Για να μας βλέπεις πιο συχνά στα αποτελέσματα αναζήτησης: Add mononews.gr on Google

Πόσες ποδοσφαιρικές ομάδες μπορούν να συνδέσουν την ιστορία τους με έναν φτωχό μετανάστη που πουλούσε στρείδια με το ποδήλατο, τον Ουίνστον Τσόρτσιλ, τον Κώστα Νεστορίδη, τον Φέρεντς Πούσκας, τον Άγγελο Ποστέκογλου και τη Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ του σερ Άλεξ Φέργκιουσον;

Και πόσες μπορούν να ισχυριστούν ότι, ακόμη και όταν τους αφαιρέθηκε το όνομα με το οποίο τις γνώρισε ο κόσμος, οι φίλαθλοί τους συνέχισαν να τις αποκαλούν όπως πριν; Η Ελλάς Μελβούρνης τα έχει ζήσει όλα αυτά. Και φέτος ένα ακόμη σπουδαίο κεφάλαιο στην ιστορία της, κατακτώντας το Κύπελλο Αυστραλίας.

1

Η Σάουθ Μέλμπουρν, όπως ονομάζεται επισήμως σήμερα, επικράτησε της Μέλμπουρν Βίκτορι με 4-3 στα πέναλτι, έπειτα από το 0-0 της κανονικής διάρκειας και το 1-1 της παράτασης. Μπροστά σε 29.911 θεατές στο «AAMI Park», έγινε η πρώτη ομάδα εκτός της A-League που κατακτά το Australia Cup από την καθιέρωση της σύγχρονης μορφής της διοργάνωσης το 2014. Και το έκανε απέναντι σε έναν αντίπαλο με ιδιαίτερο συμβολισμό για την ιστορία της, αφού η Μέλμπουρν Βίκτορι δημιουργήθηκε στο πλαίσιο του νέου επαγγελματικού πρωταθλήματος από το οποίο η Ελλάς είχε αποκλειστεί το 2005.

Οι εξέδρες γέμισαν ελληνικές σημαίες, τα γαλανόλευκα κασκόλ υψώθηκαν και οι πανηγυρισμοί συνοδεύτηκαν από συρτάκι, μπουζούκι και ελληνικά τραγούδια. Το «Μα εγώ είμαι Έλληνας» του Νότη Σφακιανάκη ακούστηκε επανειλημμένα, ενώ το σύνθημα «Ελλάς, Ελλάς» κυριάρχησε στις εξέδρες. Για τους Έλληνες της Μελβούρνης, η κατάκτηση του τροπαίου συνδέθηκε με τις αναμνήσεις τριών γενεών μεταναστών, οι οποίοι μεγάλωσαν υποστηρίζοντας την ίδια ομάδα.

Πίσω από αυτόν τον θρίαμβο βρίσκεται μια ιστορία που ξεκίνησε το 1959, αλλά οι πραγματικές ρίζες της φτάνουν ακόμη πιο πίσω, στο 1923. Τότε που ένα παιδί από τη Λήμνο έφτασε στην Αυστραλία αναζητώντας μια καλύτερη ζωή, χωρίς να φαντάζεται ότι κάποτε θα δημιουργούσε έναν από τους σημαντικότερους ποδοσφαιρικούς συλλόγους της χώρας.

Ο Θησέας Μαρμαράς: Από το Ρεπανίδι της Λήμνου στον «βασιλιά των στρειδιών»

Στις 10 Ιουλίου 1910, στο Ρεπανίδι της Λήμνου, γεννήθηκε ο Θησέας Μαρμαράς, γνωστός αργότερα στην Αυστραλία ως Θίο Μαρμαράς. Το 1923, σε ηλικία μόλις 13 ετών, εγκατέλειψε την Ελλάδα και ταξίδεψε στη Μελβούρνη για να συναντήσει τον μεγαλύτερο αδελφό του, Άρθουρ. Έφτασε χωρίς χρήματα, χωρίς να γνωρίζει αγγλικά και χωρίς να έχει προηγουμένως φοιτήσει σε σχολείο.

Η πρώτη του δουλειά ήταν στο ζαχαροπλαστείο του αδελφού του. Έπλενε πιάτα, καθάριζε και αναλάμβανε όποια εργασία χρειαζόταν. Αργότερα αποφάσισε να ασχοληθεί με το εμπόριο στρειδιών, μεταφέροντας τα προϊόντα στους πελάτες του με ποδήλατο ή χρησιμοποιώντας το τραμ. Η καθημερινότητά του ήταν εξαντλητική. Η κόρη του, Όλγα, θυμόταν χρόνια αργότερα ότι η ίδια και η μητέρα της έβαζαν πάγο στα τραυματισμένα χέρια του όταν επέστρεφε από τη δουλειά. Οι συνθήκες εκείνης της περιόδου αποτυπώνουν τις δυσκολίες που αντιμετώπιζαν χιλιάδες Έλληνες μετανάστες στην προσπάθειά τους να δημιουργήσουν μια νέα ζωή στην Αυστραλία.

Ο Μαρμαράς, ωστόσο, αποδείχθηκε ιδιαίτερα ικανός επιχειρηματίας. Στις αρχές της δεκαετίας του 1930 είχε γίνει γνωστός στους δρόμους της Μελβούρνης, πουλώντας στρείδια σε ξενοδοχεία και απευθείας στο κοινό. Μέχρι το 1936 είχε ανοίξει ένα μικρό κατάστημα στην οδό Φλίντερς, απέναντι από τις αποβάθρες της πόλης.

Ακολούθησε η δημιουργία του «Melbourne Oyster Bar», το οποίο εξελίχθηκε σε μία από τις μεγαλύτερες επιχειρήσεις του είδους του. Ο Μαρμαράς προμηθευόταν στρείδια από το Σίδνεϊ και χρησιμοποιούσε ακόμη και αεροπορικές μεταφορές για να τα διανέμει σε ολόκληρη τη χώρα. Τον Μάρτιο του 1940 απέκτησε την αυστραλιανή υπηκοότητα, έχοντας ήδη καθιερωθεί στον επιχειρηματικό κόσμο.

Η φήμη του είχε ξεπεράσει τα σύνορα της Αυστραλίας. Το 1949, δημοσίευμα της εποχής τον περιέγραφε ως τον παγκοσμίως γνωστό «βασιλιά των στρειδιών της Μελβούρνης», αναφέροντας ότι είχε ξεκινήσει την επιχειρηματική του πορεία με λίγα χρήματα, μια σακούλα στρείδια και τεράστια πίστη στο προϊόν του.

Ακόμη πιο εντυπωσιακή είναι η σύνδεσή του με τον Ουίνστον Τσόρτσιλ. Κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, ο Μαρμαράς έστελνε αστακούς και στρείδια στον τότε Βρετανό πρωθυπουργό, καθώς και στο βρετανικό παλάτι. Μάλιστα, σύμφωνα με μεταγενέστερη ιστορική μαρτυρία, είχε κορνιζάρει τις ευχαριστήριες επιστολές που έλαβε από τον Τσόρτσιλ.

Η ομάδα σε ελληνική ταβέρνα το 1976

Στις αρχές της δεκαετίας του 1960 εγκατέλειψε σταδιακά το εμπόριο θαλασσινών και ασχολήθηκε με τον ταξιδιωτικό τομέα, αναλαμβάνοντας τη διεύθυνση του πρακτορείου «Ερμής». Η επιχειρηματική του δραστηριότητα συνοδευόταν από σημαντική κοινωνική προσφορά προς την ελληνική κοινότητα, η οποία μεγάλωνε διαρκώς στη μεταπολεμική Αυστραλία.

Το ποδόσφαιρο δεν αποτελούσε προσωπική του αγωνιστική εμπειρία. Ο Μαρμαράς δεν είχε υπάρξει ποδοσφαιριστής, αντιλήφθηκε όμως ότι ένας ισχυρός ελληνικός σύλλογος θα μπορούσε να συσπειρώσει τους μετανάστες της Μελβούρνης. Και αποφάσισε να διαθέσει χρήματα, χρόνο και προσωπικές δυνάμεις για να δημιουργήσει αυτή την ομάδα.

Η ίδρυση του 1959 και ο παππούς του Γιώργου Σαμαρά

Η μεγάλη ελληνική μετανάστευση προς την Αυστραλία μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο δημιούργησε πολυάριθμες κοινότητες σε πόλεις όπως η Μελβούρνη και το Σίδνεϊ. Οι Έλληνες αναζητούσαν χώρους συνάντησης, κοινωνικής δραστηριότητας και διατήρησης των δεσμών τους με την πατρίδα. Το ποδόσφαιρο προσφερόταν ιδανικά για αυτόν τον σκοπό. Στη Μελβούρνη υπήρχαν ήδη ποδοσφαιρικοί σύλλογοι που συνδέονταν με την ελληνική κοινότητα, όπως η Χελένικ και ο Γιάρα Παρκ Αίας. Παράλληλα, λειτουργούσε η Σάουθ Μέλμπουρν Γιουνάιτεντ, ένας παλαιότερος σύλλογος βρετανικών καταβολών, με ιστορία που ξεκινούσε από το 1890.

Ο Θησέας Μαρμαράς, ως πρόεδρος της Χελένικ, πρωτοστάτησε στην προσπάθεια συνένωσης των συλλόγων. Το 1959 πραγματοποιήθηκε η συγχώνευση της Χελένικ με τον Γιάρα Παρκ Αία και το 1960 ολοκληρώθηκε η ένωση με τη Σάουθ Μέλμπουρν Γιουνάιτεντ. Από αυτή τη διαδικασία προέκυψε η Σάουθ Μέλμπουρν Ελλάς, η οποία πραγματοποίησε την πρώτη αγωνιστική της περίοδο το 1960.

Η Ελλάς Μελβούρνης το 1961

Η νέα ομάδα υιοθέτησε το γαλάζιο και το λευκό, τα χρώματα της Χελένικ, που παρέπεμπαν ευθέως στην Ελλάδα. Στο έμβλημά της υπήρχαν επίσης έντονα ελληνικά χαρακτηριστικά, ενώ η ονομασία «Ελλάς» αποτέλεσε από την πρώτη στιγμή βασικό στοιχείο της ταυτότητάς της.

Στην ίδρυση του συλλόγου συμμετείχε και ο Γεώργιος Σαμαράς, παππούς του πρώην διεθνούς επιθετικού Γιώργου Σαμαρά. Πρόκειται για μια ενδιαφέρουσα σύνδεση δύο διαφορετικών γενεών του ελληνικού ποδοσφαίρου, αφού ο εγγονός του έφτασε αργότερα να αγωνιστεί στη Μάντσεστερ Σίτι, τη Σέλτικ και την Εθνική Ελλάδας.

Ο Μαρμαράς έγινε ο πρώτος πρόεδρος της Ελλάς Μελβούρνης και συνέχισε να υπηρετεί το ποδόσφαιρο για πολλά χρόνια. Το 1961 ανέλαβε σημαντικό διοικητικό ρόλο στην αναδιοργάνωση του αυστραλιανού ποδοσφαίρου και συμμετείχε στις διαδικασίες που οδήγησαν στην επανένταξη της Αυστραλίας στη FIFA τον Ιούλιο του 1963. Διετέλεσε πρόεδρος της ποδοσφαιρικής ομοσπονδίας της Βικτώριας μέχρι το 1967 και ξανά από το 1974 έως το 1978. Συνέβαλε επίσης στην αντιμετώπιση σοβαρών διοικητικών κρίσεων του αυστραλιανού ποδοσφαίρου, σε μια περίοδο κατά την οποία οι σύλλογοι των μεταναστευτικών κοινοτήτων είχαν ιδιαίτερα ισχυρή παρουσία.

Η κοινωνική του προσφορά αναγνωρίστηκε με σημαντικές τιμητικές διακρίσεις. Μεταξύ άλλων, του απονεμήθηκε το Χρυσό Μετάλλιο του Αγίου Όρους, ενώ τιμήθηκε και για την προσφορά του στην αυστραλιανή κοινωνία. Συμπεριλήφθηκε επίσης στους πρώτους τιμώμενους του αυστραλιανού ποδοσφαιρικού Hall of Fame.

Ο Θησέας Μαρμαράς πέθανε το 1984, τη χρονιά κατά την οποία η ομάδα που είχε δημιουργήσει κατέκτησε το πρώτο εθνικό πρωτάθλημα της ιστορίας της. Μέχρι σήμερα, η Σάουθ Μέλμπουρν απονέμει κάθε χρόνο το μετάλλιο «Θίο Μαρμαράς» στον κορυφαίο ποδοσφαιριστή της.

Από τον Νεστορίδη στον Πούσκας και από τον Ποστέκογλου στο «Μαρακανά»

Η Ελλάς Μελβούρνης άρχισε να κατακτά τίτλους πολύ πριν δημιουργηθεί το σύγχρονο επαγγελματικό ποδόσφαιρο της Αυστραλίας. Με έδρα την περιοχή του Άλμπερτ Παρκ, αναδείχθηκε πρωταθλήτρια Βικτώριας το 1962, το 1964, το 1965, το 1966, το 1972, το 1974 και το 1976. Οι επιτυχίες αυτές την καθιέρωσαν ως έναν από τους ισχυρότερους συλλόγους της πολιτείας, με μεγάλη οπαδική βάση και έντονη παρουσία της ελληνικής κοινότητας.

Στα μέσα της δεκαετίας του 1960, η ομάδα συνδέθηκε με ένα από τα μεγαλύτερα ονόματα του ελληνικού ποδοσφαίρου, τον Κώστα Νεστορίδη. Ο θρυλικός επιθετικός της ΑΕΚ ταξίδεψε στην Αυστραλία και φόρεσε τη φανέλα της Ελλάς, προκαλώντας ενθουσιασμό στους ομογενείς. Η παρουσία του αποτέλεσε σημαντικό γεγονός για την ελληνική κοινότητα, καθώς πολλοί είχαν την ευκαιρία να παρακολουθήσουν από κοντά έναν ποδοσφαιριστή που γνώριζαν μέχρι τότε κυρίως από τις ειδήσεις της πατρίδας.

Το 1977 η Σάουθ Μέλμπουρν αποτέλεσε ένα από τα ιδρυτικά μέλη της National Soccer League, της πρώτης εθνικής ποδοσφαιρικής διοργάνωσης της Αυστραλίας. Συμμετείχε ανελλιπώς και στις 28 αγωνιστικές περιόδους της, από το 1977 μέχρι το 2004, κατακτώντας τέσσερα εθνικά πρωταθλήματα, το 1984, το 1991, το 1998 και το 1999. Στο ενεργητικό της πρόσθεσε επίσης δύο Κύπελλα της National Soccer League, διαμορφώνοντας έναν από τους σημαντικότερους τίτλους διακρίσεων στην ιστορία του αυστραλιανού ποδοσφαίρου.

Ο πρώτος εθνικός τίτλος, το 1984, είχε ξεχωριστό χαρακτήρα. Η Ελλάς Μελβούρνης αντιμετώπισε στον τελικό την Ολύμπικ Σίδνεϊ, έναν ακόμη σύλλογο που είχε ιδρυθεί από Έλληνες μετανάστες, το 1957. Ήταν μια ιστορική συνάντηση δύο ομάδων με κοινές ελληνικές ρίζες, γαλανόλευκα χρώματα και πολυάριθμους ομογενείς στις εξέδρες.

Όταν ο Φέρεντς Πούσκας ήταν προπονητής της Ελλάς Μελβούρνης

Το 1989 εμφανίστηκε στη Μελβούρνη ένας από τους μεγαλύτερους ποδοσφαιριστές όλων των εποχών. Ο Φέρεντς Πούσκας, ο θρυλικός Ούγγρος της Ρεάλ Μαδρίτης και πρώην προπονητής του Παναθηναϊκού, ανέλαβε την τεχνική ηγεσία της Ελλάς. Ο άνθρωπος που είχε οδηγήσει το «τριφύλλι» στον τελικό του Κυπέλλου Πρωταθλητριών το 1971, στο «Γουέμπλεϊ», συνέχισε την προπονητική του διαδρομή στην Αυστραλία.

Ο Πούσκας εργάστηκε στη Σάουθ Μέλμπουρν από το 1989 έως το 1992 και την οδήγησε στην κατάκτηση του πρωταθλήματος το 1991. Ήταν ο τελευταίος εθνικός τίτλος που κατέκτησε ο σύλλογος έχοντας ακόμη τη λέξη «Ελλάς» στην επίσημη επωνυμία του. Η παρουσία του Ούγγρου προπονητή συνέδεσε δύο διαφορετικές περιόδους του ελληνικού ποδοσφαίρου, εκείνη του Παναθηναϊκού του 1971 και εκείνη της ομογένειας της Αυστραλίας.

Στο μεταξύ, μέσα από την ομάδα είχε αναδειχθεί ο Άγγελος Ποστέκογλου. Γεννημένος στην Ελλάδα, μετανάστευσε σε μικρή ηλικία στην Αυστραλία και μεγάλωσε μέσα στο περιβάλλον της ελληνικής κοινότητας. Αγωνίστηκε για χρόνια στη Σάουθ Μέλμπουρν, κατακτώντας τίτλους ως ποδοσφαιριστής και αναπτύσσοντας ιδιαίτερη σχέση με τον Πούσκας.

Το 1996 ο Ποστέκογλου ανέλαβε την τεχνική ηγεσία της ομάδας. Μέσα σε λίγα χρόνια την οδήγησε σε δύο συνεχόμενα εθνικά πρωταθλήματα, το 1998 και το 1999, δημιουργώντας μία από τις πιο επιτυχημένες περιόδους της ιστορίας της. Η προπονητική του διαδρομή συνεχίστηκε στην Αυστραλία, στην εθνική ομάδα της χώρας, στην Ιαπωνία, στη Σέλτικ και στην Premier League, με κορυφαία διάκριση την κατάκτηση του Europa League με την Τότεναμ το 2025.

Το πρωτάθλημα του 1999 έδωσε στην Ελλάς Μελβούρνης τη δυνατότητα να συμμετάσχει στο πρωτάθλημα συλλόγων Ωκεανίας. Στις 29 Σεπτεμβρίου εκείνης της χρονιάς κατέκτησε τον τίτλο στα Φίτζι και εξασφάλισε το εισιτήριο για το πρώτο Παγκόσμιο Κύπελλο Συλλόγων της FIFA, που διεξήχθη τον Ιανουάριο του 2000 στη Βραζιλία.

Η Ελλάς Μελβούρνης, η ομάδα του 2000 που αγωνίστηκε στο Παγκόσμιο Κύπελλο Συλλόγων

Ήταν μια πρωτοφανής στιγμή για τον σύλλογο. Η ομάδα των Ελλήνων μεταναστών θα αντιμετώπιζε συλλόγους που συγκαταλέγονταν στους μεγαλύτερους του πλανήτη, σε μια διοργάνωση με συμμετοχές όπως η Ρεάλ Μαδρίτης, η Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ, η Κορίνθιανς και η Βάσκο ντα Γκάμα.

Στις 6 Ιανουαρίου 2000 η Σάουθ Μέλμπουρν μπήκε στον αγωνιστικό χώρο του «Μαρακανά», στο Ρίο ντε Τζανέιρο, για να αντιμετωπίσει τη Βάσκο ντα Γκάμα. Περίπου 66.000 θεατές παρακολούθησαν την αναμέτρηση απέναντι σε μια βραζιλιάνικη ομάδα με ποδοσφαιριστές όπως ο Ρομάριο, ο Εντμούντο, ο Ζουνίνιο Περναμπουκάνο και ο Ζορζίνιο. Η Ελλάς ηττήθηκε με 2-0, έχοντας κρατήσει το αποτέλεσμα σε χαμηλά επίπεδα μέχρι τα τελευταία λεπτά.

Ακολούθησε η αναμέτρηση με τη μεξικανική Νεκάξα, στην οποία σημειώθηκε το μοναδικό γκολ της ομάδας στη διοργάνωση. Σκόρερ ήταν ο Τζόνι Αναστασιάδης, ο οποίος είχε αγωνιστεί στον ΠΑΟΚ από το 1988 έως το 1997. Το όνομά του συνδέθηκε έτσι με μία από τις σημαντικότερες στιγμές της διεθνούς παρουσίας του συλλόγου.

Στο τρίτο παιχνίδι η Σάουθ Μέλμπουρν αντιμετώπισε τη Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ του σερ Άλεξ Φέργκιουσον, πρωταθλήτρια Ευρώπης του 1999. Απέναντί της βρέθηκαν ποδοσφαιριστές όπως ο Ντέιβιντ Μπέκαμ, ο Ρόι Κιν, ο Ράιαν Γκιγκς και ο Πολ Σκόουλς. Οι Άγγλοι επικράτησαν με 2-0, αλλά για την Ελλάς η παρουσία σε αυτή τη διοργάνωση αποτέλεσε ιστορικό ορόσημο.

Στο ρόστερ εκείνης της περιόδου υπήρχαν σημαντικοί ποδοσφαιριστές του αυστραλιανού ποδοσφαίρου, όπως ο Πολ Τριμπόλι και ο Βον Κόβενι. Ο Τριμπόλι αγωνίστηκε στη Σάουθ Μέλμπουρν επί 16 χρόνια, από το 1988 έως το 2004, καταγράφοντας 430 συμμετοχές και 115 γκολ. Στην αποστολή του Παγκοσμίου Κυπέλλου Συλλόγων βρίσκονταν επίσης επτά ποδοσφαιριστές ελληνικής καταγωγής, οι Στίβεν Ιωσηφίδης, Κον Μπλάτσης, Στιβ Πανόπουλος, Τζορτζ Γκουτζιούλης, Τας Ψωνής, Τζιμ Τσεκίνης και Τζόνι Αναστασιάδης.

Η διεθνής αναγνώριση επισφραγίστηκε όταν η Διεθνής Ομοσπονδία Ιστορίας και Στατιστικής Ποδοσφαίρου ανέδειξε τη Σάουθ Μέλμπουρν κορυφαίο σύλλογο της Ωκεανίας για τον 20ό αιώνα. Περισσότεροι από 50 ποδοσφαιριστές που πέρασαν από την ομάδα έχουν φορέσει τη φανέλα της εθνικής Αυστραλίας, στοιχείο που αποτυπώνει τη συμβολή της στην ανάπτυξη του αθλήματος στη χώρα.

Η αλλαγή ονόματος, ο αποκλεισμός του 2005 και η επιστροφή στο προσκήνιο

Η δεκαετία του 1990 έφερε σημαντικές αλλαγές στο αυστραλιανό ποδόσφαιρο. Οι ποδοσφαιρικές αρχές επιδίωξαν να περιορίσουν τις εθνικές αναφορές στις επίσημες ονομασίες και στα εμβλήματα των συλλόγων, στο πλαίσιο μιας ευρύτερης προσπάθειας αναδιοργάνωσης του αθλήματος. Το 1996 η Σάουθ Μέλμπουρν Ελλάς υποχρεώθηκε να εγκαταλείψει την ιστορική της επωνυμία.

Αρχικά χρησιμοποιήθηκε η ονομασία Σάουθ Μέλμπουρν Λέικερς, ενώ ακολούθησαν και άλλες αλλαγές μέχρι την καθιέρωση της σημερινής ονομασίας, Σάουθ Μέλμπουρν. Για πολλούς Έλληνες φιλάθλους, η απομάκρυνση της λέξης «Ελλάς» από τον επίσημο τίτλο αποτέλεσε δυσάρεστη εξέλιξη. Στην καθημερινότητά τους, πάντως, η ομάδα συνέχισε να αποκαλείται Ελλάς Μελβούρνης.

Ακόμη μεγαλύτερη αλλαγή ήρθε το 2004, όταν ολοκληρώθηκε η λειτουργία της National Soccer League και αποφασίστηκε η δημιουργία της A-League. Το νέο πρωτάθλημα ξεκίνησε το 2005, με διαφορετική εμπορική και οργανωτική δομή, βασισμένη σε αδειοδοτημένους συλλόγους και χωρίς το παραδοσιακό σύστημα ανόδου και υποβιβασμού. Η Ελλάς Μελβούρνης έμεινε εκτός. Παρά τα τέσσερα εθνικά πρωταθλήματα, τη συμμετοχή στο Παγκόσμιο Κύπελλο Συλλόγων και την ισχυρή οπαδική της βάση, δεν εξασφάλισε άδεια συμμετοχής στη νέα κορυφαία κατηγορία. Έτσι, ένας από τους ιστορικότερους συλλόγους της χώρας βρέθηκε να αγωνίζεται στις διοργανώσεις της Βικτώριας.

Η απόφαση συνδέθηκε με τη συνολική αλλαγή φιλοσοφίας του αυστραλιανού ποδοσφαίρου. Το νέο πρωτάθλημα έδωσε προτεραιότητα σε διαφορετικό μοντέλο συλλόγων, με στόχο την προσέλκυση ευρύτερου κοινού και την ανάπτυξη νέων εμπορικών αγορών. Η πολιτική αυτή περιόρισε τον ρόλο αρκετών ιστορικών ομάδων που είχαν ιδρυθεί από μεταναστευτικές κοινότητες.

Ανάμεσα στους νέους συλλόγους της A-League ήταν και η Μέλμπουρν Βίκτορι, η οποία ιδρύθηκε το 2004 και άρχισε να αγωνίζεται στο νέο πρωτάθλημα το 2005. Η παρουσία της στην κορυφαία κατηγορία, την ώρα που η Ελλάς παρέμενε εκτός, δημιούργησε μια ιδιαίτερη αντιπαλότητα σε επίπεδο ιστορίας και ποδοσφαιρικής ταυτότητας.

Η Σάουθ Μέλμπουρν συνέχισε να κατακτά τίτλους στη Βικτώρια. Αναδείχθηκε πρωταθλήτρια το 2006, το 2014 και το 2016, ενώ πρόσθεσε στη συλλογή της και νέες διακρίσεις στις πολιτειακές διοργανώσεις. Στην τεχνική της ηγεσία βρέθηκε για χρόνια ο Τζόνι Αναστασιάδης, με τον αδελφό του, Ντιν Αναστασιάδη, να επιστρέφει στην ομάδα ως τερματοφύλακας.

Οι προσπάθειες επιστροφής στην A-League υπήρξαν επανειλημμένες. Από το 2007 έως το 2018 ο σύλλογος επιχείρησε αρκετές φορές να εξασφαλίσει άδεια συμμετοχής, χωρίς αποτέλεσμα. Το 2018 διεκδίκησε θέση στο διευρυμένο πρωτάθλημα, αλλά η επιλογή των διοργανωτών ήταν η Γουέστερν Γιουνάιτεντ.

Η κατάσταση άρχισε να διαφοροποιείται τα τελευταία χρόνια. Το 2025 η Σάουθ Μέλμπουρν κατέκτησε το πρώτο Australian Championship, μια νέα εθνική διοργάνωση που έφερε ξανά στο προσκήνιο ιστορικούς συλλόγους εκτός της A-League. Η επιτυχία αυτή αποτέλεσε σημαντικό βήμα στην προσπάθεια επαναφοράς της ομάδας στο επαγγελματικό επίπεδο.

Το 2026 συμμετείχε στην πρώτη OFC Pro League, την επαγγελματική διοργάνωση συλλόγων της Ωκεανίας. Έφτασε μέχρι τον τελικό, όπου στις 24 Μαΐου ηττήθηκε με 2-1 από την Όκλαντ στο «Ίντεν Παρκ» της Νέας Ζηλανδίας. Είχε προηγουμένως επικρατήσει με 4-0 της Βανουάτου Γιουνάιτεντ στον ημιτελικό, επιβεβαιώνοντας την αγωνιστική της πρόοδο. Η συμμετοχή στη διοργάνωση της Ωκεανίας έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς η Αυστραλία έχει αποχωρήσει από την ποδοσφαιρική συνομοσπονδία της περιοχής από το 2006 και ανήκει πλέον στην ασιατική συνομοσπονδία. Η Σάουθ Μέλμπουρν, ωστόσο, βρήκε μέσα από την OFC Pro League μια νέα δυνατότητα διεθνούς παρουσίας. Στις 11 Αυγούστου 2026 ο σύλλογος ανακοίνωσε επίσημα την πρόθεσή του να ξεκινήσει συζητήσεις για την απόκτηση αδειών συμμετοχής στην ανδρική και τη γυναικεία A-League. Η διοίκηση υποστήριξε ότι η ομάδα έχει πραγματοποιήσει σημαντική πρόοδο τόσο αγωνιστικά όσο και οργανωτικά, διαθέτοντας πλέον τις προϋποθέσεις για επιστροφή στο κορυφαίο επίπεδο.

Οι φίλαθλοι της Ελλάς παίρνουν τα παιδιά τους με τα μπλε κασκόλ και τις φανέλες και περπατούν μέχρι το Lakeside Stadium για να στήσουν τα Σαββατοκύριακα τη δικιά τους γιορτή

Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσίασε, περισσότερες από 150 επιχειρήσεις υποστηρίζουν οικονομικά τον σύλλογο. Παράλληλα, η μακροχρόνια συμφωνία χρήσης του «Lakeside Stadium» προσφέρει σταθερή γηπεδική βάση, ενώ η συμμετοχή στην OFC Pro League επιταχύνει τη μετάβαση σε πλήρως επαγγελματικό περιβάλλον.

Στις 24 Αυγούστου 2026 επιβεβαιώθηκε επίσης ότι η Σάουθ Μέλμπουρν πληρούσε τις προϋποθέσεις αδειοδότησης για τη συμμετοχή στην OFC Pro League του 2027. Η ομάδα εξασφάλισε έτσι τη συνέχιση της διεθνούς παρουσίας της, με προγραμματισμένους αγώνες της διοργάνωσης και στο «Lakeside Stadium».

Το ιστορικό Κύπελλο του 2026, οι Έλληνες της ομάδας και η επόμενη ημέρα

Η πορεία προς την κατάκτηση του Κυπέλλου Αυστραλίας αποτέλεσε την κορύφωση μιας ιδιαίτερα επιτυχημένης χρονιάς. Η Σάουθ Μέλμπουρν απέκλεισε ομάδες της A-League, μεταξύ των οποίων την Αδελαΐδα Γιουνάιτεντ, αποδεικνύοντας ότι μπορούσε να ανταγωνιστεί συλλόγους της κορυφαίας επαγγελματικής κατηγορίας. Στον ημιτελικό αντιμετώπισε τη Λάιονς και επικράτησε με 3-1, εξασφαλίζοντας την παρουσία της στον τελικό.

Πρωταγωνιστής του ημιτελικού ήταν ο Μπουλ Τζουάτς, ο οποίος πέρασε ως αλλαγή στο δεύτερο ημίχρονο και σημείωσε και τα τρία γκολ της ομάδας του. Η Λάιονς είχε προηγηθεί με τον Τζάκσον Χαρτ-Φίλιπς, όμως ο Τζουάτς ισοφάρισε οκτώ λεπτά μετά την είσοδό του, ολοκλήρωσε την ανατροπή περίπου στο 60ό λεπτό και διαμόρφωσε το τελικό αποτέλεσμα στο 83ο. Η Ελλάς έγινε έτσι η τρίτη ομάδα εκτός της A-League που έφτασε σε τελικό του σύγχρονου Australia Cup.

Απέναντί της βρέθηκε η Μέλμπουρν Βίκτορι, η οποία είχε αποκλείσει τη Σίδνεϊ με 2-0 στον άλλο ημιτελικό. Η Βίκτορι είχε ήδη κατακτήσει το Κύπελλο Αυστραλίας το 2015 και το 2021 και συμμετείχε για τέταρτη φορά σε τελικό της διοργάνωσης. Η αναμέτρηση είχε, συνεπώς, έντονο αγωνιστικό ενδιαφέρον, αλλά και ιδιαίτερη ιστορική σημασία.

Στις 10 Οκτωβρίου, το «AAMI Park» φιλοξένησε 29.911 θεατές, σε μια από τις μεγαλύτερες συγκεντρώσεις φιλάθλων στην ιστορία του θεσμού. Η κανονική διάρκεια ολοκληρώθηκε 0-0, με τη Σάουθ Μέλμπουρν να αντέχει στην πίεση της αντιπάλου της και να διατηρεί τις ελπίδες της για τον τίτλο.

Στο 96ο λεπτό, ο Ντενί Ζανρό έδωσε προβάδισμα στη Μέλμπουρν Βίκτορι με εντυπωσιακό τελείωμα. Η Ελλάς βρέθηκε πλέον αντιμέτωπη με την προοπτική της ήττας, αλλά στο 117ο λεπτό ο Μαξ Μίκολα ισοφάρισε σε 1-1, στέλνοντας την αναμέτρηση στη διαδικασία των πέναλτι.

Εκεί πρωταγωνίστησε ο τερματοφύλακας Χαβιέρ Λόπεθ. Απέκρουσε την εκτέλεση του Χάρισον Σόγιερ, καθώς και την επανάληψή της, ενώ ο αρχηγός της Βίκτορι, Τζέισον Ντέιβιντσον, αστόχησε στη δική του προσπάθεια. Η Σάουθ Μέλμπουρν επικράτησε με 4-3 και κατέκτησε το τρόπαιο, χωρίς να χρειαστεί να εκτελέσει πέμπτο πέναλτι.

Ο Λόπεθ αναδείχθηκε πολυτιμότερος ποδοσφαιριστής του τελικού, κατακτώντας το μετάλλιο «Μαρκ Βίντουκα». Παράλληλα, ο αρχηγός της Σάουθ Μέλμπουρν, Μάρκο Γιάνκοβιτς, τιμήθηκε με το μετάλλιο «Μάικ Κόκεριλ» ως κορυφαίος ποδοσφαιριστής της διοργάνωσης από τις ομάδες εκτός της A-League.

Η κατάκτηση του Κυπέλλου ήρθε να προστεθεί στα τέσσερα εθνικά πρωταθλήματα, στις διακρίσεις της National Soccer League, στον τίτλο της Ωκεανίας το 1999, στη συμμετοχή στο Παγκόσμιο Κύπελλο Συλλόγων το 2000 και στο Australian Championship του 2025. Παράλληλα, αποτέλεσε ισχυρό αγωνιστικό επιχείρημα στην προσπάθεια της ομάδας να επιστρέψει στην A-League, έπειτα από 21 χρόνια απουσίας.

Η ελληνική ταυτότητα του συλλόγου εξακολουθεί να είναι έντονη. Στη διοίκηση βρίσκεται ο Μπιλ Παπαστεργιάδης, ενώ στο ρόστερ υπάρχουν ποδοσφαιριστές ελληνικής καταγωγής, όπως ο Θωμάς Γιαννακόπουλος, ο Τζέικομπ Ηλιόπουλος, ο Άλεξ Μενελάου, ο Αντρέ Σκαπούλας, ο Κρίστιαν Πολυζούδης και ο Κώστας Μπαρμπαρούσης. Σημαντική είναι επίσης η παρουσία του Σαμ Πουτακίδη στο τεχνικό επιτελείο.

Στην αγωνιστική ηγεσία της ομάδας βρισκόταν κατά την κατάκτηση του Κυπέλλου ο Σίνισα Κοχάτζιτς, ο οποίος είχε συμβάλει καθοριστικά στην επιτυχημένη πορεία της. Στις 12 Οκτωβρίου, δύο ημέρες μετά τον ιστορικό τελικό, ανακοινώθηκε η αποχώρησή του από την τεχνική ηγεσία, σηματοδοτώντας την έναρξη μιας νέας περιόδου για τον σύλλογο.

Η Σάουθ Μέλμπουρν παραμένει ιδιαίτερα σημαντική για την ελληνική κοινότητα της Αυστραλίας. Η Μελβούρνη φιλοξενεί περισσότερους από 200.000 κατοίκους ελληνικής καταγωγής, αποτελώντας ένα από τα μεγαλύτερα κέντρα του ελληνισμού εκτός Ελλάδας. Για πολλούς από αυτούς, η Ελλάς υπήρξε επί δεκαετίες ένας βασικός χώρος κοινωνικής συνάντησης και διατήρησης της πολιτιστικής τους ταυτότητας.

Στα μεταπολεμικά χρόνια, όταν οι επικοινωνίες με την Ελλάδα ήταν περιορισμένες και τα ταξίδια απαιτούσαν εβδομάδες, το γήπεδο αποτελούσε σημείο αναφοράς για τους μετανάστες. Εκεί συναντούσαν συμπατριώτες τους, μιλούσαν ελληνικά, αντάλλασσαν νέα από την πατρίδα και δημιουργούσαν φιλίες. Η υποστήριξη στην ομάδα περνούσε σταδιακά από τους γονείς στα παιδιά και από τους παππούδες στα εγγόνια.

H γαλανόλευκη κερκίδα της Σάουθ Μέλμπουρν

Σήμερα, η παράδοση αυτή συνεχίζεται στο «Lakeside Stadium», με οικογένειες ομογενών δεύτερης και τρίτης γενιάς να παρακολουθούν την ομάδα. Το γαλάζιο και το λευκό παραμένουν τα χρώματά της, ενώ το όνομα «Ελλάς» εξακολουθεί να χρησιμοποιείται από τους φιλάθλους, παρά τις αλλαγές στην επίσημη επωνυμία του συλλόγου.

Η κατάκτηση του Κυπέλλου το 2026 αποτελεί μία ακόμη σημαντική διάκριση για μια ομάδα που έχει προσφέρει πολλά στο αυστραλιανό ποδόσφαιρο. Παράλληλα, επαναφέρει στο προσκήνιο τη συζήτηση για τη συμμετοχή ιστορικών συλλόγων στην κορυφαία κατηγορία και για τη θέση που μπορούν να έχουν στο σύγχρονο επαγγελματικό ποδόσφαιρο ομάδες με ισχυρή κοινωνική και μεταναστευτική ταυτότητα.

Ο Θησέας Μαρμαράς πέθανε το 1984, τη χρονιά που η Ελλάς Μελβούρνης κατέκτησε το πρώτο εθνικό πρωτάθλημά της. Σαράντα δύο χρόνια αργότερα, ο σύλλογος που δημιούργησε ο Λημνιός μετανάστης πρόσθεσε ακόμη ένα μεγάλο τρόπαιο στη συλλογή του. Και οι απόγονοι εκείνων που ίδρυσαν την ομάδα το 1959 εξακολουθούν να πανηγυρίζουν φωνάζοντας το ίδιο όνομα: «Ελλάς».