ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
Το πατριωτικό αίσθημα των ψηφοφόρων ενάντια στην «πώληση» των ΗΠΑ, επιχείρησε να ξυπνήσει ο Ντόναλντ Τραμπ, κατά την πρώτη του προσπάθεια να κατακτήσει την προεδρία των ΗΠΑ το 2016, αφού μέρες πριν από τις εκλογές καταδίκαζε το «διεφθαρμένο πολιτικό σύστημα» και την «εξουσία που απογύμνωσε την οικονομία βάζοντας χρήματα στις τσέπες μιας μερίδας εταιρειών-κολοσσών και ισχυρών πολιτικών προσώπων».
Μάλιστα, στο βίντεο της τελευταίας του προεκλογικής καμπάνιας, οι πολίτες παρακολούθησαν μονταρισμένα πλάνα της αντιπάλου του Χίλαρι Κλίντον και άλλων εμβληματικών προσωπικοτήτων της οικονομικής και πολιτικής ελίτ (όπως ο Λόιντ Μπλάνκφαϊν, πρώην CEO της Goldman Sachs), να φιγουράρουν μαζί με τα απογοητευμένα πρόσωπα απλών ανθρώπων της εργατικής τάξης.
Δείτε το επίμαχο βίντεο της προεκλογικής καμπάνιας του 2016
Ωστόσο, η συγκεκριμένη καμπάνια φάνηκε να είναι καλά μελετημένη, αφού οι ειδικοί τονίζουν ότι περιείχε και μια μεγάλη δόση αλήθειας.
Οι κυβερνήσεις και τα εγκλήματα «λευκού κολάρου»
Το ποινικό σύστημα των ΗΠΑ υπήρξε ανέκαθεν πιο επιεικές και λιγότερο τιμωρητικό απέναντι στους πιο εύπορους και τους “well connected”, όσους δηλαδή έχουν ένα καλό «μέσο», συγκριτικά με άλλους πολίτες.
Με την πάροδο του χρόνου, το τεράστιο αυτό χάσμα στο θέμα των ποινών, έχει δεχτεί αρκετές μεταβολές.
Ωστόσο, η «ψαλίδα» διευρύνθηκε περισσότερο τη δεκαετία του 1980, όπου ενώ η αμερικανική οικονομία αναπτύχθηκε, τα οφέλη συγκεντρώθηκαν σε αυτούς τους λίγους που βρίσκονταν στην κορυφή.
Παρότι οι πολιτειακοί και ομοσπονδιακοί εισαγγελείς φυλάκισαν έναν αριθμό-ρεκόρ ανθρώπων που διέπραξαν βίαια εγκλήματα και αδικήματα σχετιζόμενα με περιουσίες ή ναρκωτικά, υποχώρησαν από τη δίωξη και την τιμωρία του λεγόμενου εταιρικού εγκλήματος ή «λευκού κολάρου», παρά το μπαράζ αδικημάτων που έχει σημειωθεί σε επίπεδο ελίτ.
Επισημαίνεται ότι ο όρος “white-collar crimes”, αναφέρθηκε αρχικά το 1939 από τον Αμερικανό εγκληματολόγο Έντγουιν Σάδερλαντ, ο οποίος διευκρίνισε ότι αυτά τα εγκλήματα χαρακτηρίζονται από δόλο και κατάχρηση εμπιστοσύνης προς το οικονομικό όφελος.
Όπως αναφέρει η Μαρί Γκόττσαλκ στο βιβλίο της με τίτλο: “Crime and No Punishment: Wealth, Power, and Violence in America”, η οικονομική ανισότητα, η χορήγηση “subprime” δανείων σε δανειολήπτες με χαμηλή πιστοληπτική ικανότητα που οδήγησε σε κατάρρευση τραπεζών, καθώς κα η αγορά των ομολόγων υψηλού κινδύνου (junk bonds) για τη χρηματοδότηση εξαγορών – που επίσης παρουσίασε σημαντική αστάθεια και κρίσεις τη δεκαετία του ’80 – ανάγκασαν το Κογκρέσο και την κυβέρνηση Τζορτζ Μπους του πρεσβυτέρου, να επιβάλουν κάποιες δικλίδες ασφαλείας, προκειμένου να αυξήσουν τους πόρους για τη δίωξη του εγκλήματος “white-collar”.

Ωστόσο, η κυβέρνηση Κλίντον και όσες την διαδέχτηκαν, χαλάρωσαν αυτούς τους κανονισμούς, ενθαρρύνοντας την αποποινικοποίηση του εταιρικού εγκλήματος, μια τάση που συνεχίστηκε από την κυβέρνηση Τραμπ, αφού πρόσφερε μια σειρά από χάρες σε άτομα που καταδικάστηκαν για απάτη και άλλα οικονομικά εγκλήματα.
“The Great Crime Decline”
Με την πτώση της εγκληματικότητας στις ΗΠΑ, γνωστή ως “The Great Crime Decline” που ξεκίνησε στις αρχές της δεκαετίας του 1990 και διήρκεσε για πάνω από δύο δεκαετίες, ξεκίνησαν να χαλαρώνουν και τα μέτρα που είχαν θεσπιστεί ενάντια στα «κύματα» εταιρικού εγκλήματος και τις δόλιες πρακτικές για την εισαγωγή στο χρηματιστήριο, που οδήγησαν στο «σκάσιμο» της φούσκας των dot-com.
Μεταξύ 2000 και 2002, πολλές εταιρείες χρεοκόπησαν, ενώ άλλες (όπως η Amazon και η Google) επιβίωσαν και κυριάρχησαν στο επιχειρηματικό γίγνεσθαι.
Μεταξύ των εταιρειών που κατέρρευσαν, βρέθηκε και ο αμερικανικός ενεργειακός κολοσσός Enron Corporation με έδρα το Χιούστον.
Τότε ήταν που αποκαλύφθηκε ένα από τα μεγαλύτερα οικονομικά σκάνδαλα στην ιστορία των ΗΠΑ, αφού η εταιρεία χρησιμοποιούσε «οντότητες ειδικού σκοπού» (special purpose entities) προκειμένου να αποκρύπτει χρέη και να διογκώνει τα κέρδη της, παρουσιάζοντας μια ψευδή εικόνα οικονομικής ευρωστίας.
Το αποτέλεσμα ήταν η απώλεια 63 δισεκατομμυρίων δολαρίων, ενώ χιλιάδες εργαζόμενοι βρέθηκαν ξαφνικά στον δρόμο.
Πώς η 11η Σεπτεμβρίου ανέτρεψε τα δεδομένα
Το 2001, ήταν η χρονιά που σημειώθηκαν οι πιο θανατηφόρες τρομοκρατικές επιθέσεις στην παγκόσμια ιστορία, με αποτέλεσμα να χάσουν τη ζωή τους πάνω από 3.000 άνθρωποι και να τραυματιστούν χιλιάδες άλλοι.
Θυμόμαστε όλοι εκείνο το «μαύρο» πρωινό, όπου τέσσερα επιβατικά αεροσκάφη καταλήφθηκαν εν πτήση από 19 τρομοκράτες της Αλ Κάιντα, και στη συνέχεια σκόρπισαν τον θάνατο στις ΗΠΑ.
Χαραγμένες στις μνήμες μας είναι εκείνες οι μοιραίες πτήσεις 11 της American Airlines και 175 της United Airlines, που έπεσαν στο Παγκόσμιο Κέντρο Εμπορίου, τους δύο πύργους των 110 ορόφων, οι οποίοι κατέρρευσαν σαν τραπουλόχαρτα μέσα σε μία ώρα και σαράντα δύο λεπτά, βυθίζοντας στο πένθος ολόκληρο τον πλανήτη.
Σε αυτό το ζοφερό περιβάλλον, όσοι έμειναν πίσω έπρεπε να αντιμετωπίσουν και τον οικονομικό αντίκτυπο των επιθέσεων.
Τα χρηματιστήρια παρέμειναν κλειστά μέχρι τις 17 Σεπτεμβρίου και όταν άνοιξαν ξανά, ο Dow Jones υποχώρησε κατά 684 μονάδες, ή 7,1%, στις 8921 μονάδες, σημειώνοντας βουτιά ρεκόρ μέσα σε μία μέρα.
Παράλληλα, οι αμερικανικές μετοχές έχασαν 1,4 τρισεκατομμύρια δολάρια σε αξία εκείνη την εβδομάδα.
Στη Νέα Υόρκη, χάθηκαν, μεταξύ άλλων, περίπου 430.000 μήνες εργασίας και 2,8 δισ. δολάρια σε μισθούς τους πρώτους τρεις μήνες μετά τις επιθέσεις, ενώ το ΑΕΠ της πόλης υπολογίστηκε ότι μειώθηκε κατά 27,3 δισ. δολάρια για τους τελευταίους τρεις μήνες του 2001 και για όλο το 2002.
Πώς μειώθηκαν οι έρευνες
Ωστόσο, την παραμονή των επιθέσεων, περίπου 1.700 πράκτορες του FBI είχαν αναλάβει τη διερεύνηση εγκλημάτων «λευκού κολάρου», αλλά μέχρι την οικονομική κρίση του 2008, ο αριθμός αυτός είχε μειωθεί κατά 625 πράκτορες, ή περίπου 36%, καθώς οι ΗΠΑ διοχέτευσαν πόρους στη μάχη κατά της τρομοκρατίας.
Η κυβέρνηση Μπους, η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ (Fed) και άλλες ρυθμιστικές αρχές δεν έδωσαν μεγάλη σημασία σε αναφορές για αυξανόμενη απάτη στην αγορά τίτλων που υποστηρίζονταν από στεγαστικά δάνεια (Mortgage-Backed Securities – MBS) και δεν συνέχισαν την προσπάθεια κατά του εταιρικού εγκλήματος.
Από το σκάνδαλο των ενυπόθηκων δανείων υψηλού κινδύνου που πυροδότησε τη Μεγάλη Ύφεση, τα νοικοκυριά των ΗΠΑ έχασαν περίπου 19 έως 22 τρισεκατομμύρια δολάρια, συμπεριλαμβανομένων ακινήτων, μετοχών και συνταξιοδοτικών αποταμιεύσεων.
Ταυτόχρονα, εκατομμύρια πολίτες έχασαν τα σπίτια τους, πολλά από αυτά λόγω δόλιων κατασχέσεων από τράπεζες, γεγονός που έθεσε τα θεμέλια για τη σημερινή στεγαστική κρίση, όπως υποστηρίζουν οι ειδικοί.
Υπό τον πρόεδρο Ομπάμα, το υπουργείο Δικαιοσύνης άσκησε δίωξη σε εκατοντάδες άτομα σε σχέση με τα ενυπόθηκα δάνεια υψηλού κινδύνου και των κατασχέσεων, όμως τα μεγάλα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα και τα ανώτερα στελέχη τους, δεν επηρεάστηκαν ουσιαστικά.
Αν και οι τράπεζες αναγκάστηκαν τελικά να πληρώσουν πρόστιμα πολλών δισεκατομμυρίων δολαρίων, τα ποσά ήταν μηδαμινά σε σχέση με τα τεράστια κέρδη που αποκόμισαν.
Αξίζει να σημειωθεί ότι όταν ο τότε πρόεδρος της Fed, Μπεν Μπερνάνκι, αποχώρησε από το αξίωμα, παραδέχτηκε ότι την περίοδο της κρίσης, οι περισσότεροι τραπεζίτες θα έπρεπε να είχαν σταλεί στη φυλακή.
«Νόμιμες απάτες»
Περί το 1930, σχεδιάστηκαν οι συμφωνίες DPA και NPA μεταξύ αρχών όπως το υπουργείο Δικαιοσύνης των ΗΠΑ – DOJ και εταιρειών που αντιμετώπιζαν κατηγορίες για αδικήματα όπως διαφθορά ή απάτη.
Αυτό έγινε για να προστατευτούν οι άποροι και νέοι κατηγορούμενοι από το στίγμα του ποινικού μητρώου.
Εντούτοις, τις τελευταίες δύο δεκαετίες έχουν εμφανιστεί ως κύριος μηχανισμός για την αντιμετώπιση σημαντικών υποθέσεων εταιρικού εγκλήματος, καθώς οι εταιρείες και όχι τα στελέχη τους, έγιναν οι κύριοι κατηγορούμενοι.
Στην περίπτωση της συμφωνίας DPA (Deferred Prosecution Agreement), η εισαγγελία απαγγέλλει κατηγορίες αλλά «παγώνει» τη δίωξη για ένα διάστημα.
Αν η εταιρεία συμμορφωθεί με συγκεκριμένους όρους (π.χ. πρόστιμα, αλλαγή εσωτερικών ελέγχων), οι κατηγορίες αποσύρονται.
Στην NPA (Non-Prosecution Agreement), οι κατηγορίες δεν κατατίθενται καν στο δικαστήριο, ενώ η συμφωνία παραμένει μεταξύ της αρχής και της εταιρείας, εφόσον η τελευταία συνεργαστεί πλήρως με τα ζητούμενα, που μπορεί να είναι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις ή αποζημίωση των θυμάτων για ηθική βλάβη.

Αυτά τα “deals” αφορούν υποθέσεις πολλών δισεκατομμυρίων δολαρίων, ξέπλυμα χρήματος, μίζες, δωροδοκίες, απάτες με στεγαστικά δάνεια, ακόμη και συμπαιγνία στον καθορισμό επιτοκίων.
Με άλλα λόγια, αν ζούσε ο Αλ Καπόνε, θα έκανε λόγο για «νόμιμες απάτες!».
Όμως, μέσω των DPA και NPA δεν αποδίδεται πάντα δικαιοσύνη, καθώς οριστικοποιούνται με βάση εσωτερικές έρευνες που διεξάγονται από την ίδια την επιχείρηση, συνήθως με τη βοήθεια εξωτερικών δικηγορικών γραφείων, και όχι από τις αρχές επιβολής του νόμου ή τις δημόσιες ρυθμιστικές αρχές.
Επιπλέον, οι επιχειρήσεις και τα ανώτερα στελέχη τους σπάνια τιμωρούνται για παραβίαση των όρων των συμφωνιών, αφού σπανίως παρακολουθούνται στενά από το υπουργείο Δικαιοσύνης.
Κλονίζεται η εμπιστοσύνη
Έτσι, η διαρκής και παταγώδης αποτυχία στο να λογοδοτήσουν τελικά οι μεγάλες εταιρείες και τα στελέχη τους, έχει συμβάλει στην κατακόρυφη πτώση της εμπιστοσύνης στην κυβέρνηση, ενώ συχνά γίνεται λόγος για πλήγμα στη δημοκρατία.
Αυτές οι τάσεις δείχνουν μόνο σημάδια επιδείνωσης, υπό μια κυβέρνηση που αγνοεί ή αδιαφορεί ακόμη και για τα πιο κραυγαλέα εταιρικά εγκλήματα.
Μάλιστα, σύμφωνα με την ομάδα υπεράσπισης των δικαιωμάτων των καταναλωτών Public Citizen, το 2025, η κυβέρνηση Τραμπ ακύρωσε 145 από 153 ομοσπονδιακές ενέργειες επιβολής του νόμου που «κληρονόμησε» από την κυβέρνηση Μπάιντεν.
Στη συνέχεια, 31 από αυτές τις εταιρείες – συμπεριλαμβανομένων των Meta, Bank of America και Amazon.com – προέβησαν σε δωρεές για να χρηματοδοτήσουν είτε την ορκωμοσία του Τραμπ, είτε τη νέα αίθουσα χορού του Λευκού Οίκου, η οποία έχει προγραμματιστεί να ολοκληρωθεί για το πάρτι των 250ών γενεθλίων των ΗΠΑ την 4η Ιουλίου 2026.
Όπως αναφέρει το Bloomberg, στη Συνταγματική Συνέλευση του 1787 (Constitutional Convention), γνωστή και ως Συνέλευση της Φιλαδέλφειας, όπου ψηφίστηκε το Σύνταγμα των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής, ο απεσταλμένος της Βιρτζίνια, Τζορτζ Μέισον, προειδοποίησε ότι «αν δεν λάβουμε μέτρα κατά της διαφθοράς, η κυβέρνησή μας σύντομα θα φτάσει στο τέλος της».
Έμεινε στην ιστορία ως ένας από τους τρεις που αρνήθηκαν να υπογράψουν το Σύνταγμα…
Σήμερα, μια ανάσα πριν από τον εορτασμό των σημαντικών γενεθλίων της Αμερικής στον Λευκό Οίκο, ένας μεγάλος αριθμός επιχειρήσεων και τα στελέχη τους εξακολουθούν να είναι «άτρωτα» μπροστά στις ποινικές διώξεις.
Σε κάθε περίπτωση, το γεγονός αυτό δεν περνά απαρατήρητο από τους Αμερικανούς, οι οποίοι μιλούν για το πολιτικό κόστος, κάτι που έχει ξεκινήσει ήδη από τις παλινωδίες του Τραμπ σε σχέση με τους δασμούς.
Οι τελευταίες εξελίξεις στη Μέση Ανατολή, είναι απλά το «κερασάκι στην τούρτα»…
Διαβάστε επίσης:
Μοιραστείτε την άποψή σας
ΣχόλιαΓια να σχολιάσετε χρησιμοποιήστε ένα ψευδώνυμο. Παρακαλούμε σχολιάζετε με σεβασμό. Χρησιμοποιείτε κατανοητή γλώσσα και αποφύγετε διατυπώσεις που θα μπορούσαν να παρερμηνευτούν ή να θεωρηθούν προσβλητικές. Με την ανάρτηση σχολίου, συμφωνείτε να τηρείτε τους Όρους του ιστότοπου contact Δημιουργήστε το account σας εδώ, για να κάνετε like, dislike ή report ακατάλληλα/προσβλητικά σχόλια.