bloomberg

Financial Times

Έτοιμη να «οπλίσει» ξανά η ΕΚΤ – Τα δύο σενάρια που βρίσκονται στο τραπέζι

  • του Martin Arnold
ΕΚΤ

Christine Lagarde. Επικεφαλης ΕΚΤ


Σε σαρωτική επανεξέταση του βασικού εργαλείου της για την αντιμετώπιση της κρίσης που έχει προκαλέσει η πανδημία προχωρά η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ). Μάλιστα, κορυφαίοι αξιωματούχοι της κεντρικής τράπεζας της Ευρωζώνης πιστεύουν πως η εν λόγω αναθεώρηση θα μπορούσε να οδηγήσει σε αμφιλεγόμενες αλλαγές στα άλλα προγράμματα αγοράς στοιχείων ενεργητικού που «τρέχει» η ΕΚΤ.

Η επανεξέταση θα αξιολογήσει τον αντίκτυπο του εμβληματικού προγράμματος αγοράς ομολόγων που λάνσαρε η ΕΚΤ μετά το ξέσπασμα της πανδημίας του νέου κορονοϊού, τον Μάρτιο, και επέκτεινε στα 1,35 τρισ. ευρώ τον Ιούνιο. Αυτό δήλωσαν στους Financial Times, υπό τον όρο της ανωνυμίας, δύο μέλη του διοικητικού συμβουλίου της ΕΚΤ.

Σύμφωνα με τις ίδιες πηγές, η επανεξέταση καλείται να απαντήσει σε σημαντικά ερωτήματα, όπως για πόσο καιρό θα πρέπει να συνεχιστεί το έκτακτο πρόγραμμα αγοράς στοιχείων ενεργητικού λόγω πανδημίας (Pandemic Emergency Purchase Programme – PEPP) και αν θα πρέπει κάποια από την επιπλέον ευελιξία που το χαρακτηρίζει να μεταφερθεί στα πιο μακροχρόνια προγράμματα αγοράς στοιχείων ενεργητικού της ΕΚΤ.

«Το να έχουμα αυτήν την έξτρα ευελιξία ήταν και είναι πολύ χρήσιμο», δήλωσε ένα από τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου της κεντρικής τράπεζας. Και πρόσθεσε ότι θα πρέπει να δουν όλα τα κομμάτια της εργαλειοθήκης με μεγάλη προσοχή. «Θα κάνουμε μια καλή συζήτηση, έναν καλό διάλογο, και δεν ξέρω πού θα καταλήξουμε», είπε χαρακτηριστικά.

Η ίδια η ΕΚΤ αρνήθηκε να σχολιάσει το θέμα, το οποίο αναμένεται να συζητηθεί από το διοικητικό συμβούλιο τον ερχόμενο μήνα και ενώ εντείνεται η συζητήση για το αν θα πρέπει να αρχίσει να καταρτίζει σχέδια για σταδιακή κατάργηση του PEPP ή να εξετάσει τυχόν περαιτέρω επέκταση του προγράμματος.

Μέχρι την εισαγωγή του νέου προγράμματος, οι αγορές κρατικών ομολόγων από την ΕΚΤ υπόκεινταν σε αυτοεπιβεβλημένους κανόνες, στόχος των οποίων ήταν να μην μπορεί να κατηγορηθεί η κεντρική τράπεζα ότι χρησιμοποιεί τη νομισματική πολιτική της για να χρηματοδοτεί κατευθείαν κυβερνήσεις, κάτι που είναι παράνομο σύμφωνα με το ενωσιακό δίκαιο.

Αυτό άλλαξε με το PEPP, το οποίο κατάργησε τον περιορισμό για αγορές ομολόγων μέχρι του 30% του χρέους μιας χώρας που ίσχυε μέχρι τότε και εισήγαγε μια πιο ευέλικτη ερμηνεία του κανόνα, ζητώντας οι αγορές κρατικών ομολόγων να είναι ανάλογες του μεγέθους της οικονομίας κάθε χώρας.

Άρχισε επίσης να αγοράζει ελληνικά κρατικά ομόλογα, σπάζοντας την παράδοση της ΕΚΤ να μην αγοράζει χρέος που δεν φέρει επενδυτική διαβάθμιση.

Ωστόσο, οποιαδήποτε κίνηση για την αύξηση της ευελιξίας του ευρύτερου προγράμματος αγοράς ομολόγων της ΕΚΤ είναι πιθανό να αποδειχθεί αμφιλεγόμενη, ιδίως μεταξύ των επικριτών της στη Γερμανία που ετοιμάζονται να προσφύγουν εκ νέου στο γερμανικό συνταγματικό δικαστήριο. Όταν το δικαστήριο αποφάνθηκε τον Μάιο ότι η ΕΚΤ έπρεπε να κάνει περισσότερα για να εξηγήσει γιατί με τις αγορές κρατικών ομολόγων της δεν παραβίαζε το δίκαιο της ΕΕ, επεσήμανε τους αυτοεπιβεβλημένους κανόνες ως βασικό λόγο για τον οποίο οι αγορές εξακολουθούσαν να είναι νόμιμες. Ένα δεύτερο μέλος του διοικητικού συμβουλίου είπε ότι η επανεξέταση θα κοιτάξει εάν η ΕΚΤ θα πρέπει να σταματήσει τη χρήση του PEPP και να επικεντρωθεί στην αύξηση της κλίμακας των άλλων προγραμμάτων αγοράς στοιχείων ενεργητικού της, δίνοντάς τους ενδεχομένως την ίδια πρόσθετη ευελιξία.

Όπως χαρακτηριστικά είπε ο δεύτερος αξιωματούχος της ΕΚΤ, «ίσως να είναι ευκολότερο για κάποιες εθνικές κεντρικές τράπεζες να δεχθούν ότι επεκτείνουμε το παραδοσιακό πρόγραμμα αγοράς στοιχείων ενεργητικού μας και όχι το PEPP».

Ορισμένα μέλη του συμβουλίου της ΕΚΤ φοβούνται ότι το PEPP θα μπορούσε να εξελιχθεί σε πιο μόνιμο κομμάτι του πλαισίου πολιτικής της κεντρικής τράπεζας, ειδικά μετά την παράτασή του από το τέλος του τρέχοντος έτους έως τον Ιούνιο του 2021. Ο Γενς Βάιντμαν, πρόεδρος της γερμανικής Bundesbank και ένα από τα παλαιότερα μέλη του διοικητικού συμβουλίου της ΕΚΤ, είπε αυτόν τον μήνα ότι «τα έκτακτα μέτρα νομισματικής πολιτικής πρέπει να μειωθούν όταν τελειώσει η κρίση». Πρόσθεσε δε: «Όταν αποφασίσαμε το PEPP, ήταν ιδιαίτερα σημαντικό για μένα να έχει ένα χρονικό όριο και να συνδέεται ρητά με την κρίση».

Μέχρι την περασμένη εβδομάδα, η ΕΚΤ είχε αγοράσει κρατικά ομόλογα 527 δισ. ευρώ στο πλαίσιο του PEPP, πέραν των 2,8 δισεκατομμύρια ευρώ και άνω που έχει ξοδέψει στο πλαίσιο άλλων προγραμμάτων αγοράς στοιχείων ενεργητικού. Ορισμένοι οικονομολόγοι αναμένουν ότι θα αυξήσει τις αγορές ομολόγων κατά 500 δισ. ευρώ επιπλέον, ίσως ακόμη και τον Δεκέμβριο που μας έρχεται, σε μια προσπάθεια να οδηγήσει τον πληθωρισμό ξανά προς τον στόχο της που είναι λίγο κάτω από το 2%.

Copyright The Financial Times Limited 2020

© 2020 The Financial Times Ltd. All rights reserved.



ΣΧΟΛΙΑ