν βελτίωση βασικών δεικτών, χωρίς όμως αντίστοιχη αναβάθμιση της ποιότητας της απασχόλησης.

Η κυριαρχία του τουρισμού οδηγεί σε έντονη εποχικότητα, προσωρινότητα και επισφάλεια.

Ενδεικτικό είναι ότι το ποσοστό των εργαζομένων που απασχολούνται πάνω από 48 ώρες την εβδομάδα αυξήθηκε κατά περισσότερες από 8 ποσοστιαίες μονάδες, την ώρα που σε εθνικό επίπεδο καταγράφεται μείωση.

Παράλληλα, οι ευέλικτες μορφές απασχόλησης παραμένουν ιδιαίτερα διαδεδομένες.

Το 2024, το 26% των συμβάσεων αφορά τέτοιες μορφές εργασίας, έναντι μόλις 10% στο σύνολο της χώρας. Αν και το ποσοστό έχει μειωθεί σε σχέση με το 39% του 2009, εξακολουθεί να είναι υψηλό.

Κοινωνική εικόνα: ανθεκτικότητα παρά τις πιέσεις

Παρά τις αδυναμίες στην αγορά εργασίας, η κοινωνική εικόνα της Κρήτης εμφανίζεται σχετικά θετική.

Ο κίνδυνος εισοδηματικής φτώχειας παραμένει διαχρονικά κάτω από τον εθνικό μέσο όρο, ενώ καταγράφεται αποκλιμάκωση και βελτίωση σε δείκτες, όπως η διατροφική επάρκεια.

Τα στοιχεία αυτά υποδηλώνουν μια σχετική κοινωνική ανθεκτικότητα, η οποία όμως δεν αναιρεί τις πιέσεις που ασκούνται στα εισοδήματα και στις συνθήκες εργασίας.

Το στοίχημα της «διαφορετικής» ανάπτυξης

Το βασικό συμπέρασμα της μελέτης είναι σαφές: η Κρήτη δεν στερείται αναπτυξιακής δυναμικής, αλλά χρειάζεται αλλαγή προτύπου.

Δεν απαιτείται απλώς περισσότερη ανάπτυξη, αλλά διαφορετική ανάπτυξη.

Η μετάβαση αυτή μπορεί να στηριχθεί σε τέσσερις βασικούς άξονες: ενίσχυση της μεταποίησης ώστε να αυξηθεί η τοπική προστιθέμενη αξία, διασύνδεση των βασικών τομέων της οικονομίας ώστε να δημιουργηθούν ισχυρές αλυσίδες αξίας, επένδυση στο ανθρώπινο κεφάλαιο και τη γνώση, καθώς και ενίσχυση της χωρικής ισορροπίας και της περιφερειακής συνοχής.

Διαβάστε επίσης: 

ΓΣΕΕ: Σφοδρή κριτική στην κυβέρνηση και μάχη συσχετισμών στο 39ο Συνέδριο

Γεωργιάδης: «Διαψεύδω μετά βδελυγμίας ότι οι γιατροί δεν ήταν στη θέση τους για τη Μυρτώ (Βίντεο)

Γιώργος Μυλωνάκης: Το νέο ιατρικό ανακοινωθέν για την υγεία του