Πρωτόγνωρα δεδομένα για το πολιτικό σκηνικό καταγράφουν οι τελευταίες δημοσκοπήσεις, οι οποίες δείχνουν ότι το βασικό ερώτημα των επόμενων εκλογών δεν είναι ποιος θα βγει πρώτος, αλλά ποιος θα βγει δεύτερος.

 Η Νέα Δημοκρατία παραμένει σταθερά στην κορυφή, με διαφορά ασφαλείας από τους αντιπάλους της, χωρίς ωστόσο να έχει «κλειδώσει» την αυτοδυναμία.

1

Την ίδια ώρα, η μάχη για τη δεύτερη θέση εξελίσσεται σε κανονικό πολιτικό θρίλερ. Το ΠΑΣΟΚ του Νίκου Ανδρουλάκη δείχνει να χάνει το μονοπώλιο του βασικού αντιπάλου της Ν.Δ., καθώς στις μετρήσεις η δεύτερη θέση αλλάζει διαρκώς χέρια. Από τον Ανδρουλάκη περνά στην Ζωή Κωνσταντοπούλου, στη συνέχεια στο υπό διαμόρφωση σχήμα της Μαρίας Καρυστιανού και, σε ορισμένα σενάρια, ακόμη και στον Αλέξη Τσίπρα. Αν λάβουμε υπόψιν μας, και το «κόμμα» των αναποφάσιστων ψηφοφόρων δηλαδή όσους βρίσκονται στην «γκρίζα ζώνη», που ολοένα και αυξάνεται, τότε επιβεβαιώνεται με μεγάλη ευκολία η ρευστότητα του πολιτικού σκηνικού.

Με τις ισορροπίες να αλλάζουν από δημοσκόπηση σε δημοσκόπηση, το μόνο βέβαιο είναι ότι η κάλπη θα κρύβει εκπλήξεις – και η δεύτερη θέση θα κριθεί στο νήμα.

Οι μετρήσεις

Οι δημοσκοπήσεις των τελευταίων δύο εβδομάδων αποτυπώνουν με σαφήνεια ότι η Νέα Δημοκρατία διατηρεί ισχυρό προβάδισμα, όμως πίσω της επικρατεί συνθήκη έντονης ρευστότητας, με τα κόμματα της αντιπολίτευσης να δίνουν έναν σκληρό και αμφίρροπο αγώνα για το ποιος θα αναδειχθεί σε βασικός αντίπαλος του Κυριάκου Μητσοτάκη.

Η Νέα Δημοκρατία κινείται σταθερά γύρω από το «ψυχολογικό» όριο του 30% στην εκτίμηση ψήφου, δηλαδή πρώτο και με μεγάλη διαφορά από το δεύτερο κόμμα και ταυτόχρονα όμως πολύ μακρυά από τον πήχη της αυτοδυναμίας.

Συνεπώς, το ενδιαφέρον επικεντώνεται στη δεύτερη θέση, η οποία αλλάζει συνεχώς «χέρια». Το ΠΑΣΟΚ για μεγάλα χρονικά διαστήματα βρίσκεται στην δεύτερη θέση με μικρή διαφορά από το τρίτο κόμμα και κατά καιρούς, στην ίδια θέση έχει ανέβει η Ζωή Κωνσταντοπούλου, η Μαρία Καρυστιανού, ο Αλέξης Τσίπρας αλλά και οι αναποφάσιστοι ψηφοφόροι.

Ειδικότερα, το ΠΑΣΟΚ εμφανίζεται στις περισσότερες δημοσκοπήσεις να κινείται μεταξύ 12% και 14%, καταγράφοντας μια σχετική σταθερότητα αλλά χωρίς δυναμική εκτόξευσης. Το κόμμα του Νίκου Ανδρουλάκη δείχνει να έχει «ταβάνι» σε αυτή τη φάση, καθώς δυσκολεύεται να προσελκύσει μαζικά ψηφοφόρους από τη δεξαμενή των αναποφάσιστων ή από άλλους πολιτικούς χώρους. Παρά τη θεσμική εικόνα και τη μετριοπαθή αντιπολίτευση, το ΠΑΣΟΚ δεν έχει καταφέρει να εδραιώσει με σαφήνεια τον ρόλο της αξιωματικής αντιπολίτευσης στη συνείδηση των πολιτών.

Την ίδια στιγμή, η Πλεύση Ελευθερίας εμφανίζεται ενισχυμένη, με ποσοστά που κυμαίνονται μεταξύ 11% και 13%, ενώ σε ορισμένες μετρήσεις πλησιάζει ή ακόμα και ισοφαρίζει το ΠΑΣΟΚ. Η Ζωή Κωνσταντοπούλου φαίνεται να εκφράζει ένα πιο οργισμένο και αντισυστημικό ακροατήριο, αξιοποιώντας τη δυσαρέσκεια απέναντι στο πολιτικό σύστημα και τις θεσμικές ανεπάρκειες. Η δυναμική αυτή δημιουργεί νευρικότητα στη Χαριλάου Τρικούπη, καθώς η δεύτερη θέση δεν θεωρείται πλέον δεδομένη.

Σε δημοσκόπηση της Interview που μετρά υπό το σενάριο καθόδου νέων κομμάτων, το “κόμμα Καρυστιανού” καταλαμβάνει τη δεύτερη θέση με περίπου 14,5 %, πίσω από τη Νέα Δημοκρατία που παραμένει πρώτη, και μπροστά από το ΠΑΣΟΚ με 10,5 %· το κόμμα υπό τον Αλέξη Τσίπρα συγκεντρώνει περίπου 10 %, επίσης κάτω από το ΠΑΣΟΚ σε αυτό το σενάριο.

Παράλληλα, άλλη εκδοχή της ίδιας έρευνας δείχνει ότι τόσο η Καρυστιανού όσο και το σχήμα Τσίπρα κινούνται γύρω στο 12-14 %, δημιουργώντας ένα ντέρμπι τριών για τη δεύτερη θέση και θέτοντας σε κίνδυνο τη σταθερή θέση του ΠΑΣΟΚ στη δεύτερη θέση. Σε αυτό το πλαίσιο, ο Ανδρουλάκης και το ΠΑΣΟΚ μπορεί να βρεθούν ακόμη και στην τέταρτη θέση αν χάσουν μονάδες υπέρ των δύο νέων σχημάτων.

Στην τρίτη θέση, αλλά με σταθερή παρουσία, ακολουθούν η Ελληνική Λύση με ποσοστά περίπου 9% – 10,5%, καθώς και το ΚΚΕ, που κινείται μεταξύ 7% και 8,5%, διατηρώντας έναν συμπαγή πυρήνα ψηφοφόρων. Τα μικρότερα κόμματα αποσπούν κρίσιμες μονάδες, συμβάλλοντας στον κατακερματισμό της αντιπολίτευσης και δυσκολεύοντας τη διαμόρφωση ενός καθαρού δεύτερου πόλου.

Καθοριστικό ρόλο στο σκηνικό παίζουν οι αναποφάσιστοι, οι οποίοι σε αρκετές μετρήσεις αγγίζουν ή ξεπερνούν το 20%. Πρόκειται για ένα ρευστό εκλογικό σώμα που μπορεί, υπό προϋποθέσεις, να ανατρέψει τις ισορροπίες της δεύτερης θέσης, ειδικά όσο πλησιάζει η κάλπη.

Ο καθένας μόνος του

Όσο πλησιάζουμε σε προεκλογική περίοδο, τόσο οι «διεκδικητές» της δεύτερης θέσης να θέτουν κόκκινες γραμμές, προσπαθώντας να συσπειρώσουν τις δυνάμεις τους. Σε αυτό το πλαίσιο, Αλέξης Τσίπρας και Νίκος Ανδρουλάκης αφήνουν μεν ανοιχτό ένα «παράθυρο» συνεννόησης, αλλά μεταθέτουν κάθε σχετική συζήτηση για την επόμενη ημέρα των εκλογών και υπό την προϋπόθεση του αποτελέσματος της Κυριακής.

Από την άλλη μεριά, η Μαρία Καρυστιανού, έχει επιλέξει την «σκληρή γραμμή» κι  έχει καταστήσει σαφές πως δεν σκοπεύει να συνεργαστεί με κανένα από τα κόμματα που βρίσκονται ήδη στο πολιτικό σκηνικό. Η επιλογή της σκληρής γραμμής απέναντι τόσο στη συμπολίτευση όσο και στην αντιπολίτευση θεωρείται το «κλειδί» για την συγκράτηση της εκλογική της δύναμης . Η εκτίμηση που κυριαρχεί είναι ότι, εφόσον επιμείνει στη ρητορική της συνολικής καταγγελίας του πολιτικού συστήματος, μπορεί όχι μόνο να κατακτήσει τη δεύτερη θέση στις εθνικές εκλογές, αλλά και να διεκδικήσει με αξιώσεις την πρωτιά στις ευρωεκλογές του 2029.

Κοινός παρονομαστής και στα τρία στρατόπεδα είναι η πεποίθηση ότι η κοινωνία δεν «αγοράζει» μαζικά ένα μέτωπο συνεργασίας απέναντι στη Ν.Δ. και τον Κυριάκο Μητσοτάκη. Αντιθέτως, θεωρούν πως όποιος επενδύσει πρόωρα στη σύμπραξη κινδυνεύει να εμφανιστεί πολιτικά αδύναμος. Έτσι, παρά τις δημόσιες διαψεύσεις, η πραγματική στρατηγική είναι πως τουλάχιστον μέχρι την πρώτη κάλπη όλοι θα πάνε μόνοι τους κι από εκεί και πέρα ανάλογα με το τι θα βγάλει η κάλπη θα επανακαθορίσουν την στρατηγική τους.

Διαβάστε επίσης

Το πρόγραμμα του Κ. Μητσοτάκη αύριο Δευτέρα 19 Ιανουαρίου

ΣΥΡΙΖΑ: Οι πολίτες ξέρουν καλά πια τι σημαίνει διακυβέρνηση Μητσοτάκη

Μητσοτάκης: Με τις φρεγάτες η Ελλάδα δεν αμφισβητείται από κανέναν – Το μήνυμα στους αγρότες πριν από τη συνάντηση