Οικονομία & Επιχειρήσεις

Στα 7 δισ. το συνολικό «αποτύπωμα» του φαρμάκου στην οικονομία – Ευκαιρία για επενδύσεις η πανδημία


Σημαντικό είναι το «αποτύπωμα» του κλάδου του φαρμάκου στην ελληνική οικονομία με τη συνολική αξία για το 2018 να διαμορφώνεται στα 6,9  δισ., ποσό που αντιστοιχεί στο 3,7% του ΑΕΠ της χώρας.

Το ποσό αυτό, το οποίο είναι αυξημένο κατά 1 δισ. σε σχέση με το προηγούμενο έτος, περιλαμβάνει την άμεση επίδραση του κλάδου, μέσω της παραγωγής και εμπορίας των φαρμακευτικών σκευασμάτων αλλά και την έμμεση, μέσω της κατανάλωσης η οποία προκαλείται από τα εισοδήματα που δημιουργούνται.

Το real estate, τα ενοίκια, το χονδρικό εμπόριο, οι τράπεζες, οι λογιστικές και νομικές υπηρεσίες δέχονται σημαντική επίδραση, ενώ περισσότερο φαίνεται ότι ωφελούνται τα ξενοδοχεία και η εστίαση.

Είναι χαρακτηριστικό ότι για κάθε 1 ευρώ προστιθέμενης αξίας των εταιριών που δραστηριοποιούνται στον κλάδο του φαρμάκου, δημιουργούνται άλλα 3,1 ευρώ στο σύνολο της ελληνικής οικονομίας.

Η φαρμακοβιομηχανία χρηματοδοτεί περίπου 136000 θέσεις εργασίας, αριθμός που αντιστοιχεί στο περίπου 3,6% της συνολικής απασχόλησης, ενώ κάθε θέση εργασίας στον κλάδο υποστηρίζει άλλες 3 θέσεις απασχόλησης συνολικά στην οικονομία.

Η συμβολή στα φορολογικά έσοδα, χωρίς υποχρεωτικές επιστροφές (clawback) και εκπτώσεις (rebate), ανέρχεται στα 2 δις για το 2020, ενώ συμπεριλαμβανομένων των clawback και rebate το ποσό τείνει να διπλασιαστεί.

Σημαντικός είναι και ο ρόλος του φαρμακευτικού κλάδου στο συνολικό εξωτερικό εμπόριο, καθώς οι εξαγωγές φαρμακευτικών προϊόντων ανήλθαν το 2019 σε 1,9 δισ. ευρώ και αντιστοιχούν στο 4,4% του συνόλου των ελληνικών εξαγωγών όλων των αγαθών για το 2019.

Τα παραπάνω στοιχεία προκύπτουν από έκθεση του ΙΟΒΕ, η οποία παρουσιάστηκε σε διαδικτυακή συνέντευξη Τύπου του Συνδέσμου Φαρμακευτικών Επιχειρήσεων Ελλάδας (ΣΦΕΕ).

«Ο κλάδος του φαρμάκου είναι ένας κλάδος στρατηγικής σημασίας για τη χώρα μας με ισχυρό οικονομικό αποτύπωμα. Τόσο κατά τη μακρόχρονη οικονομική κρίση όσο και πρόσφατα με την πανδημία του κορονοϊού, απέδειξε ότι είναι εδώ, εξασφαλίζοντας επάρκεια φαρμάκων και καλύπτοντας όλες τις φαρμακευτικές ανάγκες των Ελλήνων ασφαλισμένων και ασθενών, στηρίζοντας τους επαγγελματίες υγείας, πολλές χιλιάδες θέσεις εργασίας αλλά και το ίδιο το σύστημα υγείας», σημείωσε ο πρόεδρος του ΣΦΕΕ, Ολύμπιος Παπαδημητρίου, κατά την παρουσίαση της έκθεσης.

Τόνισε, ωστόσο,  ότι η βιωσιμότητα των επιχειρήσεων απειλείται από την έλλειψη προβλεψιμότητας, την υπερφορολόγηση, την απουσία νέων φαρμάκων καθώς και την μερική μόνο υλοποίηση των νομοθετημένων και απαραίτητων μεταρρυθμίσεων.

«Μόνο αν δοθούν λύσεις στο θέμα της χρηματοδότησης και με την  αποτροπή της υπερφορολόγησης θα μπορέσει η Ελλάδα να προσελκύσει νέες επενδύσεις και κλινικές μελέτες. Είναι η στιγμή να αναγνωριστεί από την πολιτεία η σημαντική αναπτυξιακή δυναμική του φαρμακευτικού κλάδου, ώστε να μεγιστοποιηθεί η συμβολή του στην ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας», τόνισε ο πρόεδρος του ΣΦΕΕ.

Είναι ενδεικτικό ότι παρά τη σημαντική επίπτωση από τη δημοσιονομική προσαρμογή στη δημόσια χρηματοδότηση, η φαρμακοβιομηχανία εξακολουθεί να δαπανά σημαντικά ποσά για Έρευνα και Ανάπτυξη (Ε&Α), καθώς αντιπροσωπεύει το 5% της συνολικής ιδιωτικής δαπάνης για Ε&Α στην Ελλάδα (2017), ενώ μέχρι το 2019 διεξήχθησαν 2.811 κλινικές μελέτες ανεξαρτήτου τύπου και φάσης (1.604 ολοκληρωμένες).

Ευκαιρία για επενδύσεις

Σε όρους παραγωγής ο κλάδος εμφανίζει αυξημένη συνεισφορά, καταλαμβάνοντας το 3% της μεταποίησης και παρουσιάζοντας αύξηση κατά 60% από το 2015.

Εκτός από το 25% των ελληνικών φαρμάκων, το 21% των φαρμάκων ξένων εταιρειών παράγονται σε εγχώρια εργοστάσια, αποκαλύπτοντας ένα μεγάλο περιθώριο για προσέλκυση παραγωγικής δυναμικότητας στη χώρα, ειδικά μετά τις ανακατατάξεις που έφερε η πανδημία.

Η παραγωγή φαρμακευτικών προϊόντων σε αξία το 2018 προσέγγισε το 1 δισ. ευρώ, ενώ η προστιθέμενη αξία στα ανήλθε στα 559 εκατ. ευρώ (3,0% μερίδιο στον κλάδο της μεταποίησης).

«Κατά την κρίση του κορονοϊού η Ευρώπη αντιλήφθηκε ότι είναι εξαρτημένη από διάφορες χώρες όσον αφορά στο κομμάτι του σχεδιασμού στην αλυσίδα αξίας της, κάτι που αυτή τη στιγμή αναθεωρείται», τόνισε ο ο πρόεδρος του ΙΟΒΕ, Νίκος Βέττας, κάνοντας λόγο για «μοναδική ευκαιρία» που δίνεται στη χώρα, με επενδύσεις και τη διαμόρφωση του κατάλληλου περιβάλλοντος, να πάρει η μέρος από αυτήν την «πίτα» που θα έρθει στην Ευρώπη.

Στο ίδιο θέμα αναφέρθηκε και ο γενικός διευθυντής του ΣΦΕΕ, Μιχάλης Χειμώνας:

«Το 21% των φαρμάκων που διαθέτει ένα φαρμακείο, παράγονται ή συσκευάζονται στην Ελλάδα και ανήκουν σε ξένες εταιρείες. Είναι ένα σχετικά υψηλό ποσοστό στην Ευρώπη, ωστόσο ένα πιο θετικό περιβάλλον, με πιο σωστό μέτρο όσον αφορά στη φορολόγηση και στα κίνητρα θα μπορούσε να επιφέρει περαιτέρω αύξηση. Μετά το μάθημα της COVID, που έφερε όλη την Ευρώπη σε πάρα πολύ δύσκολη θέση, όλες οι χώρες εξετάζουν πώς θα μεταφέρουν παραγωγές στην Ευρώπη. Η Ελλάδα θα μπορούσε να βρεθεί κερδισμένη και όσον αφορά στις πρώτες ύλες αλλά και στην παραγωγή φαρμάκων», σημείωσε ο κος Χειμώνας, αναδεικνύοντας την ευκαιρία για συνεργασίες ελληνικών  και ξένων εταιρειών.

Οι παραγωγικές μονάδες που διαθέτει η χώρα είναι υψηλού επιπέδου, με αντίστοιχες πιστοποιήσεις. Στην παραγωγή απασχολούνται 17,1 χιλ. άτομα , εκ των οποίων το 60,6% διαθέτουν πτυχίο και μεταπτυχιακό.

«Τον θέλουμε αυτόν τον κλάδο, δένει με το αναπτυξιακό αφήγημα της χώρας. Τέτοιου τύπου δουλειές θέλουμε να δημιουργήσουμε στην Ελλάδα», τόνισε ο διευθυντής Έρευνας του ΙΟΒΕ,  Άγγελος Τσακανίκας.

Υπενθυμίζεται ότι την περασμένη εβδομάδα, ο υφυπουργός Υγείας Βασίλης Κοντοζαμάνης αναφέρθηκε σε ένα αναπτυξιακό σχέδιο για τη φαρμακευτική βιομηχανία, το οποίο αναμένεται να ανακοινωθεί σύντομα.


ΣΧΟΛΙΑ