Επανεξετάζονται τα μέτρα για την αγορά ενέργειας που είχαν ληφθεί το 2022 από το Υπουργείο Ενέργειας, στο πλαίσιο μιας προληπτικής προετοιμασίας για την περίπτωση που τον επόμενο μήνα ή αργότερα οι τιμές στη χονδρεμπορική αγορά αυξηθούν σημαντικά.

Σημειώνεται ότι τις πρώτες 11 ημέρες του Μαρτίου η μέση τιμή χονδρεμπορικής διαμορφώθηκε στα 88 ερώ/μεγαβατώρα καθώς οι αυξημένες τιμές του φυσικού αερίο ακόμη δεν έχουν επηρεάσει τις τιμές ενέργειας, κάτι που αναμένεται από τον επόμενο μήνα. Ταυτόχρονα,  η χαμηλή ζήτηση και η μεγάλη συμμετοχή των ΑΠΕ και των υδροηλεκτρικών συμβάλλουν στη συγκράτηση των τιμών. Η τιμή της επόμενης μέρας για σήμερα Πέμπτη διαμορφώνεται στα 102 ευρώ /μεγαβατώρα και εκτιμάται ότι και τον επόμενο μήνα ακόμη και αν υπάρξουν αυξήσεις, θα είναι περιορισμένες.

1

Στους κύκλους του ΥΠΕΝ, επικρατεί αισιοδοξία, ότι στη σημερινή συγκυρία κυριαρχεί εγκράτεια και δεν θα δούμε τις τιμές του 2022 στο φυσικό αέριο και την ηλεκτρική ενέργεια. Ωστόσο, αν οι τιμές αν η κρίση στη Μέση Ανατολή συνεχιστεί και κάποια στιγμή η τιμή στη χονδρεμπορική ξεπεράσει τα 150 ευρώ/μεγαβατώρα και αυξάνεται η τιμή φυσικού αερίου, θα  χρειαστεί να ενεργοποιηθούν οι επιδοτήσεις και τότε θα πρέπει το υπουργείο αν είναι σε ετοιμότητα να λάβει μέτρα.

Τα μέτρα που είχαν ληφθεί το 2022 ήταν οι κοινές αγορές φυσικού αερίου από την Ευρώπη από κοινή πλατφόρμα, η μείωση της κατανάλωσης στο ρεύμα, η αύξηση της παραγωγής ενέργειας από λιγνίτη και η φορολόγηση υπρκερδών από διυλιστήρια και παραγωγή και προμήθεια ενέργειας. Τα μέτρα αυτά είναι στο τραπέζι και από αυτά κάποια δεν θα ενεργοποιηθούν όπως η επιστροφή στο λιγνίτη ενώ τα υπόλοιπα θα εξεταστούν ανάλογα με τις ανάγκες που θα δημιουργηθούν.

Ωστόσο, σημειώνεται ότι σήμερα η κατάσταση δεν εμπνέει ανησυχία, καθώς οι τιμές φυσικού αερίου βρίσκονται στα επίπεδα των 50 ευρώ είναι όπως και πριν ένα χρόνο και παρά την κρίση κυριαρχεί η αίσθηση ότι υπάρχει επάρκεια εφοδιασμού και ικανά αποθέματα στις αποθήκες ώστε να μην αναμένεται ράλλι τιμών.

Τα διλήμματα της Ευρώπης στο Συμβούλιο Υπουργών Ενέργειας

Πέρα όμως από την επαγρύπνηση για ενδεχόμενες συνέπειες της κρίσης στη Μέση Ανατολή στην αγορά ενέργειας, στην Ευρώπη έχει ανοίξει η συζήτηση για τις παρεμβάσεις που θα μπορούσαν να μειώσουν το ενεργειακό κόστος και να αυξήσουν την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας.

Στο πλαίσιο αυτό στο Συμβούλιο υπουργών Ενέργειας στις 16 Μαρτίου τα θέματα που θα εξεταστούν είναι: η τιμολόγηση ενέργειας με την οριακή τιμή συστήματος (και η εξάρτηση της τιμής της ενέργειας από το φυσικό αέριο, ο ρόλος του ETS (Χρηματιστήριο δικαιωμάτων και αν πρέπει αν γίνουν παρεμβάσεις στη λειτουργία του), οι διασυνδέσεις και η λειτουργία της διασυνδεδεμένης αγοράς.

Στα θέματα αυτά αναφέρουν πηγές του ΥΠΕΝ, αν και υπάρχει συμφωνία για τη σημασία τους, είναι έντονες οι διαφωνίες για το τί πρέπει να κάνει η Κομισιόν και οι εκτίμηση για το επόμενο Συμβούλιο υπουργών Ενέργειας είναι ότι θα γίνουν έντονες ζυμώσεις χωρίς άμεσα αποτελέσματα.

Τιμολόγηση της αγοράς ενέργειας

Η μεταρρύθμιση της ευρωπαϊκής αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας θεωρείται σήμερα ένα από τα πιο κρίσιμα ζητήματα της ενεργειακής πολιτικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η ενεργειακή μετάβαση, η αύξηση των ανανεώσιμων πηγών και οι γεωπολιτικές κρίσεις που επηρεάζουν τις τιμές καυσίμων σημαίνουν ότι η Ευρώπη θα συνεχίσει να αντιμετωπίζει διλήμματα για το πώς πρέπει να λειτουργεί η αγορά ηλεκτρικής ενέργειας.

Στην ουσία, η αντιπαράθεση αφορά την ισορροπία ανάμεσα σε τρεις βασικούς στόχους: τις χαμηλές τιμές για καταναλωτές και βιομηχανία, τη σταθερότητα και τις επενδύσεις στην αγορά ενέργειας και την επιτάχυνση της ενεργειακής μετάβασης με την ανάπτυξη των ανανεώσιμων πηγών.

Το ισχύον ευρωπαϊκό μοντέλο βασίζεται στην οριακή τιμολόγηση (marginal pricing), όπου η τιμή της ηλεκτρικής ενέργειας καθορίζεται από την τελευταία μονάδα παραγωγής που χρειάζεται για να καλυφθεί η ζήτηση, η οποία συχνά είναι μονάδα φυσικού αερίου. Έτσι, η άνοδος των τιμών του αερίου μπορεί να επηρεάσει ολόκληρη την αγορά ηλεκτρικής ενέργειας.

Ορισμένες χώρες ζητούν αλλαγές ώστε να περιοριστεί αυτή η σύνδεση, υποστηρίζοντας ότι οι χαμηλού κόστους τεχνολογίες, όπως οι ΑΠΕ, δεν αντανακλώνται επαρκώς στους λογαριασμούς των καταναλωτών. Άλλοι φορείς, ωστόσο, θεωρούν ότι το σημερινό σύστημα εξασφαλίζει αποδοτική λειτουργία της αγοράς και παρέχει τα σωστά επενδυτικά σήματα για νέες ενεργειακές υποδομές. Ως συμβιβασμός, η ΕΕ ενισχύει τη χρήση μακροχρόνιων συμβολαίων σταθερής τιμής για τη μείωση της μεταβλητότητας των τιμών.

Η άποψη του ελληνικού ΥΠΕΝ είναι, ότι αν και πράγματι η αύξηση της συμμετοχής των ΑΠΕ στο ενεργειακό μίγμα δημιουργεί νέα δεδομένα και ερωτήματα για το πώς πρέπει να τιμολογείται η ενέργειας, δεν έχει βρεθεί ακόμη ικανοποιητική αντιπρόταση στη σημερινή τιμολόγηση με οριακή τιμή συστήματος.

Διασυνδέσεις και διαφωνίες για ενίσχυση διασυνδεσιμότητας

Όσον αφορά τις διασυνδέσεις, από τη μια είναι απαραίτητες για να ενισχύσουν το δίκτυο και την ενιαία ενεργειακή αγορά της Ευρώπης, ωστόσο πολλές χώρες με χαμηλή τιμή ενέργειας, έχουν ενστάσεις για το κατά πόσο θα λειτουργούσε υπέρ τους μια αύξηση της διασυνδεσιμότητας, που θα τις ανάγκαζε να εξάγουν φθηνή ενέργεια αυξάνοντας την εγχώρια τιμή της ενέργειας.

Σημειώνεται, ότι οι ηλεκτρικές διασυνδέσεις μεταξύ χωρών αποτελούν προτεριαότητα της στρατηγικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την ολοκλήρωση της ενιαίας αγοράς ενέργειας και την ενίσχυση της ενεργειακής ασφάλειας. Μέσω των διασυνδέσεων, τα εθνικά συστήματα ηλεκτρικής ενέργειας μπορούν να ανταλλάσσουν ηλεκτρική ισχύ, επιτρέποντας τη μεταφορά ενέργειας από περιοχές με πλεόνασμα παραγωγής σε περιοχές με υψηλότερη ζήτηση. Αυτό συμβάλλει στη βελτίωση της αξιοπιστίας των δικτύων, στη μείωση του κινδύνου ελλείψεων και στη συνολική αποδοτικότερη λειτουργία της ευρωπαϊκής αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας.

Οι διασυνδέσεις αποκτούν ακόμη μεγαλύτερη σημασία στο πλαίσιο της ενεργειακής μετάβασης, καθώς η αυξημένη διείσδυση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας —ιδίως της αιολικής και της ηλιακής— δημιουργεί μεγαλύτερη μεταβλητότητα στην παραγωγή. Ένα πιο διασυνδεδεμένο ευρωπαϊκό δίκτυο επιτρέπει την καλύτερη αξιοποίηση αυτής της παραγωγής, αφού η πλεονάζουσα ενέργεια από μία χώρα μπορεί να μεταφερθεί σε άλλες αγορές όπου υπάρχει ανάγκη.

Ωστόσο, η ενίσχυση της διασυνδεσιμότητας δεν αντιμετωπίζεται με τον ίδιο τρόπο από όλα τα κράτη-μέλη. Ορισμένες χώρες που διαθέτουν χαμηλότερες τιμές ηλεκτρικής ενέργειας, συχνά λόγω υψηλής παραγωγής από υδροηλεκτρικά ή πυρηνικά εργοστάσια, εκφράζουν επιφυλάξεις για τις επιπτώσεις που μπορεί να έχει η αυξημένη διασύνδεση στις εγχώριες αγορές τους. Η βασική τους ανησυχία είναι ότι η μεγαλύτερη δυνατότητα εξαγωγών θα οδηγήσει σε αυξημένη ζήτηση για την φθηνή εγχώρια παραγωγή τους από γειτονικές χώρες με υψηλότερες τιμές.

Σε μια πλήρως διασυνδεδεμένη αγορά, οι τιμές τείνουν να συγκλίνουν. Αυτό σημαίνει ότι η φθηνή ενέργεια μπορεί να κατευθυνθεί προς αγορές όπου η τιμή είναι υψηλότερη, με αποτέλεσμα να αυξάνεται η τιμή και στην εγχώρια αγορά της χώρας που εξάγει. Για τις κυβερνήσεις αυτών των χωρών, το ενδεχόμενο αυτό δημιουργεί πολιτικές και κοινωνικές ανησυχίες, καθώς μπορεί να οδηγήσει σε υψηλότερους λογαριασμούς ηλεκτρικής ενέργειας για τους εγχώριους καταναλωτές.

Έτσι, ενώ οι διασυνδέσεις θεωρούνται κρίσιμες για την ολοκλήρωση της ευρωπαϊκής ενεργειακής αγοράς και για την αποτελεσματική ενσωμάτωση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, η συζήτηση για την επέκτασή τους αναδεικνύει το δύσκολο ισοζύγιο ανάμεσα στην ευρωπαϊκή ολοκλήρωση της αγοράς και στην προστασία των εθνικών ενεργειακών συμφερόντων.

Χρονοδιάγραμμα και οι παρεμβάσεις στο ETS

Τέλος στο επικεντρο της συζήτης είναι το χρονοδιάγραμμα ή και οι παρεμβάσεις στο ETS.

Το Σύστημα Εμπορίας Δικαιωμάτων Εκπομπών της ΕΕ (EU ETS),  αποτελεί τον βασικό μηχανισμό της ευρωπαϊκής πολιτικής για τη μείωση των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα. Η συζήτηση δεν αφορά το αν πρέπει να υπάρχει το σύστημα, αλλά κυρίως το πώς πρέπει να λειτουργεί στο μέλλον, πόσο αυστηρό θα είναι και ποιος θα επωμιστεί το κόστος της ενεργειακής μετάβασης.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει ήδη προχωρήσει σε σημαντική αναθεώρηση του ETS στο πλαίσιο του πακέτου “Fit for 55”, που στοχεύει στη μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου κατά 55% έως το 2030. Οι αλλαγές προβλέπουν τη σταδιακή μείωση του συνολικού αριθμού των διαθέσιμων δικαιωμάτων εκπομπών, γεγονός που αναμένεται να αυξήσει την τιμή του CO₂ και να ενισχύσει τα κίνητρα για επενδύσεις σε καθαρές τεχνολογίες. Παράλληλα, προβλέπεται η σταδιακή κατάργηση των δωρεάν δικαιωμάτων για τη βιομηχανία και η επέκταση του συστήματος σε νέους τομείς, όπως τα κτίρια και οι οδικές μεταφορές.

Οι αλλαγές αυτές έχουν προκαλέσει διαφορετικές αντιδράσεις μεταξύ των κρατών-μελών. Ορισμένες κυβερνήσεις εκφράζουν ανησυχίες ότι το ETS αυξάνει σημαντικά το κόστος της ενέργειας και μπορεί να επηρεάσει την ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής οικονομίας. Η Ιταλία, για παράδειγμα, έχει υποστηρίξει ότι η λειτουργία του ETS οδηγεί σε υψηλότερες τιμές ηλεκτρικής ενέργειας και έχει προτείνει τροποποιήσεις ώστε να περιοριστεί η επίδραση της τιμής του άνθρακα στο ενεργειακό κόστος. Παράλληλα, μια ομάδα κρατών-μελών έχει ζητήσει να εξεταστεί το ενδεχόμενο καθυστέρησης της εφαρμογής της επέκτασης του ETS σε κτίρια και μεταφορές, φοβούμενη ότι θα οδηγήσει σε αυξήσεις στις τιμές των καυσίμων και της θέρμανσης για τα νοικοκυριά.

Στο επίκεντρο της συζήτησης βρίσκεται το νέο σύστημα ETS2, το οποίο θα καλύπτει τα καύσιμα που χρησιμοποιούνται στις οδικές μεταφορές και στη θέρμανση των κτιρίων. Το σύστημα αναμένεται να τεθεί σε εφαρμογή το 2027 και θα μετακυλίει το κόστος των εκπομπών στους προμηθευτές καυσίμων, οι οποίοι με τη σειρά τους πιθανότατα θα το μεταφέρουν στους καταναλωτές. Για να αντιμετωπιστούν οι κοινωνικές επιπτώσεις αυτής της αλλαγής, η ΕΕ έχει δημιουργήσει το Social Climate Fund, ένα χρηματοδοτικό εργαλείο που θα στηρίζει τα ευάλωτα νοικοκυριά και τις μικρές επιχειρήσεις κατά τη διάρκεια της ενεργειακής μετάβασης.

Παρά τις ανησυχίες ορισμένων κυβερνήσεων, αρκετά κράτη-μέλη, θεσμικά όργανα της ΕΕ και φορείς της αγοράς υποστηρίζουν ότι το ETS πρέπει να παραμείνει ισχυρό και σταθερό, καθώς αποτελεί το πιο αποτελεσματικό εργαλείο για τη μείωση των εκπομπών στην Ευρώπη. Υποστηρίζουν επίσης ότι οι συχνές αλλαγές στους κανόνες θα μπορούσαν να δημιουργήσουν επενδυτική αβεβαιότητα και να καθυστερήσουν τις επενδύσεις σε καθαρές τεχνολογίες και ανανεώσιμες πηγές ενέργειας.

Παράλληλα, υπάρχει και μια έντονη συζήτηση μεταξύ της βιομηχανίας και των περιβαλλοντικών οργανώσεων. Πολλές ενεργοβόρες βιομηχανίες ζητούν τη διατήρηση ή την παράταση των δωρεάν δικαιωμάτων εκπομπών, προκειμένου να αποφευχθεί το λεγόμενο carbon leakage, δηλαδή η μεταφορά παραγωγικών δραστηριοτήτων εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης σε χώρες με χαμηλότερους περιβαλλοντικούς περιορισμούς. Αντίθετα, περιβαλλοντικές οργανώσεις υποστηρίζουν ότι το ETS θα πρέπει να γίνει ακόμη πιο αυστηρό, προκειμένου να διασφαλιστεί ότι η Ευρώπη θα πετύχει τους στόχους της για την κλιματική ουδετερότητα.

Στο πλαίσιο της ευρύτερης κλιματικής πολιτικής της, η Ευρωπαϊκή Ένωση προχωρά παράλληλα και σε άλλα εργαλεία, όπως ο Μηχανισμός Συνοριακής Προσαρμογής Άνθρακα (CBAM), ο οποίος θα επιβάλλει κόστος άνθρακα σε ορισμένα εισαγόμενα προϊόντα από το 2026, με στόχο να προστατευθεί η ευρωπαϊκή βιομηχανία από τον αθέμιτο ανταγωνισμό.

Σήμερα το EU ETS καλύπτει περίπου το 40% των συνολικών εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και παραμένει το βασικό εργαλείο της ευρωπαϊκής πολιτικής για το κλίμα. Ωστόσο, καθώς η ΕΕ προχωρά προς πιο φιλόδοξους κλιματικούς στόχους, η ισορροπία ανάμεσα στην περιβαλλοντική φιλοδοξία, την οικονομική ανταγωνιστικότητα και την κοινωνική αποδοχή θα συνεχίσει να αποτελεί ένα από τα πιο σύνθετα ζητήματα της ευρωπαϊκής ενεργειακής πολιτικής.