Για να μας βλέπεις πιο συχνά στα αποτελέσματα αναζήτησης Add mononews.gr on Google

Σε λίγο περισσότερο από 24 ώρες, η Fed αναμένεται να διατηρήσει αμετάβλητα τα επιτόκια την Τετάρτη, ωστόσο η πιθανότητα μιας αιφνιδιαστικής αύξησης έχει ενισχυθεί σημαντικά, μετατρέποντας τη δεύτερη συνεδρίαση υπό την προεδρία του Κέβιν Γουόρς σε κρίσιμη δοκιμασία για τη νέα ηγεσία της αμερικανικής κεντρικής τράπεζας.

Η επικρατέστερη εκτίμηση προβλέπει ότι το βασικό επιτόκιο θα παραμείνει στο εύρος 3,50%-3,75%, όπου βρίσκεται από τον Δεκέμβριο. Ωστόσο, περίπου το 32% των συμμετεχόντων στην αγορά αναμένει πλέον αύξηση κατά 25 μονάδες βάσης, έναντι πιθανότητας περίπου 16% πριν από μία εβδομάδα.

1

Η μεταβολή των προσδοκιών αντανακλά τις νέες πληθωριστικές πιέσεις που δημιουργούν η ενεργειακή κρίση, οι τεράστιες επενδύσεις στην τεχνητή νοημοσύνη και οι δασμοί της κυβέρνησης Τραμπ. Παράλληλα, η αυστηρή ρητορική του Γουόρς έχει αυξήσει τις προσδοκίες ότι η Fed θα πρέπει σύντομα να περάσει από τις δηλώσεις στις πράξεις.

Στο επίκεντρο οι τιμές της ενέργειας

Η αναζωπύρωση της σύγκρουσης μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν προκάλεσε απότομη άνοδο των τιμών του πετρελαίου από τον Ιούνιο έως τον Ιούλιο, οδηγώντας προσωρινά το Brent πάνω από τα 100 δολάρια το βαρέλι. Η αύξηση του ενεργειακού κόστους ενίσχυσε τους φόβους για νέες ανατιμήσεις σε καύσιμα, μεταφορές και προϊόντα ευρείας κατανάλωσης.

Η μέση τιμή της βενζίνης στις ΗΠΑ επέστρεψε πάνω από τα 4 δολάρια ανά γαλόνι, από επίπεδα χαμηλότερα των 3,80 δολαρίων πριν από την εθνική εορτή της 4ης Ιουλίου. Η εξέλιξη αναμένεται να επηρεάσει ανοδικά τον γενικό πληθωρισμό πριν από την επόμενη συνεδρίαση της Fed τον Σεπτέμβριο.

Ωστόσο, οι ενεργειακές τιμές εμφάνισαν σημαντική αποκλιμάκωση την Τρίτη, με το αμερικανικό WTI να υποχωρεί σχεδόν 4%, στα 79,31 δολάρια το βαρέλι. Η πτώση θα μπορούσε να περιορίσει την ανάγκη άμεσης αύξησης των επιτοκίων, ιδιαίτερα εάν συνοδευτεί από μόνιμη αποκλιμάκωση της έντασης στη Μέση Ανατολή.

Η Fed βρίσκεται, πάντως, αντιμέτωπη με ένα κλασικό δίλημμα νομισματικής πολιτικής: τα υψηλότερα επιτόκια μπορούν να περιορίσουν τη ζήτηση, αλλά δεν μπορούν να αυξήσουν την προσφορά πετρελαίου και φυσικού αερίου που διαταράσσεται εξαιτίας του πολέμου.

Ο επικεφαλής οικονομολόγος της Dreyfus-Mellon, Βίνσεντ Ράινχαρτ, επισήμανε ότι η κεντρική τράπεζα καλείται να αντιμετωπίσει πληθωριστικές πιέσεις οι οποίες προέρχονται σε μεγάλο βαθμό από παράγοντες που βρίσκονται εκτός του ελέγχου της.

AI και δασμοί ενισχύουν τις πιέσεις

Πέρα από την ενέργεια, οι τεράστιες επενδύσεις σε κέντρα δεδομένων και άλλες υποδομές τεχνητής νοημοσύνης αυξάνουν τη ζήτηση για ηλεκτρική ενέργεια, ημιαγωγούς και τεχνολογικό εξοπλισμό. Η εξέλιξη ασκεί πιέσεις στις τιμές προϊόντων όπως οι φορητοί υπολογιστές και τα smartphones, αλλά και στο κόστος ηλεκτροδότησης.

Την ίδια στιγμή, οι νέοι δασμοί που επέβαλε η κυβέρνηση Τραμπ σε δεκάδες εμπορικούς εταίρους των ΗΠΑ δημιουργούν κίνδυνο ενός νέου κύματος ανατιμήσεων στα εισαγόμενα προϊόντα.

Αρκετοί οικονομολόγοι εκτιμούν ότι οι παραπάνω παράγοντες θα προκαλέσουν μόνο προσωρινή άνοδο των τιμών και όχι μια παρατεταμένη πληθωριστική έξαρση αντίστοιχη με εκείνη της περιόδου 2021-2022. Η Fed, όμως, έχει μικρότερο περιθώριο να αγνοήσει ακόμη και μια παροδική επιτάχυνση, καθώς ο πληθωρισμός παραμένει πάνω από τον στόχο της για περισσότερα από πέντε χρόνια.

Ο ετήσιος πληθωρισμός υποχώρησε τον Ιούνιο στο 3,5%, από 4,2% τον Μάιο, αλλά εξακολουθεί να απέχει σημαντικά από τον στόχο του 2%. Ο δομικός πληθωρισμός, ο οποίος εξαιρεί τις ευμετάβλητες τιμές ενέργειας και τροφίμων, παραμένει κοντά ή πάνω από το 3% από το 2023.

Παρότι τα τελευταία στοιχεία έδειξαν αισθητή επιβράδυνσή του τον Ιούνιο, ο δομικός πληθωρισμός ακολουθεί γενικά ανοδική πορεία από τον περασμένο Δεκέμβριο.

Η στρατηγική του Γουόρς

Από την ανάληψη των καθηκόντων του τον Μάιο, ο Κέβιν Γουόρς έχει καταστήσει σαφές ότι βασική του προτεραιότητα είναι η επιστροφή του πληθωρισμού στο 2%. Αποφεύγει, ωστόσο, να προσφέρει σαφή καθοδήγηση για τις επόμενες κινήσεις της Fed.

Σε αντίθεση με τον προκάτοχό του, Τζερόμ Πάουελ, ο Γουόρς έχει εγκαταλείψει σκόπιμα τη μελλοντική καθοδήγηση, αφήνοντας τις αγορές χωρίς τα σταθερά μηνύματα στα οποία είχαν συνηθίσει να βασίζονται την τελευταία δεκαετία.

Κατά την πρόσφατη κατάθεσή του στο Κογκρέσο, υπογράμμισε ότι η Fed επιδεικνύει «μηδενική ανοχή» απέναντι στον υψηλότερο πληθωρισμό. Στην πρώτη ανακοίνωση νομισματικής πολιτικής υπό την ηγεσία του διαβεβαίωσε επίσης ότι η κεντρική τράπεζα «θα διασφαλίσει τη σταθερότητα των τιμών».

Η στάση αυτή ενίσχυσε την αξιοπιστία της Fed ως προς την αντιμετώπιση του πληθωρισμού, αλλά ταυτόχρονα αύξησε τις προσδοκίες για συγκεκριμένες ενέργειες.

Ο πρώην πρόεδρος της Fed του Σεντ Λούις, Τζέιμς Μπούλαρντ, εκτίμησε ότι η επικοινωνιακή στρατηγική του Γουόρς ενίσχυσε σημαντικά την αξιοπιστία της κεντρικής τράπεζας. Προειδοποίησε, ωστόσο, ότι οι αγορές θα αρχίσουν πλέον να απαιτούν αποτελέσματα και όχι μόνο αυστηρές δηλώσεις.

Μια αύξηση θα μπορούσε, πάντως, να προκαλέσει την έντονη αντίδραση του Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος επέλεξε τον Γουόρς για τη θέση. Η Fed καλείται επομένως να αποδείξει όχι μόνο την αποφασιστικότητά της έναντι του πληθωρισμού, αλλά και την ανεξαρτησία της από τον Λευκό Οίκο.

Το στρατόπεδο της αύξησης

Η Citadel Securities συγκαταλέγεται στους οίκους που προβλέπουν αύξηση κατά 25 μονάδες βάσης. Ο επικεφαλής μακροοικονομικής στρατηγικής της, Φρανκ Φλάιτ, υποστηρίζει ότι μια τέτοια κίνηση θα ενίσχυε την αντιπληθωριστική αξιοπιστία του Γουόρς, θα υπογράμμιζε την ανεξαρτησία της Fed και θα «τερμάτιζε με εμφατικό τρόπο την εποχή της μελλοντικής καθοδήγησης».

Οι αναλυτές της UBS Global Research ανέφεραν επίσης ότι δεν θα εκπλήσσονταν εάν η Fed αύξανε τα επιτόκια για να αποδείξει την αποφασιστικότητά της απέναντι στον πληθωρισμό.

Ακόμη πιο επιθετική στάση υιοθετεί η Wrightson ICAP, η οποία θεωρεί πιθανότερη την αύξηση κατά 25 μονάδες βάσης από τη διατήρηση των επιτοκίων. Σύμφωνα με τους αναλυτές της, ο Γουόρς δύσκολα θα συναντούσε ευρεία αντίσταση στο εσωτερικό της επιτροπής εάν πίεζε για νομισματική σύσφιξη.

Αρκετά στελέχη της Fed έχουν εκφράσει παρόμοιες ανησυχίες. Η πρόεδρος της Fed του Ντάλας, Λόρι Λόγκαν, η οποία διαθέτει δικαίωμα ψήφου, υποστήριξε ότι ο πληθωρισμός δεν φαίνεται να επιστρέφει με βιώσιμο τρόπο στο 2% και ότι ελαφρώς υψηλότερα επιτόκια θα εξισορροπούσαν καλύτερα τους κινδύνους.

Ο διοικητής Κρίστοφερ Γουόλερ δήλωσε ότι η Fed δεν μπορεί απλώς να περιμένει να υποχωρήσει ο πληθωρισμός από μόνος του. Εάν ο δομικός δείκτης συνεχίσει να αυξάνεται, η επιτροπή θα πρέπει, κατά την άποψή του, να εξετάσει σύντομα μια νέα αύξηση.

Η πρόεδρος της Fed του Κλίβελαντ, Μπεθ Χάμακ, ανέφερε ότι ακούει για πρώτη φορά επιχειρηματίες να ζητούν υψηλότερα επιτόκια — μια ιδιαίτερα ασυνήθιστη εξέλιξη, καθώς οι επιχειρήσεις παραδοσιακά προτιμούν χαμηλότερο κόστος δανεισμού. Παράλληλα, ολοένα περισσότεροι καταναλωτές δηλώνουν ότι δυσκολεύονται να καλύψουν βασικές ανάγκες και εμφανίζονται απαισιόδοξοι για την οικονομία.

Γιατί η Fed μπορεί να περιμένει

Το στρατόπεδο υπέρ της διατήρησης των επιτοκίων εστιάζει στον κίνδυνο έναρξης ενός νέου κύκλου νομισματικής σύσφιξης. Όπως επισήμανε ο Μπούλαρντ, η Fed σπανίως προχωρά σε μία μόνο αύξηση. Επομένως, η επιτροπή δεν αποφασίζει απλώς για μια μεμονωμένη κίνηση, αλλά για το εάν είναι έτοιμη να δεσμευτεί σε μια ακολουθία αυξήσεων.

Ο Μαρκ Καμπάνα της Bank of America σημείωσε ότι, βάσει των στοιχείων των συμβολαίων μελλοντικής εκπλήρωσης από το 1994, η Fed δεν έχει αυξήσει ποτέ τα επιτόκια όταν η αγορά αποτιμούσε πιθανότητα χαμηλότερη του 60%. Με την τρέχουσα πιθανότητα κοντά στο 32%, μια αύξηση την Τετάρτη θα ήταν ιστορικά πρωτοφανής.

Υπάρχουν παράλληλα ενδείξεις ότι ο πληθωρισμός μπορεί να συνεχίσει να αποκλιμακώνεται. Η πτώση σχεδόν 10% στις τιμές των καυσίμων συνέβαλε σημαντικά στην επιβράδυνση του γενικού δείκτη τον Ιούνιο, ενώ το κόστος των ενοικίων αυξάνεται πλέον με πολύ ηπιότερους ρυθμούς σε σύγκριση με την περίοδο της πανδημίας.

Ο πρόεδρος της Fed της Νέας Υόρκης και αντιπρόεδρος της Επιτροπής Νομισματικής Πολιτικής, Τζον Γουίλιαμς, εκτιμά ότι υπάρχουν ενθαρρυντικές ενδείξεις πως ο πληθωρισμός έχει κορυφωθεί και θα συνεχίσει να υποχωρεί τα επόμενα τρίμηνα. Κατά την άποψή του, οι επιπτώσεις των προηγούμενων δασμών έχουν σε μεγάλο βαθμό απορροφηθεί, ενώ και οι νέοι δασμοί ενδέχεται να έχουν περιορισμένη επίδραση στις τιμές.

Ο επικεφαλής οικονομολόγος της NISA Investment Advisors, Στίβεν Ντάγκλας, θεωρεί ότι η Fed προσπαθεί προς το παρόν να επηρεάσει τις πληθωριστικές προσδοκίες μέσω της αυστηρής ρητορικής, χωρίς να χρειαστεί τελικά να αυξήσει τα επιτόκια εντός του 2026.

Αντίθετα, ο επικεφαλής οικονομολόγος της SMBC Americas και πρώην ανώτατο στέλεχος του αμερικανικού υπουργείου Οικονομικών, Τζόζεφ Λαβόρνια, υποστηρίζει ότι ιστορικά ο πληθωρισμός δεν αποκλιμακώθηκε ουσιαστικά χωρίς αποφασιστική παρέμβαση της Fed.

«Ο δομικός πληθωρισμός δεν πρόκειται να επιβραδυνθεί ως διά μαγείας», σημείωσε.

Ομόλογα και μετοχές σε στάση αναμονής

Η αυστηρότερη ρητορική της Fed, σε συνδυασμό με την άνοδο των ενεργειακών τιμών, έχει ήδη οδηγήσει σε αύξηση του κόστους δανεισμού. Η απόδοση του δεκαετούς αμερικανικού ομολόγου ξεπέρασε προσωρινά το 4,7%, φτάνοντας στο υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων περίπου 18 μηνών.

Οι αγορές μετοχών αντιμετωπίζουν την αβεβαιότητα με σχετική ψυχραιμία. Ο S&P 500 ενισχυόταν κατά 0,37%, στις 7.440,96 μονάδες, αν και ο κίνδυνος αύξησης των επιτοκίων περιόριζε τα κέρδη.

Ο δείκτης μεταβλητότητας VIX διαμορφωνόταν στις 18,06 μονάδες, υποχωρώντας κατά 3,27%, αλλά παρέμενε αισθητά υψηλότερα από τα πρόσφατα χαμηλά του.

Πέρα από την ίδια την απόφαση, οι επενδυτές θα εξετάσουν προσεκτικά τη διατύπωση της ανακοίνωσης της FOMC. Ιδιαίτερη σημασία θα έχει εάν η Fed διατηρήσει ή αφαιρέσει τη φράση ότι παραμένει «προσηλωμένη στους κινδύνους για τον πληθωρισμό», καθώς αυτό μπορεί να αποκαλύψει τις προθέσεις της ενόψει του Σεπτεμβρίου.

Η απόφαση θα ανακοινωθεί την Τετάρτη στις 21:00 ώρα Ελλάδας και θα ακολουθήσει στις 21:30 η συνέντευξη Τύπου του Γουόρς. Με δεδομένη την απόφασή του να εγκαταλείψει την παραδοσιακή μελλοντική καθοδήγηση, οι δηλώσεις του αναμένεται να αποτελέσουν τον σημαντικότερο καταλύτη για τις αγορές.

Διαβάστε επίσης 

Financial Times: Η FIFA σχεδιάζει να πουλήσει το 20% του Μουντιάλ σε ιδιώτη

Moody’s: «Καμπανάκι» για τη συμφωνία Meta – BlackRock ύψους 14 δισ. δολαρίων – Ο κίνδυνος υποβάθμισης

ASML: η Κίνα «σπάει» το μονοπώλιο στα μηχανήματα παραγωγής τσιπ – Τι διακυβεύεται για τον ολλανδικό κολοσσό