Οικονομία

Alpha Bank: Η συγκριτική θέση της χώρας στο μέτωπο των άμεσων ξένων επενδύσεων και οι απαραίτητες πολιτικές ενέργειες

  • NewsRoom
επενδυσεις


Στη νέα ανάλυση οικονομικών εξελίξεων που δημοσίευσε, η Alpha Bank αναλύει τη συγκριτική θέση της χώρας στο μέτωπο των άμεσων ξένων επενδύσεων, τη διαχρονική τους εξέλιξη και τις πολιτικές που απαιτούνται για να ενισχυθεί περαιτέρω η προσέλκυσή τους.

Όπως αναφέρει χαρακτηριστικά η ανάλυση:

Η διαμόρφωση ευνοϊκών χρηματοοικονομικών συνθηκών κατά τους τελευταίους μήνες στην ελληνική οικονομία δύναται να οδηγήσει, κατά το τρέχον έτος, στην οριστική διακοπή της φάσης αποεπένδυσης που πυροδότησε η οικονομική κρίση.

Η τρέχουσα συγκυρία χαρακτηρίζεται από τα ακόλουθα στοιχεία:

-Πρώτον, τη μεγάλη αύξηση της συνολικής κεφαλαιοποίησης των εισηγμένων εταιρειών.

-Δεύτερον, την τεράστια πτώση των επασφαλίστρων κινδύνων της Ελληνικής Δημοκρατίας και, κατά συνέπεια, των αποδόσεων των ελληνικών κρατικών τίτλων, καθώς για πρώτη φορά το ελληνικό Δημόσιο δανείζεται με έντοκα γραμμάτια που έχουν μηδενικό, ακόμη και αρνητικό επιτόκιο (Γράφημα 1).

-Τρίτον, τη συνεχιζόμενη βελτίωση της βιωσιμότητας του χρέους της Γενικής Κυβέρνησης, η οποία υποστηρίζεται από την ταχύτατη μείωση του κόστους δανεισμού, την καλύτερη του αναμενομένου δυναμική της οικονομικής μεγέθυνσης, την εμπέδωση της πολιτικής σταθερότητας και την υψηλότερη επίδοση όσον αφορά sτους δημοσιονομικούς στόχους. Ως αποτέλεσμα, συνεχίζεται η σταδιακή βελτίωση της διαβάθμισης της χώρας από τους οίκους αξιολόγησης, όπως πρόσφατα από τη Fitch.

-Τέταρτον, τη ραγδαία αποκλιμάκωση του κόστους δανεισμού του ελληνικού τραπεζικού συστήματος, όπως αντικατοπτρίστηκε στην πρόσφατη έκδοση ομολόγου Tier 2 από την Alpha Bank.

-Πέμπτον, την έντονα ανοδική πορεία της αγοράς οικιστικών και εμπορικών ακινήτων, όσον αφορά sτην πορεία τόσο των τιμών, όσο και της επενδυτικής δραστηριότητας.

-Τέλος, τη σημαντική βελτίωση του δείκτη επιχειρηματικών προσδοκιών τόσο στη βιομηχανία, όσο και στο λιανικό εμπόριο, οι οποίοι προσεγγίζουν τα επίπεδα του 2008.

Οι ανωτέρω παράγοντες δύνανται να ανατρέψουν την πτώση των εγχώριων επενδύσεων ως ποσοστό του ΑΕΠ που κληροδότησε η κρίση, υποστηρίζοντας έναν ταχύτερο ρυθμό οικονομικής ανάκαμψης και την περαιτέρω ενσωμάτωση της χώρας μας στην παγκόσμια αλυσίδα παραγωγής, μέσω της ενίσχυσης των άμεσων ξένων επενδύσεων.

Στο Γράφημα 2, απεικονίζεται η εξέλιξη των καθαρών άμεσων ξένων επενδύσεων (ΑΞΕ) στην Ελλάδα από το 2008 έως και το 2018, σε όρους ροών (flows) και ως ποσοστό του ΑΕΠ. Όπως φαίνεται, σημειώθηκε σημαντική κάμψη των καθαρών ροών μετά την έναρξη της κρίσης, στο επίπεδο των €249 εκατ. το 2010, ενώ το 2018 (€3.364 εκατ.) επανήλθαν σχεδόν στο επίπεδο του 2008.

Αντίστοιχα, οι καθαρές ροές των ΑΞΕ ως ποσοστό του ΑΕΠ, κατέγραψαν αξιοσημείωτες διακυμάνσεις καθ’ όλη τη διάρκεια της δεκαετίας και διαμορφώθηκαν το 2018 σε 1,8%, έναντι 1,3% το 2008. Η βελτίωση, από το 2015 και μετά, συμβάδισε με τη σταδιακή έξοδο της χώρας από την κρίση, την επίτευξη οριακών μεν, αλλά υψηλότερων ρυθμών ανάπτυξης, αλλά και με τα μέτρα του μεταρρυθμιστικού προγράμματος, στο πλαίσιο της δημοσιονομικής προσαρμογής, που άρχισαν να αποδίδουν καρπούς.

Παρά, όμως, τη βελτίωση που έχει επιτευχθεί τα τελευταία έτη, η χώρα μας παραμένει στις χαμηλές θέσεις της κατάταξης ως προς τις ΑΞΕ, μεταξύ των επιλεγμένων χωρών, (Γράφημα 3), αφού το συνολικό απόθεμά τους ως ποσοστό στο ΑΕΠ το 2018 (16%), υπολειπόταν σημαντικά του αντίστοιχου μέσου όρου των χωρών του ΟΟΣΑ (41%) και της ΕΕ (56%).

Σε επίπεδο κλαδικής ανάλυσης, το 2018, οι κλάδοι της οικονομίας με τα υψηλότερα μερίδια αποθέματος ΑΞΕ ήταν οι εξής: ενημέρωση & επικοινωνία (17,1%), εμπόριο (15,7%), προϊόντα πετρελαίου, χημικών, φαρμακευτικών και πλαστικού (12,3%), μεταφορές & αποθήκευση (11,5%), ηλεκτρική ενέργεια, αέριο, νερό (8,5%) και έπονται οι ιδιωτικές αγοραπωλησίες ακινήτων (7,4%), η διαχείριση ακίνητης περιουσίας (6,1%) και τα τρόφιμα-ποτά-καπνός (6,0%).

Αντίστοιχα, σε επίπεδο γεωγραφικής διάρθρωσης, οι χώρες με τα υψηλότερα μερίδια αποθέματος κεφαλαίων στην Ελλάδα ήταν η Γερμανία (22,7%), το Λουξεμβούργο (21,7%), η Ολλανδία (15,6%), η Ελβετία (10,2%), η Γαλλία (4,9%) και η Ιταλία (4,7%).

Δείτε ολόκληρη την ανάλυση της Alpha Bank εδώ.


ΣΧΟΛΙΑ