bloomberg

Financial Times

FT: Γιατί οι εκλογές στην Ελλάδα θα μπορούσαν να είναι ευκαιρία για τους επενδυτές

  • Financial Times


Όταν οι επενδυτές σχημάτιζαν ουρές τον Μάρτιο για να δώσουν προσφορές κοντά στα 12 δισ. ευρώ για το νέο ομόλογο του Ελληνικού Δημοσίου, ήταν μία αλλαγή σελίδας για μια οικονομία που προσπαθεί να ξανακερδίσει τον σεβασμό των άλλων ύστερα από τρεις διασώσεις από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ) σε λιγότερο από μία δεκαετία. Η Ελλάδα βγήκε στις αγορές με 10ετές ομόλογο για πρώτη φορά μετά από εννέα χρόνια, αντλώντας 2,5 δισ. ευρώ.

Η απόδοση του 10ετούς ομολόγου έχει υποχωρήσει κατά μία ποσοστιαία μονάδα από τη στιγμή που η χώρα βγήκε από το τρίτο μνημόνιο, στα μέσα του 2018, στο 3,3%. Έχοντας φτάσει το 40% στο απόγειο της κρίσης.

Οι αποδόσεις των ομολόγων υποχωρούν όταν οι τιμές τους αυξάνονται, με την αύξηση της απόδοσης να πηγαίνει «χέρι με χέρι» με την αύξηση της αβεβαιότητας.

Η διαφορά απόδοσης (spread) ανάμεσα στο 10ετές ελληνικό ομόλογο και τον αντίστοιχο γερμανικό τίτλο -ένας ευρέως παρακολουθούμενος δείκτης για τις πολιτικές εντάσεις στην Ευρωζώνη- έχει υποχωρήσει κατά 70 μονάδες βάσης, στο 3,3%, με την απόδοση του 10ετούς γερμανικού Bund να κινείται σε μηδενικά επίπεδα.

«Δεν χωρά καμία αμφιβολία ότι η Ελλάδα έχει κάνει μεγάλη πρόοδο», λέει ο Andrey Kuznetsov, διαχειριστής χαρτοφυλακίων στην Hermes Investment Management.

Η βελτίωση της κατάστασης της ελληνικής οικονομίας συμβάλλει καθοριστικά στη διάσωση της πιστοληπτικής διαβάθμισης της χώρας, η οποία «έπιασε πάτο» το 2015 και έχει αρχίσει να ξανασκαρφαλώνει προς την επενδυτική βαθμίδα.

Αν και παραμένει σταθερά στην κατηγορία των «junk», ο οίκος Moody’s αναβάθμισε την χώρα τον Μάρτιο.

Όμως, τα ελληνικά ομόλογα ευνοούνται και από τις οικονομικές συνθήκες που επικρατούν ευρύτερα στην Ευρωζώνη, χάρη στις οποίες καταγράφεται μια γενικότερη υποχώρηση των αποδόσεων σε όλο το «μπλοκ».

«Είναι ένα θετικό οικονομικό περιβάλλον γενικά για τα spreads, οπότε ο κόσμος ψάχνει τις μεγαλύτερες δυνατές αποδόσεις και για την αγορά των κρατικών ομολόγων αυτό το προσφέρει η Ελλάδα», λέει ο Seamus Mac Gorain, διαχειριστής στην JPMorgan Asset Management.

Πρέπει, όμως, να γίνουν και άλλα.

Ευκαιρία οι εκλογές

Οι επενδυτές περιμένουν τις επικείμενες εκλογές, οι οποίες αναμένεται να γίνουν το αργότερο τον Οκτώβριο, που, όπως λένε, θα μπορούσαν να είναι ευκαιρία.

«Συνήθως στους επενδυτές δεν αρέσουν οι εκλογές, αλλά σε αυτήν την περίπτωση έχεις να επιλέξεις μεταξύ αυτής της κυβέρνησης, η οποία εκπλήρωσε τις προσδοκίες, και της αντιπολίτευσης, η οποία είναι πιο φιλική προς τις επιχειρήσεις, οπότε θεωρούμε ότι οι περισσότερες πιθανότητες είναι τα πράγματα να εξελιχθούν προς το καλύτερο και όχι προς το χειρότερο», λέει ο Mac Gorain.

«Κλειδί» ο τραπεζικός τομέας

Ένας άλλος παράγοντας για τους επενδυτές είναι η πρόοδος της Ελλάδας σε ό,τι έχει να κάνει με τον τραπεζικό της τομέα.

Οι ελληνικές τραπεζικές μετοχές υπεραποδίδουν τελευταία έναντι του μέσου όρου της Ευρωζώνης: Ο τραπεζικός δείκτης του Χρηματιστηρίου Αθηνών έχει ενισχυθεί κατά 4,7% από τότε που η Ελλάδα βγήκε από το τρίτο πρόγραμμα διάσωσης του ΔΝΤ, το περασμένο καλοκαίρι, όταν η αντίστοιχη άνοδος για τον τραπεζικό δείκτη Euro Stoxx είναι 1,7%.

Όμως, «τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια στο τραπεζικό σύστημα είναι ακόμη σε υψηλά επίπεδα», λέει ο Kuznetsov. Και προσθέτει: «Η Ελλάδα πρέπει να αλλάξει τους πτωχευτικούς νόμους της για να μπορούν οι τράπεζες να προχωρούν ευκολότερα σε κατασχέσεις, αλλά αυτό είναι ένα θέμα που δεν πρόκειται να λυθεί πριν από τις εκλογές».

Ο κρισιμότερος, όμως, παράγοντας για την πιστοληπτική διαβάθμιση της Ελλάδας είναι πιθανότατα η πρόσβασή της στις αγορές. Και αυτός είναι και ο λόγος που έσπευσε να προχωρήσει στην έκδοση νέων ομολόγων και όχι τόσο το ότι χρειαζόταν νέα κεφάλαια.

Μετά τα προγράμματα διάσωσης, η Ελλάδα βρέθηκε να χρωστά περισσότερο από το 75% του εθνικού χρέους της σε φορείς δημόσιου χαρακτήρα, όπως ο ESM. Τα χρέη αυτά είναι μακροπρόθεσμα, καθώς τα δάνεια, στο μεγαλύτερο μέρος τους, πρέπει να αποπληρωθούν από τα μέσα της δεκαετίας του 2020 και μετά, όπερ σημαίνει ότι η Ελλάδα δεν έχει μεγάλες άμεσες χρηματοδοτικές ανάγκες.

«Η πρόσβαση στις αγορές είναι σημαντική για τους οίκους αξιολόγησης», λέει ο Mac Gorain.

«Η στιγμή που η Ελλάδα άρχισε να βλέπει την πιστοληπτική διαβάθμισή της να παίρνει την κάτω βόλτα ήταν όταν έχασε την πρόσβαση στις αγορές, οπότε είναι πολύ σημαντικό να την ανακτήσει», προσθέτει.

Ωστόσο, ακόμη και οι πιο αισιόδοξοι επενδυτές παραδέχονται ότι θα πρέπει να δείξουν αρκετή υπομονή τα επόμενα χρόνια.

«Η Ελλάδα έχει μπροστά της πολύ δρόμο ακόμα», λέει χαρακτηριστικά ο Mac Gorain. «Η βασική μας υπόθεση είναι ότι η οικονομία και η πιστοληπτική διαβάθμιση θα συνεχίσουν να βελτιώνονται, αλλά ο λόγος του χρέους προς το ΑΕΠ είναι πολύ υψηλός και η ανάπτυξη σχετικά αργή, οπότε θα πάρει πολύ χρόνο», εξηγεί.

Η τρομακτική πτώση στο κενό της ύφεσης που βίωσε η Ελλάδα «διάβρωσε πραγματικά τον κοινωνικό ιστό και αποθάρρυνε επιχειρήσεις και ιδιώτες από το να κάνουν επενδύσεις στην οικονομία», λέει ο Robert Tipp, επικεφαλής επενδυτικής στρατηγικής στην εταιρεία διαχείρισης κεφαλαίων PGIM Fixed Income.

«Ως αποτέλεσμα, η ανάκαμψη είναι αργή. Είναι μια κοπιαστική ανάβαση προς θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης και [στο μέλλον] θα εξαρτηθεί από τον βαθμό στον οποίο η Ελλάδα δεν θα αποξενώσει [άλλο] τους επενδυτές», λέει ο ίδιος.

Το στοίχημα του index investing

Ο Robert Tipp έχει στο χαρτοφυλάκιό του ελληνικά ομόλογα, αλλά παραδέχεται ότι πρόκειται για ένα «super-contrarian trade».

Άλλωστε το γεγονός ότι η Ελλάδα είναι μια ανεπτυγμένη αγορά με πιστοληπτική διαβάθμιση «junk» δεν της επιτρέπει να συμπεριληφθεί στους σημαντικούς ομολογιακούς δείκτες, οι οποίοι επηρεάζουν σημαντικά το πώς οι επενδυτές θα επιμερίσουν τα κεφάλαιά τους.

«Αν η Ελλάδα συνεχίσει να σημειώνει [οικονομική] πρόοδο, θα ξαναμπεί στον κόσμο του «index investing», αλλά αυτό μπορεί να πάρει από δύο έως πέντε χρόνια», λέει ο Tipp. «Στο διάστημα αυτό, τα spreads των ελληνικών ομολόγων θα παραμείνουν μεγάλα σε σχέση με τα θεμελιώδη, ενώ η χώρα θα προσπαθεί να ανέβει βαθμίδες ώστε να φτάσει στην επενδυτική κατηγορία», προσθέτει.

Αυτό σημαίνει πως τα ελληνικά ομόλογα θα συνεχίσουν να ωφελούνται από τη σταδιακή αναβάθμιση της χώρας, αλλά με αργό ρυθμό.

«Η μεγάλη διαφορά απόδοσης (spread) από τα ομόλογα του πυρήνα της Ευρωζώνης θα είναι πιθανότατα εκεί για πολύ καιρό ακόμα», λέει ο Tipp.

«Για όσους επενδύουν σε ομόλογα», όμως, «αυτό θα είναι ένα δώρο με διάρκεια».