Στο συνέδριο του Κόμματος Εργατών, η Βόρεια Κορέα επανέλαβε ότι θα μπορούσε να προσέλθει σε διαπραγματεύσεις με τις Ηνωμένες Πολιτείες, υπό την προϋπόθεση ότι η Ουάσιγκτον θα αποδεχθεί τη χώρα ως κυρίαρχο κράτος με πυρηνικά όπλα.

Ωστόσο, δύο ημέρες αργότερα, στις 28 Φεβρουαρίου, οι αμερικανικές δυνάμεις εξαπέλυσαν στρατιωτικά πλήγματα κατά του Ιράν. Σύμφωνα με πληροφορίες, η επιχείρηση συνδέεται με την προσπάθεια της Τεχεράνης να αποκτήσει πυρηνικά όπλα, με το ιστορικό επιθέσεων εναντίον Αμερικανών αλλά και με τη στήριξη που παρέχει το Ιράν σε ένοπλες παραστρατιωτικές οργανώσεις.

1

Για την Πιονγκγιάνγκ, η εξέλιξη αυτή δεν αποτέλεσε απλώς ακόμη ένα παράδειγμα χρήσης στρατιωτικής ισχύος από τις ΗΠΑ εναντίον ενός αντιπάλου τους, αλλά και πλήγμα εναντίον ενός μακροχρόνιου διπλωματικού και στρατιωτικού εταίρου. Το ερώτημα ήταν πώς θα αντιδρούσε το καθεστώς του Κιμ Γιονγκ Ουν.

Τελικά, αργά το βράδυ της 1ης Μαρτίου, τα κρατικά μέσα ενημέρωσης της Βόρειας Κορέας δημοσίευσαν επίσημη δήλωση για τη σύγκρουση ανάμεσα στο Ιράν, το Ισραήλ και τις ΗΠΑ. Η ανακοίνωση αποδόθηκε σε ανώνυμο εκπρόσωπο του υπουργείου Εξωτερικών και ακολουθούσε το γνώριμο ύφος των αντίστοιχων τοποθετήσεων της Πιονγκγιάνγκ, παρόμοιο με εκείνο που είχε υιοθετηθεί και σε προηγούμενες διεθνείς κρίσεις, όπως στην περίπτωση της Βενεζουέλας, σύμφωνα με το The Diplomat.

Σε αντίθεση όμως με την περίπτωση της Βενεζουέλας, ο πόλεμος με το Ιράν έχει διαφορετικές στρατηγικές προεκτάσεις για τη Βόρεια Κορέα, κυρίως λόγω των σχέσεων της με τη Ρωσία αλλά και των πιθανών επιπτώσεων στις σχέσεις της με τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Τι δήλωσε η Βόρεια Κορέα

Η κυβέρνηση της Βόρειας Κορέας χρειάστηκε περίπου 24 ώρες για να εκδώσει επίσημη αντίδραση, γεγονός που υποδηλώνει ότι προηγουμένως αξιολόγησε προσεκτικά τις εξελίξεις. Πιθανότατα ζήτησε ενημέρωση από Ιρανούς διπλωμάτες στην Πιονγκγιάνγκ, από Βορειοκορεάτες αξιωματούχους στο εξωτερικό και εξέτασε τις αντιδράσεις της Κίνας και της Ρωσίας πριν διαμορφώσει τη θέση της.

Η ανακοίνωση αποδόθηκε σε ανώνυμο εκπρόσωπο του υπουργείου Εξωτερικών, κάτι που στο διπλωματικό σύστημα της Βόρειας Κορέας θεωρείται χαμηλού επιπέδου δήλωση, αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο πιο υψηλόβαθμων τοποθετήσεων αργότερα.

Το κείμενο δημοσιεύθηκε τόσο στα κορεατικά όσο και στα αγγλικά από το κρατικό πρακτορείο KCNA, γεγονός που δείχνει ότι απευθυνόταν κυρίως στο διεθνές κοινό.

Παρά τη σκληρή ρητορική που χρησιμοποιεί συνήθως το καθεστώς, ο τόνος της ανακοίνωσης ήταν σχετικά συγκρατημένος. Στην ουσία η Πιονγκγιάνγκ διατύπωσε πέντε βασικές θέσεις:

Οι επιθέσεις ΗΠΑ και Ισραήλ εναντίον του Ιράν συνιστούν παράνομη επιθετικότητα και σοβαρή παραβίαση της κυριαρχίας του.

Η εξέλιξη ήταν προβλέψιμη λόγω της ηγεμονικής πολιτικής των Ηνωμένων Πολιτειών στην περιοχή.

Η Βόρεια Κορέα καταδικάζει την κατάχρηση στρατιωτικής ισχύος και την παραβίαση του διεθνούς δικαίου.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν διαδραματίσει τα τελευταία χρόνια ολοένα και πιο αποσταθεροποιητικό ρόλο στην παγκόσμια ασφάλεια.

Τα εμπλεκόμενα κράτη στην περιοχή πρέπει να αναγνωρίσουν ποιος ευθύνεται για τη σύγκρουση και να αναλάβουν δράση για την αποκατάσταση της ειρήνης στη Μέση Ανατολή.

Παράλληλα, η ρητορική αυτή θεωρήθηκε ελαφρώς πιο έντονη σε σχέση με προηγούμενες τοποθετήσεις του καθεστώτος.

«Αν το Ιράν ζητήσει πυραύλους, θα του στείλουμε»

Λίγες ώρες αργότερα, ο ίδιος ο Κιμ Γιονγκ Ουν προχώρησε σε πιο δυναμική δήλωση στήριξης προς την Τεχεράνη. Όπως ανέφερε, η Βόρεια Κορέα είναι έτοιμη να παράσχει πυραύλους στο Ιράν για χρήση εναντίον του Ισραήλ, εφόσον της ζητηθεί.

Ο Βορειοκορεάτης ηγέτης υποστήριξε μάλιστα ότι «ένας μόνο πύραυλος είναι αρκετός για να εξαφανίσει το Ισραήλ», υπογραμμίζοντας τη δύναμη του πυρηνικού και βαλλιστικού οπλοστασίου της χώρας του.

Με αυτή τη δήλωση, ο Κιμ επανέφερε τη γνωστή επιθετική ρητορική που χρησιμοποιεί συχνά απέναντι στη Δύση, αυξάνοντας παράλληλα την ένταση σε μια περίοδο που ο Ντόναλντ Τραμπ είχε προειδοποιήσει ότι «κάτι μεγάλο» ενδέχεται να συμβεί σύντομα.

Κίνδυνοι και ευκαιρίες για την Πιονγκγιάνγκ

Παρότι η σύγκρουση αφορά έναν στενό σύμμαχο της Βόρειας Κορέας, η κατάσταση δημιουργεί τόσο κινδύνους όσο και πιθανές ευκαιρίες για το καθεστώς του Κιμ.

Ένα βασικό όφελος προκύπτει από το γεγονός ότι ο πόλεμος αποδυναμώνει έναν σημαντικό ανταγωνιστή της Βόρειας Κορέας στις εξαγωγές οπλικών συστημάτων προς τη Ρωσία. Τόσο η Τεχεράνη όσο και η Πιονγκγιάνγκ αποτελούν βασικούς προμηθευτές στρατιωτικού υλικού για τη ρωσική πολεμική προσπάθεια στην Ουκρανία.

Καθώς το Ιράν αναγκάζεται πλέον να χρησιμοποιεί το δικό του οπλοστάσιο για τις ανάγκες της σύγκρουσης, δημιουργείται ένα κενό που η Βόρεια Κορέα θα μπορούσε να επιδιώξει να καλύψει. Έτσι, η Μόσχα ενδέχεται να εξαρτηθεί ακόμη περισσότερο από την Πιονγκγιάνγκ για στρατιωτικές προμήθειες.

Ταυτόχρονα, όμως, η σύγκρουση εγείρει ερωτήματα σχετικά με την αξιοπιστία της Ρωσίας ως εταίρου ασφάλειας. Παρότι τόσο το Ιράν όσο και η Βόρεια Κορέα έχουν συνάψει συμφωνίες στρατηγικής συνεργασίας με τη Μόσχα, η αντίδραση της Ρωσίας στις επιθέσεις κατά του Ιράν περιορίστηκε κυρίως σε διπλωματικές δηλώσεις.

Η διαφορά αυτή οφείλεται και στο γεγονός ότι οι δύο συμφωνίες έχουν διαφορετικό περιεχόμενο: η συνθήκη Βόρειας Κορέας–Ρωσίας περιλαμβάνει ρήτρα αμοιβαίας άμυνας, ενώ η συμφωνία Ιράν–Ρωσίας προβλέπει κυρίως μη επίθεση και διαβουλεύσεις σε περίπτωση κρίσης.

Οι σχέσεις με τις ΗΠΑ

Παράλληλα, η Βόρεια Κορέα εξακολουθεί να δηλώνει ότι είναι πρόθυμη να συνομιλήσει με τις Ηνωμένες Πολιτείες, εφόσον αναγνωριστεί ως πυρηνικό κράτος. Ωστόσο, η Πιονγκγιάνγκ παρακολουθεί προσεκτικά τον τρόπο με τον οποίο η Ουάσιγκτον χειρίζεται τις διαπραγματεύσεις με άλλα καθεστώτα.

Οι ΗΠΑ έχουν ήδη διαπραγματευτεί τόσο με τη Βενεζουέλα του Νικολάς Μαδούρο όσο και με το Ιράν του Αλί Χαμενεΐ, επιβάλλοντας τελεσίγραφα και καταφεύγοντας σε στρατιωτικές ενέργειες όταν οι απαιτήσεις τους δεν ικανοποιήθηκαν.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η συγκρατημένη αντίδραση της Βόρειας Κορέας δεν σημαίνει αδιαφορία, αλλά μάλλον μια προσεκτική στρατηγική στάση. Η Πιονγκγιάνγκ καταδίκασε τις επιθέσεις, εξέφρασε στήριξη προς την Τεχεράνη και επανέλαβε την αντίθεσή της στην αμερικανική στρατιωτική πολιτική, αποφεύγοντας όμως κινήσεις που θα την εμπλέξουν άμεσα στη σύγκρουση.

Προς το παρόν, το καθεστώς του Κιμ φαίνεται να αφήνει τις εξελίξεις να ενισχύσουν το βασικό του μήνυμα: ότι μόνο μια ισχυρή πυρηνική αποτροπή μπορεί να εγγυηθεί την επιβίωση ενός κράτους σε έναν κόσμο όπου οι Ηνωμένες Πολιτείες παραμένουν πρόθυμες να χρησιμοποιήσουν στρατιωτική ισχύ εναντίον κυβερνήσεων που θεωρούν απειλή.

Διαβάστε επίσης 

Χέγκσεθ: Η ιρανική κυβέρνηση είναι ήδη τελειωμένη και το ξέρει – Σύντομα θα έχουμε τον πλήρη έλεγχο του Ιράν

Στάρμερ: Στενή συνεργασία Βρετανίας–ΗΠΑ – «Να μην κολλάμε στις δηλώσεις Τραμπ»

Βρετανία: Συνελήφθησαν τρεις άνδρες για υποψίες κατασκοπείας υπέρ της Κίνας