Για τέταρτη συνεχόμενη ημέρα συνεχίζεται η κλιμάκωση στη Μέση Ανατολή, με νέα  πλήγματα κατά στόχων στην Τεχεράνη, με το Ιράν να απαντά διευρύνοντας το πεδίο των επιθέσεών του προς τα κράτη του Κόλπου σε κρίσιμες υποδομές περιοχή. Μάλιστα το βράδυ της Τρίτης το προξενείο των ΗΠΑ στο Ντουμπάι δέχτηκε επίθεση, ενώ το Ισραήλ συνέχισε την επίθεση του και κατά της Χεζμπολάχ στον Λίβανο.

Το σκηνικό παραμένει ρευστό, με τους περισσότερους διεθνείς παίκτες να προειδοποιούν για τον μεγαλύτερο κίνδυνο μιας ανεξέλεγκτης περιφερειακής ανάφλεξης και με την παγκόσμια οικονομία να δέχεται ήδη έντονες πιέσεις από τις αναταράξεις στην ενέργεια, τις μεταφορές και το εμπόριο.

1

Στο στρατιωτικό επίπεδο, οι επιχειρήσεις των ΗΠΑ και του Ισραήλ εμφανίζονται να στοχεύουν την αποδόμηση των ιρανικών δυνατοτήτων – από εγκαταστάσεις που συνδέονται με το πυραυλικό δίκτυο μέχρι κέντρα διοίκησης και υποδομές ασφαλείας. Παράλληλα, καταγράφονται επιθέσεις και σε περιοχές εκτός της ιρανικής πρωτεύουσας, όπως το Ισφαχάν και η Σιράζ, ενώ υπάρχουν αναφορές για ζημιές και σε ευαίσθητες εγκαταστάσεις που σχετίζονται με το πυρηνικό πρόγραμμα, όπως στη Νατάνζ.

Το Ιράν, από την πλευρά του, επιμένει ότι το κράτος και οι θεσμοί συνεχίζουν να λειτουργούν, επιχειρώντας να εκπέμψει εικόνα ανθεκτικότητας, ενώ παράλληλα συνεχίζει τις επιθέσεις του κατά χωρών του Κόλπου, ενώ προχώρησε σε νέες απειλές, βάζοντας αυτή τη φορά στο στόχαστρο και τις Ευρωπαϊκές χώρες που θα συμμετείχαν σε ενέργειες εναντίον του.

Καθοριστικό μέτωπο παραμένουν τα Στενά του Ορμούζ. Η πιθανότητα διατάραξης της ναυσιπλοΐας – ακόμη και μερικής – προκαλεί άμεσο σοκ στις αγορές πετρελαίου και φυσικού αερίου. Σε αυτό το πλαίσιο, σύμφωνα με δημοσιεύματα, η κυβέρνηση Τραμπ ανακοίνωσε πως θα παρέχει στρατιωτική χερσαία προστασία δεξαμενόπλοιων που διέρχονται από τα Στενά, ώστε να περιοριστεί ο πανικός στις αγορές και να αποτραπεί ένα παρατεταμένο «κλείσιμο» που θα εκτόξευε το ενεργειακό κόστος. Το μέτρο, αν εφαρμοστεί, θα σηματοδοτούσε ουσιαστικά εμπλοκή σε αποστολές συνοδείας με υψηλό ρίσκο, καθώς μια εμπλοκή στη θάλασσα μπορεί να οδηγήσει σε γρήγορη κλιμάκωση.

Η ενεργειακή διάσταση διαμορφώνει ήδη ένα νέο τοπίο: οι τιμές πετρελαίου ανέβηκαν απότομα το πρωί της Τρίτης, το φυσικό αέριο στην Ευρώπη καταγράφει ισχυρά άλματα, ενώ η ναυτιλία επηρεάζεται από περιορισμούς και αυξημένο κόστος ασφάλισης. Ωστόσο, η άνοδος του πετρελαίου περιορίστηκε το βράδυ της Τρίτης μετά και τις δηλώσεις του Ντόναλντ Τραμπ. Παράλληλα, αναφέρονται κινήσεις κρατών και εταιρειών για εύρεση εναλλακτικών διαδρομών εξαγωγής – όπως η αναζήτηση επιλογών που παρακάμπτουν το Ορμούζ μέσω αγωγών και άλλων θαλάσσιων οδών.

Ο Ντόναλντ Τραμπ δήλωσε  ότι η προσωρινή άνοδος στις τιμές καυσίμων είναι «ανεκτή», εφόσον προτεραιότητα είναι η εξουδετέρωση μιας «άμεσης απειλής» από το Ιράν. Την ίδια ώρα, αφήνει να εννοηθεί ότι θα μπορούσε να υπάρξει επόμενη μέρα με νέα ηγεσία στην Τεχεράνη, ενώ τοποθετεί χρονικά τη διάρκεια του πολέμου από «μερικές ημέρες» έως «τέσσερις-πέντε εβδομάδες», χωρίς να αποκλείει μεγαλύτερη παράταση.

Το απόγευμα της Τρίτης ο Αμερικανός Πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ, κατά τη διάρκεια δηλώσεων από τον Λευκό Οίκο, με αφορμή την επίσκεψη του Γερμανού Καγκελάριου Φρίντριχ Μέρτς,  υποστήριξε ότι δεν «τον πίεσε» το Ισραήλ να επιτεθεί στο Ιράν, αλλά αντίθετα «ίσως εκείνος πίεσε το Ισραήλ», λέγοντας πως η πορεία των διαπραγματεύσεων με τη μεσολάβηση του Ομάν τον έπεισε ότι η Τεχεράνη θα επιτεθεί στις ΗΠΑ, παρότι οι αμερικανικές υπηρεσίες πληροφοριών δεν έβλεπαν άμεση απειλή. Αναφέρθηκε επίσης στον Ρεζά Παχλαβί, τον γιο του τελευταίου σάχη, αλλά τον υποβάθμισε, σημειώνοντας ότι καταλληλότερη λύση θα ήταν «κάποιος από το εσωτερικό της χώρας» σε περίπτωση πολιτικής μετάβασης. Παράλληλα, εκτίμησε ότι οι τιμές του πετρελαίου θα υποχωρήσουν μόλις ολοκληρωθούν οι στρατιωτικές επιχειρήσεις των ΗΠΑ στο Ιράν, ενώ δικαιολόγησε την απουσία έγκαιρου σχεδίου εκκένωσης για πρεσβείες και πολίτες λέγοντας ότι ο πόλεμος «εξελίχθηκε πολύ γρήγορα».

Παράλληλα, ο Αμερικανός Πρόεδρος δεν έκρυψε την ενόχληση του για την άρνηση της Ισπανίας και της Βρετανίας να παρέχουν εξυπηρέτηση στις αμερικανικές δυνάμεις που συμμετέχουν στην επιχείρηση «epic furry». Μάλιστα, ο Τραμπ ανακοίνωσε πως ζήτησε να διακοπούν οι εμπορικές σχέσεις ΗΠΑ – Ισπανίας, ενώ αναφέρθηκε σκωπτικά στον Κιρ Στάρμερ λέγοντας πως «δεν έχουμε να αντιμετωπίσουμε τον Τσώρτσιλ».

Στο διπλωματικό πεδίο, η Ευρώπη προσπαθεί να ισορροπήσει ανάμεσα στην ανάγκη αποκλιμάκωσης και στην προστασία των κρατών-μελών και των συμφερόντων της στην Ανατολική Μεσόγειο. Στο επίκεντρο βρέθηκε η Κύπρος, όπου οι επιθέσεις με drones γύρω από τις βρετανικές βάσεις (Ακρωτήρι) ενεργοποίησαν αλυσιδωτές αντιδράσεις. Η Ιταλία προχώρησε σε επίσημο διάβημα, καλώντας τον Ιρανό πρέσβη και τονίζοντας ότι η Κύπρος δεν εμπλέκεται στις επιχειρήσεις, άρα η στοχοποίηση εδάφους κράτους-μέλους της ΕΕ αποτελεί κίνηση που μπορεί να επιδεινώσει δραματικά την κρίση. Η Ελλάδα ενίσχυσε τη Λευκωσία με στρατιωτικά μέσα, ενώ η Γαλλία, η Βρετανία και η Γερμανία προχωρούν σε αντίστοιχες κινήσεις. Μάλιστα, το Λονδίνο, υπό έντονες εσωτερικές πιέσεις, εμφανίζεται να αυξάνει την αμυντική του παρουσία στην περιοχή, με αναφορές για αποστολή αντιτορπιλικού και ελικοπτέρων με δυνατότητες αντιμετώπισης drones.

Σταδιακά οι χώρες της Μέσης Ανατολής ανακοίνωσαν πως ετοιμάζονται για να ανοίξουν ξανά το εναέριο χώρο τους. Η Ιορδανία ανακοίνωσε ότι ανοίγει τον εναέριο χώρο της, ενώ το Ισραήλ σχεδιάζει μερική επαναλειτουργία του αεροδρομίου Μπεν Γκουριόν για περιορισμένες εισερχόμενες πτήσεις επαναπατρισμού. Ευρωπαϊκές χώρες όπως η Γαλλία ανακοίνωσαν πως θα προχωρήσουν σε επαναπατρισμό των πολιτών τους από την περιοχή μόλις αυτό γίνει δυνατό. Παράλληλα, οι ΗΠΑ οργανώνουν στρατιωτικές και ναυλωμένες πτήσεις για απομάκρυνση πολιτών από τη Μέση Ανατολή, καθώς πολλαπλασιάζονται οι προειδοποιήσεις για κίνδυνο νέων επιθέσεων.

Στο μέτωπο του Λιβάνου, η  Χεζμπολάχ εμφανίζεται έτοιμη να κλιμακώσει, ενώ ο ισραηλινός στρατός ανακοινώνει επιχειρήσεις και στοχοποίηση υποδομών της οργάνωσης. Την ίδια στιγμή, ο λιβανικός στρατός προχωρά σε συλλήψεις μελών της Χεζμπολάχ μετά από εκτοξεύσεις ρουκετών/ drones προς το Ισραήλ, με δικαστικές εντολές για εντοπισμό όσων συμμετείχαν. Η κατάσταση αυτή αυξάνει τον κίνδυνο γενικευμένης αποσταθεροποίησης στον Λίβανο και νέου κύματος εκτοπισμένων, την ώρα που ήδη αναφέρονται δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι σε καταφύγια και σημαντικές απώλειες.