Άρθρα

Η επένδυση στο μίσος

Αντώνης Κεφαλάς

Αντώνης Κεφαλάς-Αρθρογράφος


Ο γλωσσικός εμφύλιος έληξε το 1974 με τον εξοβελισμό της καθαρεύουσας, στερώντας τις επερχόμενες γενιές την πρόσβαση σε πολύτιμα κείμενα, την λιτότητα και περιεκτικότητα στην έκφραση, την πλάτυνση της παιδείας.

Ο εμφύλιος  μεταξύ αυτόχθονων και ετεροχθόνων του 1844 δεν έχει λήξει ακόμη.

Σήμερα, εκφράζεται με την επένδυση στον θάνατο, στην καταστροφή, στην αναβίωση προτύπων που έχουν εξαλειφθεί από τις ώριμες δημοκρατικές κοινωνίες της Ευρώπης.

Η αξιωματική αντιπολίτευση έχει μπει σε δρόμο ολισθηρό και επικίνδυνο.

Μετά τις εκλογές του 2019 και την επικράτηση της Νέας Δημοκρατίας, η κάκιστη διαχείριση του ΣΥΡΙΖΑ τον άφησε χωρίς πολιτικό αφήγημα. Είχε έρθει στην εξουσία πουλώντας στον ταλαιπωρημένο λαό φύκια για μεταξωτές κορδέλες. Τόσο μεγάλη ήταν η ζημιά που είχαν κάνει οι κυβερνήσεις από το 2008 και μετά, που απελπισμένη η κοινωνία πίστεψε ότι της σερβίριζαν.

Βλέποντας την… λυπητερή της τετραετίας, οι πολίτες στράφηκαν στο νέο ηγέτη. Η πετυχημένη διαχείριση του μεταναστευτικού, της Τουρκίας και της πρώτης φάσης της πανδημίας έδειχναν να δικαιώνουν την επιλογή.

Έκτοτε έγιναν λάθη. Αναπόφευκτα, καθώς η πανδημία είχε άγνωστες ιατρικές πτυχές, η οικονομία κινήθηκε σε αχαρτογράφητα νερά και η κοινωνία αντιμετώπισε προβλήματα εγκλεισμού που δεν είχε βιώσει. Αναπόφευκτα λάθη, διότι οι κρίσεις διαδέχονταν η μία την άλλη και η χώρα μας έχει έλλειμμα ποιοτικών ανθρώπινων πόρων και ειδικά ατόμων που να είναι πρόθυμα να υποστούν την ταλαιπωρία της δημόσιας ζωής.

Στο διάστημα αυτό ο ΣΥΡΙΖΑ απέφυγε την αυτοκριτική, διότι φοβήθηκε τις φυγόκεντρες τάσεις που θα προκύπταν χωρίς την συγκολλητική ουσία της εξουσίας.

Χωρίς αυτοκριτική δεν υπήρχε ιδεολογική και πολιτική ανανέωση. Και χωρίς ανανέωση δεν μπορούσε να προκύψει πιστευτό για τον λαό αφήγημα.

Υποχρεωτικά, η αξιωματική αντιπολίτευση κατέφυγε στην μόνη τακτική που γνώριζε: την επένδυση στην δυστυχία, στην μιζέρια, στον θάνατο και, τώρα, στην τρομοκρατία.

Ο Τάκης Θεοδωρόπουλος διορατικά έγραψε ότι η Αριστερά θέλει τον Κουφοντίνα νεκρό. Το θέμα πάει πιο πέρα. Η Αριστερά θέλει τους θανάτους από την πανδημία να αυξάνονται, τα νοσοκομεία να γεμίζουν, το σύστημα υγείας (που αυτή δεν φρόντισε) να λυγίζει.

Η Αριστερά θέλει την οικονομία να γονατίζει, τα νοικοκυριά να υποφέρουν, τις μικρομεσαίες να κατεβάζουν ρολά, την ανεργία να αυξάνεται. Κι αν είναι τυχερή, κάπου να φανεί ότι κάποιοι και κάποιες, άτομα και επιχειρήσεις πλουτίζουν.

Γιατί τότε νομίζει πως θα έχει αφήγημα.

Η τελευταία δημοσκόπηση έδειξε ότι μπορεί η κυβέρνηση να έχασε με την υπόθεση Λιγνάδη αλλά η αξιωματική αντιπολίτευση δεν κέρδισε. Κι αυτή έχασε.

Τελευταία ελπίδα, λοιπόν, ο Κουφοντίνας. Ο ίδιος θέλει να πεθάνει. Έχει αποφασίσει ότι θα αφήσει παρακαταθήκη ήρωα, κληρονομιά για την συνέχιση της μάχης κατά της εξουσίας. Ως γνήσιος οπαδός το απολυταρχισμού, αναγνωρίζει ότι η σιωπηρή ολοκλήρωση της ποινής φυλάκισης σκάει ως πυροτέχνημα και ξεχνιέται.

Η θέση Δρίτσα δεν είναι τυχαία. Ούτε είναι φοβική ή αμήχανη η άρνηση του ΣΥΡΙΖΑ να την καταδικάσει. Ή να σταθεί στο πλευρό του νόμου που ψήφισε η κυβέρνηση του.

Αντίθετα, πρόκειται για συνειδητή πολιτική επιλογή. Εκτιμά ότι με τον θάνατο του Κουφοντίνα, θα ξεσπάσουν ταραχές σε όλη την χώρα. Εν μέσω πανδημίας και οικονομικές δυσπραγίας, οι θάνατοι και τα κρούσματα θα αυξηθούν, οι επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά θα υποφέρουν ακόμη περισσότερο, και η κυβέρνηση θα εισπράξει την λαϊκή δυσαρέσκεια.

Ο ΣΥΡΙΖΑ θα έχει ένα αφήγημα.

Στα ξύλινα χρόνια της λιτότητας, η κοινωνία ωρίμασε. Το 2015 έπαιξε το τελευταίο χαρτί που εντάσσεται στην φιλοσοφία της μεταπολίτευσης. Το 2019 αναγνώρισε το λάθος. Σήμερα, δύσκολα πείθεται. Σήμερα, δύσκολα μετακινείται.

Η αντίδραση του στην επιχειρούμενη πολιτικοποίηση του κινήματος «metoo” το απέδειξε.

Ο ΣΥΡΙΖΑ κινδυνεύει να μείνει και χωρίς αφήγημα και χωρίς την δυνατότητα επιστροφής στις ρίζες του.

Αυτό δεν σημαίνει ότι η Ν.Δ. μπορεί να σημάνει εφησυχασμό. Η Αριστερά πάντα θα παραμονεύει – δεν μπορεί να ξεφύγει από τα σύνδρομα των εμφυλίων. Αλλά, και η κεντροδεξιά οφείλει να αναγνωρίσει τα λάθη της –με πρώτο και κυριότερο την ελλιπή προετοιμασία για το β΄ και το γ΄ κύμα της πανδημίας,  όταν γνωρίζαμε όλοι πως θα ερχόταν.

Δεν είναι δυνατόν, στην σημερινή εποχή να ακούγεται στο δελτίο ειδήσεων των καναλιών ότι αναζητούνται νοσοκομεία για να μην καταρρεύσει το σύστημα υγείας. Στον πρωθυπουργό εναπόκειται να κρίνει και να πράξει –μόλις περάσει κι αυτή η μπόρα.

Αλλά, αυτοκριτική πρέπει να υπάρξει. Να μαθαίνουμε και από τα δικά μας και από τα λάθη των άλλων.

Διαφορετικά ούτε η κοινωνία ούτε η οικονομία θα αντέξουν. Και η μεγάλη πρόκληση της οικονομίας είναι μπροστά μας.


ΣΧΟΛΙΑ