ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
Aν δεν βρίσκεις λύση μόνος σου, φωνάζεις τους ειδικούς. Αν όμως τους έχεις ξαναφωνάξει, έχεις πληρώσει για να σου εξηγήσουν τι πρέπει να αλλάξεις και τελικά έχεις κάνει άλλα, τότε η επόμενη κλήση σηκώνει μια εύλογη απορία: τι τη θέλουν πάλι την Deloitte, αφού στο παρελθόν… δεν την άκουσαν;
Η ερώτηση αποκτά ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον τώρα που η συζήτηση στη Super League περνά από τη θεωρία στην πράξη. Η πρώτη τηλεδιάσκεψη της ομάδας εργασίας για την κεντρική διαχείριση των τηλεοπτικών δικαιωμάτων πραγματοποιήθηκε ήδη, η δεύτερη ακολουθεί την προσεχή Τρίτη και σε αυτήν ενδέχεται να συμμετάσχουν εκπρόσωποι της Deloitte και της PricewaterhouseCoopers, της γνωστής PwC.
Η λεπτομέρεια έχει ιδιαίτερη σημασία. Deloitte και PwC ήταν μαζί και πριν από δέκα χρόνια, όταν η Super League τούς ανέθεσε να μελετήσουν τον τρόπο διεξαγωγής του πρωταθλήματος και την κατανομή των τηλεοπτικών εσόδων. Ακόμη νωρίτερα, το 1999, η Deloitte & Touche είχε κληθεί από την ΕΠΑΕ να μελετήσει συνολικά το ελληνικό επαγγελματικό ποδόσφαιρο.
Είκοσι επτά χρόνια μετά, λοιπόν, το ελληνικό ποδόσφαιρο επιστρέφει σε γνώριμες πόρτες. Αυτή τη φορά υπάρχει ήδη κινητικότητα, συγκεκριμένοι άξονες συζήτησης και διαφορετικές θέσεις των ΠΑΕ που έχουν αρχίσει να αποτυπώνονται. Το αν η διαδικασία θα καταλήξει σε κάτι που θα εφαρμοστεί θα φανεί εκ του αποτελέσματος.
Άρχισε η δουλειά και η πρώτη διαφωνία είναι ήδη στο τραπέζι
Η νέα διαδικασία αποτελεί συνέχεια του πρόσφατου Δ.Σ. της Super League, όπου η πρόταση του Γιάννη Αλαφούζου για ισόποση αναδιανομή των τηλεοπτικών εσόδων στις 14 ΠΑΕ συνάντησε τη διαφωνία των Βαγγέλη Μαρινάκη, Ιβάν Σαββίδη και Μάριου Ηλιόπουλου. Εκεί μπήκε στο τραπέζι η προσφυγή σε εξειδικευμένο σύμβουλο, με την Deloitte να αναφέρεται ως χαρακτηριστικό παράδειγμα εταιρείας που θα μπορούσε να αναλάβει τη σχετική μελέτη.
Η διαδικασία προχώρησε ήδη στο επόμενο στάδιο. Στην πρώτη τηλεδιάσκεψη της ομάδας εργασίας συμμετείχαν εκπρόσωποι των ΠΑΕ και το αντικείμενο ήταν συγκεκριμένο: κεντρική διαχείριση των τηλεοπτικών δικαιωμάτων και αναδιανομή των εσόδων με στόχο την ενίσχυση των μικρομεσαίων ομάδων.
Ο Ολυμπιακός κατέθεσε επιστολή στην οποία έβαλε τέσσερις βασικούς άξονες προς εξέταση: τα συνολικά έσοδα, την εμπορικότητα, τα μοντέλα κεντρικής διαχείρισης που εφαρμόζονται σε άλλες χώρες και τα κριτήρια με τα οποία μοιράζονται εκεί τα έσοδα.
Και ήδη εμφανίστηκε το πρώτο μεγάλο σημείο τριβής: η εμπορικότητα.
Ο Γιάννης Αλαφούζος συμφώνησε με τους βασικούς άξονες, αλλά εξέφρασε σαφή ένσταση για το πόσο πρέπει να μετρήσει η εμπορική δύναμη κάθε ΠΑΕ. Η θέση του είναι ότι η μεγάλη απόσταση μεταξύ Big-4 και μικρότερων συλλόγων θα διατηρηθεί εάν η εμπορικότητα και η βαθμολογική κατάταξη αποκτήσουν μεγάλη βαρύτητα στη φόρμουλα διανομής. Ο στόχος που έθεσε είναι να διοχετευθεί όσο το δυνατόν μεγαλύτερο ποσό στις μικρότερες ομάδες.
Από την πλευρά του Ολυμπιακού, η Εύη Κουτσαυτάκη υπογράμμισε ότι η εμπορικότητα αποτελεί πολύ βασικό κριτήριο. Εκεί βρίσκεται ήδη ο πυρήνας μιας δύσκολης εξίσωσης: από τη μία η εμπορική αξία που παράγουν οι μεγάλες ΠΑΕ και από την άλλη η ανάγκη ενίσχυσης των μικρότερων ώστε το πρωτάθλημα να αποκτήσει μεγαλύτερη οικονομική και αγωνιστική ισορροπία.
Ο Μηνάς Λυσάνδρου, εκπροσωπώντας την ΑΕΚ, έθεσε ευρύτερα το ζήτημα, υποστηρίζοντας ότι πρέπει να εξεταστεί συνολικά ο τρόπος αύξησης των εσόδων και η συζήτηση να μην περιοριστεί στο τηλεοπτικό συμβόλαιο. Ο ΠΑΟΚ, μέσω της Μαρίας Γκοντσάρεβα, τάχθηκε υπέρ της κεντρικής διαχείρισης με ξεκάθαρη διαδικασία και προσέγγιση, ενώ η Κάτια Κοξένογλου του Ατρομήτου έβαλε στο επίκεντρο τη βιωσιμότητα των μικρομεσαίων ΠΑΕ, των οποίων τα έσοδα δεν αυξάνονται την ώρα που τα έξοδα έχουν ανέβει.
Ο Αλαφούζος έβαλε παράλληλα στο τραπέζι και ένα Plan B με ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Εάν δεν υπάρξει συνολική συμφωνία των 14 ΠΑΕ, άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο δημιουργίας κοινού «κουμπαρά» μόνο μεταξύ όσων συμφωνούν, ακόμη και αν πρόκειται για επτά ή οκτώ ομάδες. Πρόκειται ουσιαστικά για πιθανό μοντέλο μερικής κεντρικής διαχείρισης, εφόσον η καθολική λύση αποδειχθεί ανέφικτη.
Στην ίδια συζήτηση ο πρόεδρος της Super League ξεχώρισε τηλεοπτικά δικαιώματα και στοίχημα ως τις δύο πηγές εσόδων που μπορούν να αυξηθούν άμεσα. Αναγνώρισε ότι το τριετές συμβόλαιο που βρίσκεται σε ισχύ αποτέλεσε σημαντική κίνηση από την πλευρά του Βαγγέλη Μαρινάκη, αλλά εκτίμησε ότι η διάρκειά του περιορίζει τώρα τη δυνατότητα αξιοποίησης του αυξημένου ανταγωνισμού μεταξύ των στοιχηματικών εταιρειών.
Η κουβέντα συνεχίζεται την Τρίτη και εκεί ενδέχεται να συμμετάσχουν απευθείας Deloitte και PwC. Εφόσον συμβεί, η ιστορία θα αποκτήσει μια εντυπωσιακή ομοιότητα με όσα είχαν συμβεί πριν από δέκα χρόνια.
1999: Η πρώτη Deloitte και η προειδοποίηση για το προϊόν
Η Deloitte είναι ένας από τους τέσσερις μεγαλύτερους διεθνείς ομίλους επαγγελματικών υπηρεσιών, μαζί με PwC, EY και KPMG, τις λεγόμενες Big Four. Παρέχει μεταξύ άλλων υπηρεσίες στρατηγικής, οικονομικής ανάλυσης και μοντελοποίησης, ελέγχου, αποτιμήσεων και επιχειρηματικών συμβουλών. Η PwC κινείται στον ίδιο ευρύτερο χώρο υπηρεσιών.
Για το ελληνικό επαγγελματικό ποδόσφαιρο η Deloitte είναι παλιά γνώριμη. Η πρώτη τεκμηριωμένη μεγάλη εμπλοκή της εντοπίζεται στην εποχή της ΕΠΑΕ και της προεδρίας του Βίκτωρα Μητρόπουλου, όταν η Deloitte & Touche κλήθηκε να εξετάσει τη δομή και τη λειτουργία του ελληνικού επαγγελματικού ποδοσφαίρου και να εισηγηθεί τρόπους βελτίωσής του. Η μελέτη παραδόθηκε τον Αύγουστο του 1999.
Η οικονομική εικόνα που είχε καταγράψει ήταν ήδη προβληματική. Για την αγωνιστική περίοδο 1998-99 οι συνολικές ζημιές των ΠΑΕ υπολογίζονταν περίπου στα 5 δισ. δραχμές.
Το σημαντικότερο ήταν η φιλοσοφία της μελέτης. Η Deloitte θεωρούσε καθοριστική για την εμπορική αξία του πρωταθλήματος την ανταγωνιστικότητα και το «αμφίβολο του αποτελέσματος». Ένα πρωτάθλημα στο οποίο περισσότερες ομάδες μπορούν να είναι ανταγωνιστικές δημιουργεί περισσότερα παιχνίδια πραγματικού ενδιαφέροντος και μεγαλύτερη αξία για τον φίλαθλο και την αγορά.
Η κατεύθυνση της μελέτης περιλάμβανε σημαντική μείωση του αριθμού των ομάδων και αναδιοργάνωση των επαγγελματικών κατηγοριών. Σε μεταγενέστερες αναφορές έχουν αποδοθεί στην Deloitte διαφορετικοί συγκεκριμένοι αριθμοί ομάδων, όμως ο βασικός άξονας ήταν σαφής: μικρότερο και περισσότερο ανταγωνιστικό πρωτάθλημα.
Ακολούθησε σχέδιο σταδιακής αναδιάρθρωσης. Η Α’ Εθνική μειώθηκε από 18 ομάδες τη σεζόν 1999-2000 σε 16 την επόμενη περίοδο και υπήρχε σχεδιασμός για περαιτέρω μείωση στις 14. Η τελευταία δεν πραγματοποιήθηκε τότε, καθώς η απόφαση άλλαξε και το πρωτάθλημα του 2001-02 διεξήχθη με 16 ομάδες.
Η συνολική αναδιάρθρωση που είχε τεθεί στο τραπέζι δεν ολοκληρώθηκε. Ορισμένες κινήσεις έγιναν, αλλά το σχέδιο δεν εφαρμόστηκε στο σύνολό του.
2016: Deloitte και PwC μαζί, ακριβώς όπως τώρα
Το ακόμη πιο ενδιαφέρον προηγούμενο βρίσκεται πολύ πιο κοντά μας. Στις 5 Ιουλίου 2016 η Super League αποφάσισε να αναθέσει από κοινού σε Deloitte και PwC μελέτη για δύο ζητήματα που ακούγονται εξαιρετικά γνώριμα σήμερα: τον τρόπο διεξαγωγής του πρωταθλήματος και την κατανομή των τηλεοπτικών εσόδων.
Η μελέτη παρουσιάστηκε στις 21 Νοεμβρίου 2016 και η ακτινογραφία του ελληνικού πρωταθλήματος ήταν βαριά. Τα συνολικά έσοδα της Super League είχαν υποχωρήσει κατά 84% από το 2010 έως το 2016, τα εισιτήρια κατά 48% μεταξύ 2009 και 2016 και τα τηλεοπτικά έσοδα κατά 13% την περίοδο 2010-16.
Οι δύο εταιρείες παρουσίασαν τρία διαφορετικά μοντέλα διεξαγωγής. Το πρώτο διατηρούσε τις 16 ομάδες, αλλά μετά την πρώτη φάση χώριζε το πρωτάθλημα σε δύο γκρουπ των οκτώ. Οι πρώτες οκτώ θα συνέχιζαν για τον τίτλο και τις ευρωπαϊκές θέσεις και οι υπόλοιπες για την παραμονή. Το μοντέλο έφθανε στους 232 αγώνες και τις 29 αγωνιστικές, με τη μελέτη να υπολογίζει αύξηση κατά 50% των αναμετρήσεων υψηλού ενδιαφέροντος.
Τα άλλα δύο μοντέλα προέβλεπαν πρωτάθλημα 14 ομάδων. Το ένα οδηγούσε σε δύο γκρουπ των επτά μετά την κανονική περίοδο, με 266 αγώνες και 40 αγωνιστικές, ενώ το άλλο προέβλεπε διαφορετική δεύτερη φάση, με συνολικά 242 παιχνίδια και 36 αγωνιστικές.
Πίσω από τους διαφορετικούς αριθμούς υπήρχε ξανά η ίδια βασική ιδέα που είχε εμφανιστεί ήδη από το 1999: περισσότερη ανταγωνιστικότητα, περισσότερα παιχνίδια με ουσιαστικό βαθμολογικό ενδιαφέρον και ισχυρότερο εμπορικό προϊόν.
Η Super League συνέχισε το 2017 τις συζητήσεις για αλλαγή του format και υπήρξε απόφαση για μείωση των ομάδων στις 14 από την περίοδο 2018-19, η οποία δεν εφαρμόστηκε τότε. Η μεγάλη κατηγορία έφτασε τελικά στις 14 ομάδες από τη σεζόν 2019-20, μέσα από διαφορετική αναδιάρθρωση και διαφορετικές αποφάσεις. Αργότερα καθιερώθηκαν δεύτερες φάσεις με play offs και play outs, στοιχεία που κινούνται στην ίδια ευρύτερη λογική της αύξησης των αγώνων με βαθμολογικό ενδιαφέρον.
Η μελέτη Deloitte-PwC του 2016, πάντως, δεν εφαρμόστηκε ως ολοκληρωμένο σχέδιο. Και τώρα, δέκα χρόνια μετά, οι ίδιες δύο εταιρείες ενδέχεται να καθίσουν ξανά απέναντι από τις ΠΑΕ για να συζητήσουν ένα από τα ζητήματα που περιλαμβάνονταν και στην προηγούμενη εντολή τους: τα τηλεοπτικά έσοδα και τον τρόπο κατανομής τους.
Τρίτη προσπάθεια και αυτή τη φορά κάτι κινείται
Η διαφορά του 2026 είναι ότι οι εξελίξεις δείχνουν, τουλάχιστον σε αυτή την πρώτη φάση, μεγαλύτερη κινητικότητα. Μέσα σε λίγες ημέρες από το Δ.Σ. δημιουργήθηκε ομάδα εργασίας, πραγματοποιήθηκε η πρώτη τηλεδιάσκεψη, προγραμματίστηκε δεύτερη και τέθηκαν συγκεκριμένα ζητήματα προς εξέταση.
Έχουμε επίσης αρκετά καθαρά μπροστά μας το βασικό πεδίο της σύγκρουσης. Η εμπορικότητα μιας ΠΑΕ αποτελεί στοιχείο της αξίας που παράγει το τηλεοπτικό προϊόν. Εάν, όμως, το μεγαλύτερο μέρος των χρημάτων συνεχίσει να ακολουθεί την εμπορική δύναμη, το οικονομικό χάσμα μεταξύ των ισχυρότερων και των μικρότερων δύσκολα θα περιοριστεί. Και χωρίς οικονομικά ισχυρότερους μικρομεσαίους, η ανταγωνιστικότητα που η ίδια η Deloitte είχε αναδείξει ήδη από το 1999 παραμένει δύσκολος στόχος.
Αυτό καλείται τώρα να μετατραπεί από ποδοσφαιρική διαφωνία σε οικονομική φόρμουλα. Πόσο θα μετρά η εμπορικότητα, πόσο η αγωνιστική επίδοση, πόσο θα είναι το σταθερό ποσό για κάθε ΠΑΕ, ποια διεθνή μοντέλα μπορούν να εφαρμοστούν στην Ελλάδα και πόσα περισσότερα χρήματα μπορεί συνολικά να παράξει η Super League πριν αρχίσει να συζητά πώς θα τα μοιράσει.
Στο προηγούμενο Δ.Σ. ο Βαγγέλης Μαρινάκης είχε αναφέρει ενδεικτικά ποσά της τάξης των 200.000-300.000 ευρώ για το πιθανό κόστος μιας τέτοιας μελέτης, ξεκαθαρίζοντας ουσιαστικά ότι δεν γνώριζε ποια θα ήταν η αμοιβή που θα ζητούσε ο σύμβουλος. Επομένως, το συγκεκριμένο εύρος δεν αποτελεί προσφορά της Deloitte, της PwC ή συμφωνημένο κόστος. Είχε επίσης τεθεί χρονικός ορίζοντας δύο έως τριών μηνών, με στόχο να υπάρχει πρόταση πριν από τα Χριστούγεννα.
Το ελληνικό επαγγελματικό ποδόσφαιρο έχει ήδη ζητήσει στο παρελθόν από κορυφαίους διεθνείς συμβούλους να του δείξουν δρόμους για μεγαλύτερη ανταγωνιστικότητα, περισσότερα έσοδα και ισχυρότερο προϊόν. Το 1999 και το 2016 πήρε προτάσεις, κάποιες ιδέες εμφανίστηκαν αργότερα με διαφορετικές μορφές, αλλά τα σχέδια δεν εφαρμόστηκαν συνολικά όπως είχαν παρουσιαστεί.
Το 2026 υπάρχει, μέχρι στιγμής, διάθεση να προχωρήσει η κουβέντα σε συγκεκριμένη φόρμουλα. Υπάρχει ομάδα εργασίας, διαφορετικές προτάσεις, αντιπαράθεση πάνω στα κριτήρια και ήδη επόμενη συνάντηση. Το αποτέλεσμα θα δείξει αν αυτή τη φορά η διαδικασία θα καταλήξει σε ένα μοντέλο που θα εφαρμοστεί ή αν, σε μερικά χρόνια, το ελληνικό ποδόσφαιρο θα αναζητά ξανά διεθνείς συμβούλους για να απαντήσουν στα ίδια ερωτήματα…
Μοιραστείτε την άποψή σας
ΣχόλιαΓια να σχολιάσετε χρησιμοποιήστε ένα ψευδώνυμο. Παρακαλούμε σχολιάζετε με σεβασμό. Χρησιμοποιείτε κατανοητή γλώσσα και αποφύγετε διατυπώσεις που θα μπορούσαν να παρερμηνευτούν ή να θεωρηθούν προσβλητικές. Με την ανάρτηση σχολίου, συμφωνείτε να τηρείτε τους Όρους του ιστότοπου contact Δημιουργήστε το account σας εδώ, για να κάνετε like, dislike ή report ακατάλληλα/προσβλητικά σχόλια.