Αποφάσεις Εφετείων ή και του Αρείου Πάγου που έχουν επιδικάσει αποζημίωση εις βάρος του Δημοσίου παγώνουν αν υπάρχει υπόνοια κρατικής ενίσχυσης.
Σχεδόν αθόρυβα, μέσα στον νόμο που αφορά τη μεταφορά του ΟΠΕΚΕΠΕ στην Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων, εισήχθη μια ρύθμιση που αλλάζει ριζικά τον τρόπο με τον οποίο το Ελληνικό Δημόσιο αντιμετωπίζει τις υψηλές αξιώσεις ιδιωτικών επιχειρήσεων για αποζημίωση. Η προσθήκη νέου λόγου αναψηλάφησης στον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας φέρνει επιπλέον καθυστερήσεις ή και ματαίωση της καταβολής αποζημίωσης που έχει επιδικαστεί από τελεσίδικες ή ακόμη και αμετάκλητες αποφάσεις, εφόσον τεθεί ζήτημα απαγορευμένης κρατικής ενίσχυσης.
Πρόκειται για μια θεσμική τομή με σαφές ευρωπαϊκό υπόβαθρο, αλλά και με ιδιαίτερα βαριές πρακτικές συνέπειες, ιδίως για ιδιώτες που έχουν δικαιωθεί έναντι του Δημοσίου μετά από πολυετείς δικαστικούς αγώνες.
Τι είναι η αναψηλάφηση και ποιοι λόγοι υπήρχαν μέχρι σήμερα
Η αναψηλάφηση αποτελεί ένα από τα πιο εξαιρετικά ένδικα μέσα του ελληνικού δικονομικού συστήματος, επιτρέποντας να επανεξεταστεί μια υπόθεση που είχε τελεσιδικήσει στο Εφετείο ή ακόμη και είχε καταστεί αμετάκλητη στον Άρειο Πάγο, ουσιαστικά ανοίγοντάς την ξανά.
Ωστόσο, η αναψηλάφηση δεν λειτουργεί ως «δεύτερη έφεση», ούτε ως μηχανισμός γενικής επανεξέτασης μιας υπόθεσης. Αντιθέτως, επιτρέπει το εκ νέου άνοιγμα αποφάσεων μόνο σε περιπτώσεις βαριάς και αντικειμενικής δικονομικής ή ουσιαστικής πλημμέλειας, όπως όταν αποκαλύπτεται πλαστό έγγραφο, ψευδομαρτυρία, νέα κρίσιμα στοιχεία που δεν μπορούσαν να προσκομιστούν νωρίτερα ή όταν εκδίδεται οριστική απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου που διαπιστώνει παραβίαση θεμελιώδους δικαιώματος, κυρίως του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη.
Ο κοινός παρονομαστής όλων αυτών των λόγων είναι η εξαιρετικότητά τους, αφού πρακτικά η αναψηλάφηση λειτουργεί ως θεσμική δικλείδα ασφαλείας, όχι ως εργαλείο στρατηγικής επαναδιαπραγμάτευσης χαμένων υποθέσεων.
Η ενδεχόμενη κρατική ενίσχυση γίνεται νέος λόγος αναψηλάφησης
Με τη νέα ρύθμιση που διατυπώνεται στο άρθρο 111 του ν. 5264/2025, ο οποίος ψηφίστηκε λίγες ημέρες πριν τα Χριστούγεννα, προστίθεται ένας εντελώς διαφορετικός λόγος αναψηλάφησης: η μη προσήκουσα διερεύνηση απαγορευμένης κρατικής ενίσχυσης. Ο λόγος αυτός συνδέεται άμεσα με διαιτητικές αποφάσεις και με δικαστικές κρίσεις που ακολούθησαν την απόρριψη αγωγής ακύρωσής τους.
Σύμφωνα με το γράμμα του νόμου, αναψηλάφηση μπορεί να ζητηθεί όταν, μετά την απόρριψη αγωγής ακύρωσης διαιτητικής απόφασης, κινηθεί διαδικασία έρευνας πιθανής χορήγησης απαγορευμένης κρατικής ενίσχυσης ή όταν η Ευρωπαϊκή Επιτροπή γνωστοποιήσει ότι η αξίωση που επιδικάστηκε ενδέχεται να ερείδεται σε πράξεις ή παραλείψεις που μπορούν να συνιστούν κρατική ενίσχυση. Καθοριστικής σημασίας είναι το γεγονός ότι το ζήτημα της κρατικής ενίσχυσης δεν πρέπει να έχει αποτελέσει αντικείμενο προδικαστικού ερωτήματος προς το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης από τα εθνικά δικαστήρια που επιλήφθηκαν της υπόθεσης.
Με απλά λόγια, ο νέος λόγος αναψηλάφησης ενεργοποιείται σε μια πολύ συγκεκριμένη αλληλουχία γεγονότων:
- Αρχικά, εκδίδεται διαιτητική απόφαση που επιδικάζει αποζημίωση, συνήθως εις βάρος του Δημοσίου, κάτι που είναι πολύ σύνηθες καθώς στις περισσότερες δημόσιες συμβάσεις υπάρχει ρήτρα ότι σε τυχόν διαφορά που ανακύψει τα δύο μέρη (Δημόσιο και ιδιώτης) θα προσφύγουν σε διαιτητικό δικαστήριο για μεγαλύτερη ταχύτητα και αποτελεσματικότητα.
- Στη συνέχεια, η πλευρά που ηττήθηκε στη διαιτησία (εν προκειμένω το Δημόσιο) προσφεύγει στο δικαστήριο ζητώντας την ακύρωσή της, αλλά το δικαστήριο απορρίπτει την αγωγή ακύρωσης, αφήνοντας τη διαιτητική απόφαση σε ισχύ.
- Μετά την απόρριψη αυτή –και όχι νωρίτερα– κινείται διαδικασία έρευνας για το αν η επιδικασθείσα αποζημίωση ενδέχεται να συνιστά απαγορευμένη κρατική ενίσχυση ή η Ευρωπαϊκή Επιτροπή γνωστοποιεί ότι η αξίωση που επιδικάστηκε μπορεί να στηρίζεται σε πράξεις ή παραλείψεις που εμπίπτουν στο δίκαιο των κρατικών ενισχύσεων.

Καθοριστικό στοιχείο είναι ότι, κατά τη διάρκεια όλων των προηγούμενων δικαστικών σταδίων, το ζήτημα της κρατικής ενίσχυσης δεν εξετάστηκε ποτέ σε ευρωπαϊκό επίπεδο, καθώς κανένα από τα ελληνικά δικαστήρια που επιλήφθηκαν της υπόθεσης δεν υπέβαλε προδικαστικό ερώτημα στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Μόνο τότε, και υπό αυτές τις σωρευτικές προϋποθέσεις, ανοίγει η δυνατότητα αναψηλάφησης, με αποτέλεσμα να επανέρχεται στο προσκήνιο μια υπόθεση που μέχρι τότε θεωρούνταν οριστικά κλειστή.
Μάλιστα, η ρύθμιση δεν σταματά εδώ, αλλά προβλέπει ρητά ότι, όταν η αναψηλάφηση ασκείται για τον λόγο αυτό, δεν χωρεί εκτέλεση ούτε της δικαστικής ούτε της διαιτητικής απόφασης έως την έκδοση απόφασης επί της αναψηλάφησης. Με άλλα λόγια, η αποζημίωση «παγώνει» αυτοδικαίως, ακόμη και αν έχει επιδικαστεί τελεσίδικα και χωρίς να εξετάζεται αν η αναψηλάφηση έχει πιθανότητες να ευδοκιμήσει.
Μια αμφιλεγόμενη ρύθμιση
Το ευρωπαϊκό υπόβαθρο της ρύθμισης είναι σαφές. Το ελληνικό δίκαιο οφείλει να λαμβάνει υπόψη το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης περί ελεύθερου ανταγωνισμού και κρατικών ενισχύσεων, καθώς και την υπεροχή του έναντι του εθνικού δικαίου. Παράλληλα, η ΕΣΔΑ και η νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου επιβάλλουν σεβασμό στη δίκαιη δίκη, επιβάλλοντας θεσμικές διορθώσεις όταν προκύπτουν σοβαρά ελλείμματα συμμόρφωσης προς υπερκείμενους κανόνες.
Ωστόσο, ο τρόπος με τον οποίο ενσωματώθηκε ο νέος λόγος αναψηλάφησης στο ελληνικό δίκαιο προκαλεί εύλογη εντύπωση. Η ενεργοποίησή του δεν προϋποθέτει τελική κρίση περί ύπαρξης απαγορευμένης κρατικής ενίσχυσης. Αρκεί η έναρξη έρευνας ή ακόμη και μια απλή γνωστοποίηση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής προς το Ελληνικό Δημόσιο ότι «ενδέχεται» να τίθεται ζήτημα κρατικής ενίσχυσης. Η γνωστοποίηση αυτή δεν είναι καν αναγκαίο να είναι δημόσια στο μητρώο με όλες τις ανοιχτές έρευνες της Κομισιόν. Μπορεί απλά να πρόκειται για επιστολή, για προκαταρκτική επιφύλαξη ή για αλληλογραφία στο πλαίσιο προ-κοινοποίησης, την οποία ο ιδιώτης ενδέχεται να πληροφορηθεί εκ των υστέρων, μέσα από τη δικογραφία.
Το παράδοξο γίνεται πιο κατανοητό αν δει κανείς πώς προσεγγίζει το ζήτημα το ευρωπαϊκό δίκαιο. Από τη μία πλευρά, είναι πράγματι θεμιτό και νομικά επιβεβλημένο να ελέγχεται αν μια αποζημίωση που καταβάλλει το Δημόσιο σε ιδιώτη λειτουργεί στην πράξη ως κρατική ενίσχυση, δηλαδή αν προσφέρει οικονομικό πλεονέκτημα πέρα από ό,τι θα ίσχυε υπό κανονικές συνθήκες αγοράς και αν, εξαιτίας αυτού, μπορεί να επηρεάσει ή να στρεβλώσει τον ανταγωνισμό. Για το ενωσιακό δίκαιο δεν έχει καθοριστική σημασία το πώς «βαφτίζεται» μια πληρωμή στο εθνικό δίκαιο –αν ονομάζεται αποζημίωση, ρήτρα ή συμβατική υποχρέωση– αλλά το ποιο είναι το πραγματικό οικονομικό της αποτέλεσμα.
Έτσι, ακόμη και μια αποζημίωση που έχει επιδικαστεί δικαστικά, ακόμη και σε περίπτωση που ο ιδιώτης έχει δικαιωθεί πλήρως και το Δημόσιο φέρει την ευθύνη για τη ζημία, μπορεί να τεθεί υπό αμφισβήτηση αν κριθεί ότι η καταβολή της οδηγεί σε προνομιακή μεταχείριση και αλλοίωση των όρων ανταγωνισμού στην αγορά. Με άλλα λόγια, στο επίπεδο του ευρωπαϊκού δικαίου είναι απολύτως δυνατό να συνυπάρχουν δύο αλήθειες: Ότι ο ιδιώτης έχει δίκιο απέναντι στο Δημόσιο και, ταυτόχρονα, ότι η συγκεκριμένη πληρωμή δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί με τον τρόπο και στο ύψος που επιδικάστηκε, επειδή συγκρούεται με τους κανόνες περί κρατικών ενισχύσεων.
Από την άλλη πλευρά, άλλο πράγμα είναι ο ουσιαστικός έλεγχος αυτός και άλλο η αυτόματη αναστολή εκτέλεσης μιας αποζημίωσης εκατομμυρίων ευρώ, μόνο και μόνο επειδή ξεκίνησε μια έρευνα ή διατυπώθηκε μια επιφύλαξη. Στην πράξη, ο ιδιώτης που έχει δικαιωθεί έναντι του Δημοσίου, μετά από χρόνια δικαστικών ή διαιτητικών διαδικασιών, καλείται να περιμένει εκ νέου, με το βάρος του χρόνου και της αβεβαιότητας μεταφέρεται μονομερώς στον ιδιώτη, σε υποθέσεις που κατά κανόνα αφορούν πολύ μεγάλα οικονομικά μεγέθη.
Επομένως, το πραγματικό ερώτημα είναι αν η συμμόρφωση της Ελλάδας στις ευρωπαϊκές της υποχρεώσεις επιτυγχάνεται με τρόπο αναλογικό ή αν δημιουργείται ένα νέο πεδίο παρατεταμένης αβεβαιότητας για όσους έχουν ήδη δικαιωθεί απέναντι στο Δημόσιο.
Διαβάστε επίσης:
- Το καυτό παρασκήνιο με τους αγρότες στο ΜΜ, τα μουστοκούλουρα και τι κέρδισαν, οι προκλητικοί Τούρκοι, η στροφή Τσίπρα και η αλλαγή της Κάρυ
- Εντυπωσιάζουν οι νέες σουίτες στο γήπεδο του Παναθηναϊκού
- Η παγίδα των επιτοκίων: Πώς ο πόλεμος Τραμπ-Πάουελ θα μπορούσε να «κλειδώσει» το κόστος δανεισμού στα ύψη
- Σεβασμός στους αγρότες, σεβασμός σε όλους