Το χειμερινό μεταγραφικό παράθυρο παραδοσιακά λειτουργεί ως περίοδος διορθώσεων και όχι ριζικών ανατροπών. Λίγα μεγάλα deals, περισσότερα δανεικά και κινήσεις ανάγκης.

Στην Premier League του Ιανουαρίου, η αγορά κινήθηκε ξανά σε χαμηλότερους ρυθμούς σε σχέση με το καλοκαίρι, με τη Μάντσεστερ Σίτι να ξεχωρίζει οριακά στις δαπάνες.

1

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η Μπόρνμουθ κατάφερε να κλέψει την παράσταση όχι ως αγοραστής, αλλά ως πωλητής. Η μεταγραφή του Αντουάν Σεμένιο, έναντι 72 εκατ. ευρώ, επιβεβαίωσε κάτι που στην αγορά πλέον θεωρείται δεδομένο: όποιος χτυπήσει την πόρτα της Μπόρνμουθ, πληρώνει ακριβά. Πίσω από αυτό το μοντέλο βρίσκεται ο άνθρωπος που έχει ταυτιστεί με τη λέξη «υπεραξία». Ο Τιάγκο Πίντο.

Γεννήθηκε το 1983 στην Πορτογαλία. Σπούδασε Εκπαίδευση και απέκτησε μεταπτυχιακό στην Οικονομία και τη Διαχείριση Ανθρώπινου Δυναμικού. Ξεκίνησε ως στέλεχος στη Μπενφίκα, όπου έγινε ο νεαρότερος αθλητικός διευθυντής της ιστορίας της, εργάστηκε στη Ρόμα με ευρωπαϊκές επιτυχίες και από το 2023 ηγείται του ποδοσφαιρικού μοντέλου της Μπόρνμουθ.

Οι αριθμοί που δεν λένε ψέματα

Σε διάστημα μικρότερο των δύο ετών, η Μπόρνμουθ έχει πραγματοποιήσει πωλήσεις που αγγίζουν τα 380 εκατ. ευρώ, με καθαρό όφελος που ξεπερνά τα 160 εκατ. ευρώ (!).

Δεν πρόκειται για συγκυρία αλλά για δομημένο σχέδιο. Από τις μεγαλύτερες πωλήσεις στην ιστορία του συλλόγου, η συντριπτική πλειονότητα φέρει την υπογραφή Πίντο.

Παίκτες που αποκτήθηκαν σε λογικά ποσά, εξελίχθηκαν αγωνιστικά και μεταπωλήθηκαν σε κορυφαίους ευρωπαϊκούς συλλόγους, δημιουργώντας έναν κύκλο που αυτοτροφοδοτείται. Η Μπόρνμουθ δεν πουλά απλώς καλά, πουλά την κατάλληλη στιγμή. Και αυτό είναι το πιο δύσκολο κομμάτι στο σύγχρονο ποδόσφαιρο.

Το κενό που αφήνει μια πώληση τέτοιου μεγέθους δεν καλύπτεται με πανικό. Η μεγαλύτερη επένδυση στην ιστορία του συλλόγου, για την απόκτηση του Ράγιαν από τη Βάσκο ντα Γκάμα, δεν έγινε για το σήμερα αλλά για το αύριο. Η λογική είναι ξεκάθαρη: νεαροί ποδοσφαιριστές, υψηλό ταβάνι, αγωνιστική εξέλιξη σε ανταγωνιστικό πρωτάθλημα και στη συνέχεια έξοδος προς την ελίτ.

Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και η κίνηση για τον Χρήστο Μανδά. Ο Έλληνας τερματοφύλακας δεν αποκτήθηκε ως λύση ανάγκης από τη Λάτσιο, αλλά ως επένδυση με ξεκάθαρη προοπτική μεταπώλησης, σε μια θέση όπου η Premier League πληρώνει αδρά.

Ιδιοκτήτης, προπονητής και δομή

Ο Πίντο αποφεύγει συστηματικά να παρουσιάζεται ως μοναδικός αρχιτέκτονας της επιτυχίας. Η συνεργασία με τον Μπιλ Φόλεϊ, ιδιοκτήτη του συλλόγου, έχει δημιουργήσει ένα πλαίσιο σταθερότητας και εμπιστοσύνης, σπάνιο για τα δεδομένα ομάδας μεσαίας δυναμικότητας.

Καθοριστικός είναι και ο ρόλος του προπονητή, Αντονι Ιραόλα. Το αγωνιστικό μοντέλο, η ένταση, η εξέλιξη παικτών και η εικόνα στο γήπεδο λειτουργούν ως βιτρίνα για την αγορά. Χωρίς αυτό το ποδοσφαιρικό υπόβαθρο, καμία υπεραξία δεν θα μπορούσε να χτιστεί.

Η πορεία του Πίντο μόνο τυχαία δεν είναι. Στη Μπενφίκα έμαθε τη διαχείριση μεγάλου οργανισμού, την πίεση του αποτελέσματος και την αξία της παραγωγής. Στη Ρόμα έζησε το χάος της καθημερινότητας ενός μεγάλου συλλόγου, διαχειρίστηκε δύσκολα μπάτζετ, έκλεισε παίκτες πρώτης γραμμής και συνέδεσε το όνομά του με ευρωπαϊκή επιτυχία.Αυτές οι εμπειρίες τον έφεραν έτοιμο στην Premier League. Όχι για να εντυπωσιάσει επικοινωνιακά, αλλά για να χτίσει μηχανισμό.

Το επόμενο βήμα δεν θα αργήσει

Στους διαδρόμους της αγοράς, το όνομα Τιάγκο Πίντο ακούγεται όλο και συχνότερα για συλλόγους πρώτης γραμμής. Το βήμα προς τα πάνω μοιάζει θέμα χρόνου. Το ερώτημα δεν είναι αν θα φύγει από την Μπόρνμουθ, αλλά πότε και υπό ποιες συνθήκες.

Μέχρι τότε, το project συνεχίζεται. Με τη γνώση ότι στο ποδόσφαιρο η επιτυχία και η αποτυχία απέχουν ελάχιστα. Και με τη βεβαιότητα ότι, προς το παρόν, η Μπόρνμουθ έχει στα χέρια της έναν από τους πιο αποτελεσματικούς διαχειριστές αξίας στην Ευρώπη.