ΥΓΕΙΑ

Καθηγήτρια Α. Κοτανίδου: «Έτσι βίωσα την πανδημία»

Αναστασία Κοτανίδου, Καθηγήτρια Πνευμονολογίας – Εντατικής Θεραπείας ΕΚΠΑ


«Μπροστάρισσα» στη μάχη με το νέο κορονοϊό, ως μάχιμη γιατρός μέσα από τη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας (ΜΕΘ) του νοσοκομείου «Ευαγγελισμός» αλλά και ως επικεφαλής της Επιστημονικής Επιτροπής για το σχεδιασμό των νέων κλινών στις ΜΕΘ του ΕΣΥ, είναι αναμφισβήτητα ένα από τα πρόσωπα – κλειδιά στην  επιτυχή διαχείριση της επιδημίας στη χώρα.

Η Αναστασία Κοτανίδου, καθηγήτρια Πνευμονολογίας – Εντατικής Θεραπείας ΕΚΠΑ, μίλησε για το πώς βίωσε η ίδια την πανδημία και το lockdown, τη νέα τάξη πραγμάτων που διαμορφώθηκε αλλά και την προετοιμασία  για νέες υγειονομικές απειλές που πιθανόν θα έρθουν στο μέλλον.

Στο νοσοκομείο, τον πρώτο καιρό της πανδημίας, ο νέος ιός και η άγνωστη συμπεριφορά του μπορούσε ανά πάσα στιγμή να ανατρέψει τα δεδομένα. Η αγωνία ήταν μεγάλη και καθημερινά ανέκυπταν νέα ζητήματα ζωής και θανάτου.

«Ως γιατρός στη ΜΕΘ για πολλά χρόνια, το αντικείμενο της δουλειάς μου ήταν πάντα πολύ δύσκολο και πάντα είχα να αντιμετωπίσω κάποια πάρα πολύ σοβαρά προβλήματα. Κατά την έναρξη της πανδημίας  αυτό που άλλαξε ήταν ότι δεν ξέραμε τι μας επιφυλάσσει η επόμενη μέρα. Η αγωνία ήταν μεγάλη. Ξεκινούσαμε κάτι το πρωί και κατά τη διάρκεια της ημέρας ή της νύχτας μπορούσαμε να δούμε μία νέα επιπλοκή. Κάτι καινούριο, το οποίο έπρεπε να το αντιμετωπίσουμε χωρίς να ξέρουμε ακριβώς την αιτία του ή ποια θα είναι η εξέλιξή του. Ουσιαστικά αυτό που βιώναμε ήταν η μεγάλη αγωνία για το τι θα γίνει στην επόμενη ώρα.

Όσο περνούσε ο καιρός, τα πράγματα έμπαιναν σε μία τάξη και βλέπαμε ότι, παρά τις αρχικές δυσκολίες μπορούσαμε να έχουμε πολύ καλά αποτελέσματα», ανέφερε η κα Κοτανίδου, στο πλαίσιο της ψηφιακής συζήτησης με τίτλο «Resilient Overcomers: Redefining Normal», που διοργάνωσε το Ελληνο-Αμερικανικό Εμπορικό Επιμελητήριο, με τη συνεργασία της Επιτροπής Women in Business (WIB).

Η αγωνία, όμως, δεν περιοριζόταν στις εγκαταστάσεις του νοσοκομείου, αλλά μεταφερόταν και στο σπίτι, αφού η νέα υγειονομική απειλή είχε ήδη αναστατώσει το οικογενειακό της περιβάλλον.

«Εγώ ουσιαστικά δεν πολυκατάλαβα το lockdown, γιατί δεν άλλαξε η καθημερινότητά μου. Αυτή ήταν η ζωή μου από πριν: πρωί-πρωί στο νοσοκομείο και πολύ αργά το βράδυ επιστροφή στο σπίτι. Τα πρώτα στάδια της πανδημίας ήταν πιο δύσκολα για το οικογενειακό μου περιβάλλον, το οποίο ανησυχούσε πολύ για την ασφάλειά μας, μήπως κολλήσω κάτι και το μεταφέρω στο σπίτι. Αυτή ήταν η αγωνία όλων όσοι βρίσκονταν γύρω από μένα στο σπίτι».

Ο φόβος για το νέο ιό, σε συνδυασμό με το αντικείμενο της δουλειάς της, την έφερε αντιμέτωπη και με την επιφυλακτικότητα των γύρω της, στο ευρύτερο κοινωνικό περιβάλλον της, αναδεικνύοντας τη στιγματοποίηση των υγειονομικών μέσα στη δίνη της πρωτόγνωρης κρίσης.

«Αυτό το οποίο στερήθηκα ήταν οι παρέες με τους φίλους μου, όταν είχαμε τη δυνατότητα να βρεθούμε και να κάνουμε κάποιες συζητήσεις ή να ανταλλάξουμε κάποιες πληροφορίες. Όλοι ήταν πολύ επιφυλακτικοί λόγω του ιού και ειδικά μαζί μου. Ακόμη και στο περιβάλλον της δουλειάς μου. Γιατί όλοι ήξεραν ότι είμαστε συνεχώς σε επαφή με τα κρούσματα και ήταν επιφυλακτικοί στο να μας πλησιάσουν ή να συζητήσουμε για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα σε έναν κλειστό χώρο».

Οι ατελείωτες ώρες στο νοσοκομείο και η αφοσίωσή της στους ασθενείς και το νέο ιό, είχαν ως αποτέλεσμα να «χάσει» τις εξελίξεις, σχετικά με όσα συνέβαιναν έξω από αυτό.

«Τέλος Μαΐου όταν τα πράγματα ήταν πολύ καλύτερα, πήγα στο μόνιμο παρκινγκ, το οποίο διατηρώ σε μεγάλο κεντρικό ξενοδοχείο. Φτάνοντας εκεί είδα ότι δεν υπήρχε κόσμος, ούτε αυτοκίνητα. Προχώρησα προς τη ρεσεψιόν να δω τι έχει γίνει, αλλά ήταν κλειστές και οι σκάλες και το ασανσέρ. Έψαχνα κάποιον άνθρωπο να μου πει τι συμβαίνει. Τελικά βρήκα έναν κύριο στο παρκινγκ και τον ρώτησα. Τότε μου εξήγησε ότι το ξενοδοχείο ήταν κλειστό εδώ και δυο μήνες τουλάχιστον. Για ‘μένα ήταν μεγάλη ανακάλυψη».

Η κα Κοτανίδου αναφέρθηκε και στις αλλαγές που επέφερε η πανδημία, κυρίως στον τομέα της επικοινωνίας, εκφράζοντας παράλληλα την πεποίθηση ότι παρά την δραστική επίδραση που είχε αρχικά στις κοινωνικές μας σχέσεις, η φυσική επαφή μας δεν πρόκειται να χαθεί.

«Οι τηλεδιασκέψεις ήρθαν για να μείνουν. Από εδώ και στο εξής πιστεύω πως ό,τι μπορούμε θα το κάνουμε μέσω τηλεδιάσκεψης και όχι δια ζώσης.

Πολλοί πιστεύουν ότι έτσι χάνουμε ένα κομμάτι το οποίο, ειδικά εμείς οι Έλληνες, το έχουμε πολύ βαθιά μέσα μας: τη φυσική επαφή. Δεν πρόκειται να την χάσουμε αυτή την επαφή ως γνήσιοι Έλληνες. Με το παραμικρό θα καταφέρουμε να βρισκόμαστε και από κοντά και οι τηλεδιασκέψεις απλώς θα βοηθούν τη δουλειά μας. Δεν θα χάσουμε την επαφή μεταξύ μας», τόνισε, και αναφέρθηκε στους λόγους για τους οποίους δεν θα «ξεφύγουμε» εύκολα από αυτήν την αλλαγή.

«Οι τηλεδιασκέψεις ήρθαν και θα μείνουν για μεγάλο χρονικό διάστημα, γιατί για να πούμε ότι τα πράγματα επανέρχονται στην προ Covid εποχή, θα πρέπει να αποκτήσουμε ένα πολύ μεγάλο ποσοστό ανοσίας. Και αυτό που δεν πρέπει να ξεχνάμε είναι ότι μπορεί να έρθει μία άλλη Covid, όχι 19 αλλά 22,23… Δεν ξέρω πώς θα λέγεται η επόμενη επιδημία, όμως, θα πρέπει πάντα να είμαστε έτοιμοι να την διαχειριστούμε.

Εμείς, τουλάχιστον, ως υγειονομικό προσωπικό, προετοιμαζόμαστε για οτιδήποτε θα μπορούσε να έρθει στο μέλλον, να είμαστε έτοιμοι να το αντιμετωπίσουμε και να μην κινδυνεύσουμε ούτε εμείς, ούτε ο κόσμος που θα βρίσκεται γύρω μας», τόνισε η κα Κοτανίδου.

Η πανδημία και ο εγκλεισμός παρείχαν και διδάγματα, με το βασικότερο εξ αυτών να είναι η ανάγκη εμπιστοσύνης προς τους ειδικούς, για την καλύτερη έκβαση των πραγμάτων.

«Αυτό το οποίο ουσιαστικά μας έμαθε είναι ότι όλα μπορούμε να τα αντιμετωπίσουμε, φτάνει να έχουμε συνείδηση και να ακολουθούμε κάποιες πολύ απλές οδηγίες που θα μας δώσει κάποιος που ξέρει καλύτερα από εμάς τα πράγματα. Αυτό θεωρώ ότι είναι κάτι που πρέπει να μας μείνει από αυτή την εμπειρία: ότι πρέπει να μάθουμε να εμπιστευόμαστε τους ανθρώπους που ξέρουν κάτι παραπάνω από εμάς και να μην τους βλέπουμε με καχυποψία. Αυτήν την εμπιστοσύνη θεωρώ ότι στην περίοδο του εγκλεισμού την είχαμε και όλοι δείξαμε ότι μπορούμε να το κάνουμε».

Αναφερόμενη στις αλλαγές που μπορεί να επιφέρει η πανδημία στη ζωή της εκτίμησε ότι αυτές δεν θα είναι σημαντικές, αφού δεν θα την εμποδίσουν να συνεχίσει να κάνει αυτό που αγαπά.

«Στη ζωή μου δεν πιστεύω ότι θα έχει μεγάλη επίδραση. Αυτό έκανα πολλά χρόνια, αυτό θα συνεχίσω να κάνω. Αγαπάω πάρα πολύ τη δουλειά μου, δίνομαι σε αυτή με πολύ μεγάλη θέληση. Δεν είναι κάτι το οποίο με δυσκολεύει. Για ‘μένα το σημαντικότερο είναι το πρωί να πας με χαρά στην εργασία σου και όταν επιστρέφεις να είσαι ικανοποιημένος από την ημέρα σου. Αυτό θεωρώ ότι είναι ό,τι καλύτερο μπορούμε να έχουμε για να είμαστε ευτυχείς στη δουλειά μας».

 

 


ΣΧΟΛΙΑ