«Η ελληνική ναυτιλία, διαθέτει μεγάλη και παγκόσμια ισχύ, όμως αυτή η ισχύς δεν έχει αξιοποιηθεί πλήρως».

Τα λόγια αυτά ειπώθηκαν σήμερα σε γεύμα εργασίας που οργάνωσε το Propeller Club του Πειραιά στο Ναυτικό Όμιλο Ελλάδος, από τον Δημήτρη Αβραμόπουλο, πρώην Ευρωπαϊκό Επίτροπο, υπουργό και σήμερα βουλευτή Ηλείας της Νέας Δημοκρατίας.

1

Ο Δημήτρης Αβραμόπουλος, αναφέρθηκε ότι η ελληνική ναυτιλία θα πρέπει να δημιουργήσει Think Tanks, προκειμένου να αναλύει τα γεωστρατηγικά δεδομένα, να διαμορφώνει στρατηγική και να την επιβάλλει στην Ευρώπη και στα διεθνή φόρα και να μην υποχρεώνεται να ακολουθεί αμυντικά τις διάφορες αποφάσεις και την εχθρότητα που αντιμετωπίζει από την γραφειοκρατία των Βρυξελλών.

Όταν ρωτήθηκε ο Δημήτρης Αβραμόπουλος, «πως σκέφτεται να διαμορφωθεί αυτή δομή σκέψης», είπε: «Αρχικά πρέπει να συγκροτηθεί μια επιτροπή από εμπειρογνώμονες και εκπροσώπους φορέων και στη συνέχεια να υπάρχουν υποεπιτροπές ανά κλάδο και αντικείμενο. Σε αυτή την επιτροπή θα μπορούν να συμμετέχουν και παράγοντες από όλο τον κόσμο και τεχνοκράτες που έχουν την ίδια συλλογιστική με την ελληνική ναυτιλία, Αυτή η επιτροπή στη συνέχεια θα αναλάβει πρωτοβουλίες, αρκεί να την αποδεχθούν οι φορείς της ναυτιλίας».

Επίσης, ο Δημήτρης Αβραμόπουλος, επισήμανε:

«Η ελληνική ναυτιλία παραμένει σε σημαντικό βαθμό εκτός της συνολικής στρατηγικής εξωτερικής πολιτικής. Η δομή της ναυτιλιακής μας στρατηγικής είναι πλέον καιρός να απαλλαγεί από ξεπερασμένα στερεότυπα. Απαιτείται μια νέα προσέγγιση. Μια προσέγγιση βασισμένη στον αμοιβαίο σεβασμό και στην καθαρή αναγνώριση τόσο του κοινού όσο και του διακριτού πεδίου δράσης ανάμεσα στο κράτος και την ελληνική ναυτιλία. Και το επισημαίνω αυτό, διότι η ελληνική ναυτιλία διαθέτει ευρύτερο διεθνές αποτύπωμα και πεδίο δραστηριότητας από εκείνο που παραδοσιακά καλύπτει η κρατική πολιτική.

Η σύγκλιση των δύο, χωρίς σύγχυση ρόλων αλλά με στρατηγική συμπληρωματικότητα, είναι προϋπόθεση εθνικής ισχύος. Η Ελλάδα μπορεί και πρέπει να εντάξει τη ναυτιλία στον πυρήνα της στρατηγικής της».

Αναλυτικά, η ομιλία του Δημήτρη Αβραμόπουλου προς τα μέλη του Propeller Club, έχει ως εξής:

‘Θα ήθελα να ξεκινήσω εκφράζοντας τις θερμές μου ευχαριστίες προς το Propeller Club. Έναν θεσμό με διαχρονική προσφορά στη ναυτιλιακή κοινότητα και με ουσιαστική συμβολή στην προώθηση της ναυτιλιακής σκέψης και της διεθνούς συνεργασίας. Ως επίτιμο μέλος του, αισθάνομαι ιδιαίτερη τιμή, αλλά και βαθιά εκτίμηση για τον ρόλο που διαδραματίζει ως γέφυρα ανάμεσα στη ναυτιλία, την επιχειρηματικότητα και τη στρατηγική θεώρηση των θαλασσών.

Το θέμα μας σήμερα δεν είναι απλώς επίκαιρο. Είναι κρίσιμο. Η ναυτιλία και η γεωπολιτική δεν αποτελούν πλέον δύο παράλληλες πραγματικότητες. Αποτελούν δύο όψεις της ίδιας στρατηγικής εξίσωσης. Η ναυσιπλοΐα υπήρξε διαχρονικά βασικός άξονας ισχύος και τάξης στο διεθνές σύστημα. Οι θάλασσες δεν είναι μόνο δρόμοι εμπορίου. Είναι πεδία επιρροής, ανταγωνισμού και συνεργασίας. Σήμερα, σε έναν κόσμο που μεταβάλλεται με ταχύτητα, η σημασία τους επανέρχεται στο προσκήνιο με ένταση. Οι διεθνείς ισορροπίες αμφισβητούνται. Νέοι ανταγωνισμοί αναδύονται. Οι παραδοσιακές βεβαιότητες υποχωρούν. Και σε αυτό το περιβάλλον, η ασφάλεια των θαλασσών αποκτά καθοριστική σημασία. Δεν είναι πλέον ένα τεχνικό ζήτημα. Είναι ζήτημα γεωπολιτικό. Ζήτημα οικονομικό. Ζήτημα στρατηγικό. Οι θάλασσες αποτελούν τις αρτηρίες της παγκόσμιας οικονομίας. Από αυτές εξαρτάται η ροή της ενέργειας. Η διακίνηση των πρώτων υλών. Η επάρκεια των αγορών. Η σταθερότητά τους είναι προϋπόθεση διεθνούς σταθερότητας. Σε αυτό το πλαίσιο, η Ελλάδα έχει έναν ιδιαίτερο ρόλο. Η ελληνική ναυτιλία αποτελεί μία από τις ισχυρότερες εκφράσεις της χώρας μας στον κόσμο. Δεν είναι μόνο οικονομική δραστηριότητα.Είναι εθνική δύναμη. Είναι πολιτισμική έκφραση. Είναι στοιχείο ταυτότητας.

Η σχέση του Ελληνισμού με τη θάλασσα είναι διαχρονική. Από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα, η θάλασσα υπήρξε πεδίο δημιουργίας, εξωστρέφειας και επιρροής. Η ελληνική ναυτιλία αποτελεί την έμπρακτη δικαίωση της ιδέας ότι η θάλασσα μεγαλώνει έναν τόπο, ενώ η στεριά, με τους φυσικούς και γεωγραφικούς της περιορισμούς, συχνά τείνει να τον μικραίνει. Για έναν λαό ριζωμένο σε μια ορεινή και περιορισμένη γεωγραφικά έκταση, το υγρό στοιχείο δεν υπήρξε ποτέ εμπόδιο. Υπήρξε ένας απέραντος δρόμος δημιουργίας, εξωστρέφειας και επιρροής.

Εκεί όπου η στεριά επιβάλλει τη στατικότητα και την εσωστρέφεια, η θάλασσα προσφέρει τον ορίζοντα ως πεδίο δράσης.

Μέσω του στόλου της, η Ελλάδα υπερβαίνει τα στενά χερσαία της σύνορα. Μετατρέπει την ανάγκη για επιβίωση σε παγκόσμια οικονομική και πολιτισμική παρουσία. Αυτή η διαρκής κίνηση προσδίδει στο έθνος ένα εκτόπισμα πολύ μεγαλύτερο από το γεωγραφικό του μέγεθος.

Και τελικά, η ελληνική ναυτιλία αποδεικνύει ότι η πραγματική πατρίδα ενός θαλασσινού λαού δεν ορίζεται μόνο από το έδαφος που κατέχει, αλλά και από την ελευθερία που κατακτά στον ανοιχτό ορίζοντα των θαλασσών. Ο ελληνικός εμπορικός στόλος, ο μεγαλύτερος παγκοσμίως σε χωρητικότητα, διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο στη λειτουργία της παγκόσμιας οικονομίας. Μεταφέρει ενέργεια. Μεταφέρει τρόφιμα. Μεταφέρει κρίσιμα αγαθά. Αυτό αποτελεί όχι μόνο οικονομικό πλεονέκτημα. Αποτελεί γεωπολιτική ισχύ. Και όμως, αυτή η ισχύς δεν έχει αξιοποιηθεί πλήρως.

Η ελληνική ναυτιλία παραμένει σε σημαντικό βαθμό εκτός της συνολικής στρατηγικής εξωτερικής πολιτικής.

Η δομή της ναυτιλιακής μας στρατηγικής είναι πλέον καιρός να απαλλαγεί από ξεπερασμένα στερεότυπα. Απαιτείται μια νέα προσέγγιση. Μια προσέγγιση βασισμένη στον αμοιβαίο σεβασμό και στην καθαρή αναγνώριση τόσο του κοινού όσο και του διακριτού πεδίου δράσης ανάμεσα στο κράτος και την ελληνική ναυτιλία. Και το επισημαίνω αυτό, διότι η ελληνική ναυτιλία διαθέτει ευρύτερο διεθνές αποτύπωμα και πεδίο δραστηριότητας από εκείνο που παραδοσιακά καλύπτει η κρατική πολιτική. Η σύγκλιση των δύο, χωρίς σύγχυση ρόλων αλλά με στρατηγική συμπληρωματικότητα, είναι προϋπόθεση εθνικής ισχύος.

Η Ελλάδα μπορεί και πρέπει να εντάξει τη ναυτιλία στον πυρήνα της στρατηγικής της. Η έννοια της ναυτικής ασφάλειας βρίσκεται σήμερα στο επίκεντρο. Οι θαλάσσιες γραμμές επικοινωνίας, οι γνωστές sea lines, είναι οι βασικές αρτηρίες της παγκόσμιας οικονομίας. Όταν διαταράσσονται, οι συνέπειες είναι άμεσες. Το βλέπουμε ήδη. Από τα Στενά του Ορμούζ μέχρι την Ερυθρά Θάλασσα, και από τη Μαύρη Θάλασσα μέχρι την Ανατολική Μεσόγειο, οι απειλές αυξάνονται. Επιθέσεις σε πλοία. Ασυμμετρικές απειλές. Πολιτικοποίηση της ναυσιπλοΐας. Απόπειρες ελέγχου των θαλάσσιων διαδρόμων. Διατάραξη της ελευθερίας της ναυσιπλοΐας. Και αυτή η εξέλιξη δεν είναι αφηρημένη.

Η Ανατολική Μεσόγειος και οι θαλάσσιοι διάδρομοι που τη συνδέουν με τον κόσμο δοκιμάζονται ήδη από μια νέα πραγματικότητα αστάθειας. Οι επιθέσεις κατά πλοίων, ακόμη και ελληνικών, στα Στενά του Ορμούζ, υπενθυμίζουν με τον πιο σαφή τρόπο ότι η ελευθερία της ναυσιπλοΐας δεν είναι αυτονόητη. Είναι θεμέλιο της διεθνούς οικονομίας, της ενεργειακής ασφάλειας και της γεωπολιτικής ισορροπίας.

Το ίδιο ισχύει και για τη Μαύρη Θάλασσα, όπου ο πόλεμος, η στρατιωτικοποίηση της περιοχής, οι επιθέσεις σε εμπορικές υποδομές και οι διαρκείς κίνδυνοι για τη ναυσιπλοΐα αποκαλύπτουν πόσο εύκολα ένας θαλάσσιος χώρος ζωτικής σημασίας μπορεί να μετατραπεί σε πεδίο αβεβαιότητας με διεθνείς συνέπειες.

Η αστάθεια εκεί δεν αφορά μόνο τα παράκτια κράτη. Επηρεάζει τις ροές εμπορίου, την ασφάλεια τροφίμων, την ενεργειακή ισορροπία και τελικά την ίδια τη στρατηγική σταθερότητα της ευρύτερης περιοχής. Απέναντι σε αυτή την πρόκληση, η Ελλάδα δεν μπορεί να είναι απλός παρατηρητής.

Με τη ναυτική της παράδοση, τη γεωπολιτική της θέση και την προσήλωσή της στο Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας, μπορεί να λειτουργήσει ως δύναμη σταθερότητας, συνεργασίας και ευθύνης. Γιατί η θαλάσσια ασφάλεια δεν αφορά μόνο τα πλοία. Αφορά την ειρήνη, την ευημερία και τη διεθνή σταθερότητα.

Η ναυτιλία μετατρέπεται ολοένα και περισσότερο σε εργαλείο πίεσης. Η ενεργειακή ασφάλεια επηρεάζεται. Οι εφοδιαστικές αλυσίδες διαταράσσονται. Το κόστος μεταφοράς αυξάνεται. Η αβεβαιότητα διαχέεται στις αγορές.

Η θάλασσα δεν είναι πλέον ουδέτερος χώρος. Είναι πεδίο στρατηγικής αντιπαράθεσης. Η ασφάλεια της ναυσιπλοΐας δεν περιορίζεται στη φυσική προστασία των θαλάσσιων οδών. Ούτε μόνο στην ασφάλεια των λιμένων και των υποδομών. Αγγίζει βαθύτερα ζητήματα. Την ανθεκτικότητα των διεθνών κανόνων. Τα όρια της ισχύος. Την ίδια την αρχιτεκτονική της παγκόσμιας σταθερότητας.

Σε έναν κόσμο όπου τα σύνορα μετατοπίζονται, όπου οι εγγυήσεις ασφαλείας δοκιμάζονται, η θάλασσα γίνεται για άλλη μια φορά ο πρώτος καθρέφτης των γεωπολιτικών μεταβολών.

Θα ήθελα, όμως, στο σημείο αυτό να προσθέσω και ορισμένες νέες προκλήσεις, που ήδη διαμορφώνουν τον παγκόσμιο ναυτιλιακό χάρτη.

Μία από αυτές είναι το λιώσιμο των πάγων στην Αρκτική και το σταδιακό άνοιγμα του Polar Route.

Η εξέλιξη αυτή δημιουργεί νέα δεδομένα.

Ανοίγει νέες δυνατότητες για τις θαλάσσιες μεταφορές.

Ταυτόχρονα, όμως, δημιουργεί και νέους κινδύνους, τόσο στρατηγικούς όσο και περιβαλλοντικούς.

Η πρόσβαση σε νέες θαλάσσιες οδούς δεν σημαίνει αυτομάτως και σταθερότητα.

Σημαίνει νέα πεδία ανταγωνισμού, νέες διεκδικήσεις και νέες ανάγκες ρύθμισης.

Παράλληλα, δεν μπορούμε να αγνοήσουμε ότι ο γεωπολιτικός ανταγωνισμός μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Κίνας επηρεάζει άμεσα την Ανατολική Σινική Θάλασσα, κυρίως λόγω της Ταϊβάν.

Μια ενδεχόμενη κρίση στην περιοχή αυτή δεν θα είναι τοπική.

Θα έχει άμεσες συνέπειες στο σύνολο του παγκόσμιου θαλάσσιου εμπορίου, στις εφοδιαστικές αλυσίδες, στις ροές ενέργειας, αλλά και στη συνολική ισορροπία της διεθνούς οικονομίας.

Τέλος, θεωρώ ότι και ο γεωοικονομικός ανταγωνισμός, μέσα από δασμούς, κυρώσεις και εμπάργκο, αποτελεί πλέον μείζονα πρόκληση για τη ναυτιλία.

Και αυτό γιατί από τη μια στιγμή στην άλλη μπορεί να αλλάξει το πλαίσιο λειτουργίας των αγορών και να επηρεαστούν άμεσα οι εμπορικές ροές και το διεθνές θαλάσσιο εμπόριο.

Η ναυτιλία καλείται πλέον να λειτουργεί όχι μόνο μέσα σε ένα περιβάλλον γεωπολιτικής αβεβαιότητας, αλλά και μέσα σε ένα πεδίο διαρκούς γεωοικονομικής αναδιάταξης.

Το διεθνές κανονιστικό πλαίσιο δοκιμάζεται. Η Σύμβαση για το Δίκαιο της Θάλασσας αμφισβητείται στην πράξη. Μονομερείς διεκδικήσεις. Στρατιωτικοποίηση περιοχών. Εργαλειοποίηση δικαιωμάτων. Απόπειρες δημιουργίας τετελεσμένων.

Η μετάβαση από τη νομιμότητα στην ισχύ είναι πλέον ορατή. Απέναντι σε αυτή την πραγματικότητα, η Ελλάδα παραμένει σταθερή. Στο διεθνές δίκαιο. Στις αρχές. Στη σταθερότητα. Δεν επιδιώκει την ένταση, αλλά δεν αποδέχεται και την αμφισβήτηση της νομιμότητας. Γιατί η ασάφεια στη θάλασσα πολύ συχνά προαναγγέλλει την αστάθεια στην ξηρά.

Η Ανατολική Μεσόγειος, η Μαύρη Θάλασσα, η ευρύτερη περιοχή που συνδέει την Ευρώπη με τη Μέση Ανατολή και την Αφρική, αποτελούν πλέον ενιαίο στρατηγικό τόξο. Και μέσα σε αυτό το τόξο, η Ελλάδα δεν είναι ένας απλός παρατηρητής. Είναι κρίσιμος γεωπολιτικός κόμβος. Το γεωγραφικό μας αποτύπωμα, σε συνδυασμό με τη ναυτιλιακή μας ισχύ, καθιστά τη χώρα μας πυλώνα διαμετακόμισης, ασφάλειας και σταθερότητας.

Οι Διεθνείς Οργανισμοί έχουν ρόλο, αλλά δεν επαρκούν από μόνοι τους. Απαιτείται συντονισμός. Απαιτείται πολιτική βούληση. Απαιτείται επιχειρησιακή προσαρμογή στη νέα πραγματικότητα.

Ο Διεθνής Ναυτιλιακός Οργανισμός διαμορφώνει το κανονιστικό πλαίσιο. Ο ΟΗΕ θέτει τις θεμελιώδεις αρχές του διεθνούς δικαίου. Όμως, οι σύγχρονες απειλές είναι πιο σύνθετες. Πιο υβριδικές. Πιο απρόβλεπτες. Γι’ αυτό και οι απαντήσεις δεν μπορούν να είναι αποσπασματικές.

Ο ρόλος των Ηνωμένων Πολιτειών παραμένει καθοριστικός.

Ιδίως στη Μεσόγειο και στις ευρύτερες θαλάσσιες ζώνες στρατηγικού ενδιαφέροντος.

Η στρατηγική σχέση Ελλάδας και Ηνωμένων Πολιτειών επιβεβαιώνει μια βασική πραγματικότητα.

Ότι η Ελλάδα αποτελεί σήμερα βασικό πυλώνα ναυτικής σταθερότητας στην περιοχή.

Ταυτόχρονα, και το ΝΑΤΟ καλείται να προσαρμοστεί.

Να μην προασπίζει μόνο εδάφη, αλλά και θαλάσσιες ζώνες.

Να προλαμβάνει τη θαλάσσια αστάθεια.

Να αντιλαμβάνεται ότι η ασφάλεια δεν σταματά στις ακτές.

Κυρίες και κύριοι,

Η Ανατολική Μεσόγειος μάς καλεί να ξανασκεφτούμε τον ρόλο μας όχι με όρους παθητικής προσαρμογής, αλλά με όρους πρωτοβουλίας και ευθύνης.

Η θάλασσα αυτή υπήρξε διαχρονικά πεδίο ανταγωνισμών, αλλά και χώρος συνάντησης πολιτισμών και συμφερόντων.

Σήμερα, μέσα σε ένα περιβάλλον αυξημένης αστάθειας, επιστρέφει στο επίκεντρο των διεθνών εξελίξεων, αναδεικνύοντας ταυτόχρονα τις προκλήσεις και τις δυνατότητες που φέρει.

Η ασφάλεια στη Μεσόγειο δεν μπορεί να οικοδομηθεί χωρίς διάλογο, χωρίς εμπιστοσύνη, χωρίς σεβασμό στο Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας.

Και ο διάλογος αυτός δεν είναι ένδειξη αδυναμίας.

Είναι η πιο ώριμη έκφραση ισχύος.

Η Ελλάδα, με το ιστορικό της βάθος, τη γεωπολιτική της θέση και τη ναυτική της ταυτότητα, μπορεί να λειτουργήσει ως γέφυρα.

Ως δύναμη σταθερότητας, συνεννόησης και προοπτικής.

Όχι απλώς ως μέρος των εξελίξεων, αλλά ως διαμορφωτής τους.

Σε μια εποχή που οι εντάσεις πολλαπλασιάζονται και οι βεβαιότητες μειώνονται, η χώρα μας έχει τη δυνατότητα να επενδύσει σε μια στρατηγική που ενώνει: να καλλιεργεί συνεργασίες, να ενισχύει την ενεργειακή και θαλάσσια διασύνδεση, να προωθεί την ειρήνη και τη σταθερότητα.

Γιατί τελικά, η Μεσόγειος δεν είναι ένα σύνορο που χωρίζει.

Είναι ένας χώρος που μπορεί να ενώνει.

Και η Ελλάδα μπορεί — και πρέπει — να βρίσκεται στην πρώτη γραμμή αυτής της προσπάθειας».

Διαβάστε επίσης

Επανεξελέγη πρόεδρος στη Ναυτιλιακή Λέσχη Χίων, ο Αντώνης Πιτσιλός

Κρίσεις Ανωτάτων Αξιωματικών Λιμενικού Σώματος – Ελληνικής Ακτοφυλακής έτους 2026

Θάνος Πετραλιάς: Η έκθεση του ΟΟΣΑ αναδεικνύει την πρόοδο που έχει συντελεστεί στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια