Για να μας βλέπεις πιο συχνά στα αποτελέσματα αναζήτησης: Add mononews.gr on Google

Πρόσθετες επιβαρύνσεις εκατοντάδων εκατομμυρίων ευρώ αυξάνουν το κόστος ηλεκτρικής ενέργειας για τους καταναλωτές, ακόμη και όταν η παραγωγή από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας οδηγεί τις τιμές του ρεύματος σε πολύ χαμηλά επίπεδα. Πρόκειται για χρεώσεις που συνδέονται με τη λειτουργία και την εξισορρόπηση του ηλεκτρικού συστήματος και οι οποίες δεν είναι ξεχωριστά ορατές στους λογαριασμούς, παρότι επηρεάζουν το τελικό κόστος προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας.

Όπως ανακοίνωσε ο Αντιπρόεδρος της ΡΑΑΕΥ κ. Φούρλαρης χθες ,η ΡΑΕΕΥ έχει ζητήσει από τον ΑΔΜΗΕ, έκθεση για το χρεώσεις αυτές μετά από σχετική καταγγελία της ΕΒΙΚΕΝ για το υπέρογκο ύψος τους.

1

Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσίασε η Ένωση Βιομηχανικών Καταναλωτών Ενέργειας (ΕΒΙΚΕΝ), οι δύο βασικοί λογαριασμοί πρόσθετων χρεώσεων της αγοράς εξισορρόπησης, ο ΛΠ2 και ο ΛΠ3, επιβάρυναν τους καταναλωτές με συνολικά 756 εκατ. ευρώ στο πρώτο εννεάμηνο του 2026. Μάλιστα, το κόστος αυτό συνέχισε να αυξάνεται και στις αρχές Οκτωβρίου, δημιουργώντας πρόσθετη πίεση στις τιμές του ηλεκτρικού ρεύματος.

Η ΕΒΙΚΕΝ θέτει το ζήτημα της διαφάνειας αυτών των χρεώσεων, υποστηρίζοντας ότι οι καταναλωτές θα πρέπει να γνωρίζουν με σαφήνεια για ποιες υπηρεσίες πληρώνουν και πόσο κοστίζει καθεμία από αυτές. Παράλληλα, επισημαίνει ότι η μεγάλη ανάπτυξη των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας δεν αρκεί από μόνη της για να περιοριστεί το κόστος του ηλεκτρισμού, όσο παραμένουν προβλήματα στη λειτουργία του συστήματος και καθυστερεί η ανάπτυξη της αποθήκευσης.

Τι είναι οι πρόσθετες χρεώσεις και γιατί τις πληρώνουμε

Η τιμή του ρεύματος που διαμορφώνεται καθημερινά στο Χρηματιστήριο Ενέργειας δεν είναι το μοναδικό κόστος που καλούνται να καλύψουν οι προμηθευτές και, τελικά, οι καταναλωτές.

Για να λειτουργεί με ασφάλεια το ηλεκτρικό σύστημα, πρέπει κάθε στιγμή η παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας να είναι ίση με την κατανάλωση. Όταν υπάρχει μεγαλύτερη ή μικρότερη παραγωγή από αυτή που χρειάζεται, ο Διαχειριστής παρεμβαίνει, δίνοντας εντολές σε μονάδες να αυξήσουν ή να μειώσουν την παραγωγή τους. Οι παρεμβάσεις αυτές έχουν κόστος, το οποίο συγκεντρώνεται στους λεγόμενους Λογαριασμούς Προσαυξήσεων.

Ο ΛΠ2 αφορά κυρίως το κόστος των επικουρικών υπηρεσιών, δηλαδή των υπηρεσιών που απαιτούνται για να παραμένει σταθερό και ασφαλές το ηλεκτρικό σύστημα.

Ο ΛΠ3 περιλαμβάνει πρόσθετες χρεώσεις που συνδέονται με την αγορά εξισορρόπησης, μεταξύ των οποίων και παρεμβάσεις για την αντιμετώπιση περιορισμών του συστήματος. Πρόκειται για περιπτώσεις κατά τις οποίες χρειάζεται να αλλάξει ο προγραμματισμός παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, επειδή το δίκτυο δεν μπορεί να εξυπηρετήσει τις ροές όπως είχαν αρχικά σχεδιαστεί.

Αυτή η διαδικασία ονομάζεται redispatching ή ανακατανομή παραγωγής. Για παράδειγμα, μια μονάδα μπορεί να χρειαστεί να περιορίσει την παραγωγή της και μια άλλη να την αυξήσει, ώστε να αντιμετωπιστεί ένας περιορισμός στη μεταφορά ηλεκτρικής ενέργειας. Οι αλλαγές αυτές συνεπάγονται πρόσθετες πληρωμές.

Οι χρεώσεις δεν εμφανίζονται απαραίτητα ως ξεχωριστή γραμμή στον λογαριασμό του νοικοκυριού, γιατί ενσωματώνονται  στο κόστος της μεγαβατώρας, που καταβάλουν οι προμηθευτές στη χονδρεμπορική αγορά και επηρεάζουν τελικά την τιμολόγηση της ηλεκτρικής ενέργειας.

Γιατί αυξάνεται το κόστος ακόμη και όταν το ρεύμα είναι φθηνό

Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά προβλήματα που αναδεικνύει η ΕΒΙΚΕΝ είναι ότι οι πρόσθετες χρεώσεις μπορεί να παραμένουν υψηλές ακόμη και τις ώρες κατά τις οποίες η τιμή του ηλεκτρικού ρεύματος στη χονδρεμπορική αγορά μηδενίζεται. Αυτό συμβαίνει κυρίως τις μεσημεριανές ώρες, όταν η παραγωγή των φωτοβολταϊκών είναι μεγάλη και η προσφορά ηλεκτρικής ενέργειας ξεπερνά τη ζήτηση.

Θεωρητικά, αυτές είναι οι ώρες που το ηλεκτρικό ρεύμα θα έπρεπε να είναι ιδιαίτερα φθηνό. Ωστόσο, όπως επισημαίνει η ΕΒΙΚΕΝ, την ίδια στιγμή μπορεί να δημιουργούνται σημαντικές πρόσθετες δαπάνες στην αγορά εξισορρόπησης. Σύμφωνα με τα στοιχεία της, ο ΛΠ3 έχει φθάσει ακόμη και τα 80 ευρώ ανά μεγαβατώρα, σε περιόδους που οι τιμές στην αγορά επόμενης ημέρας βρίσκονται κοντά στο μηδέν. Με άλλα λόγια, ακόμη και όταν η ηλεκτρική ενέργεια προσφέρεται σχεδόν δωρεάν στη χονδρεμπορική αγορά, η λειτουργία του συστήματος μπορεί να δημιουργεί ένα σημαντικό πρόσθετο κόστος.

Η ΕΒΙΚΕΝ αναφέρει ότι ο Διαχειριστής αναγκάζεται σε καθημερινή βάση να προχωρά σε αγορές ενέργειας για την αντιμετώπιση περιορισμών, ακόμη και τις μεσημεριανές ώρες. Επιπλέον, από τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν προκύπτει ότι το άθροισμα των χρεώσεων ΛΠ2 και ΛΠ3 έχει φθάσει, σε εβδομαδιαία βάση, ακόμη και τα 45 ευρώ ανά μεγαβατώρα. Η εξέλιξη αυτή δείχνει γιατί η χαμηλή χρηματιστηριακή τιμή του ρεύματος δεν μεταφράζεται πάντοτε σε αντίστοιχη μείωση του τελικού κόστους για τους καταναλωτές.

Το κόστος που δεν φαίνεται καθαρά στους λογαριασμούς

Ιδιαίτερη έμφαση δίνει η ΕΒΙΚΕΝ στην ανάγκη να γίνει πιο διαφανής ο τρόπος με τον οποίο υπολογίζονται και επιμερίζονται οι πρόσθετες χρεώσεις.

Όπως επισημαίνει, σημαντικό μέρος του κόστους που σχετίζεται με τη λειτουργία του συστήματος στην Ελλάδα δεν ανακτάται μέσα από τις χρεώσεις χρήσης του συστήματος μεταφοράς, αλλά μέσω των λογαριασμών προσαυξήσεων της αγοράς εξισορρόπησης.

Αυτό έχει ως αποτέλεσμα διαφορετικές κατηγορίες δαπανών να ενσωματώνονται στο συνολικό κόστος ενέργειας, χωρίς να είναι εύκολα διακριτές. Ενδεικτικό είναι το κόστος της ανακατανομής παραγωγής, το οποίο, σύμφωνα με τα στοιχεία της ΡΑΕ που επικαλείται η Ένωση, ανερχόταν το 2023 σε 248 εκατ. ευρώ, από ένα συνολικό κόστος 738 εκατ. ευρώ. Το πρόβλημα, σύμφωνα με την ΕΒΙΚΕΝ, είναι ότι δεν υπάρχουν αντίστοιχα δημοσιοποιημένα αναλυτικά στοιχεία για το 2025 και το 2026, ώστε να είναι γνωστό πόσο έχει αυξηθεί η συγκεκριμένη επιβάρυνση.

Η Ένωση ζητά το κόστος της ανακατανομής παραγωγής και των επικουρικών υπηρεσιών να ανακτάται μέσω των χρεώσεων χρήσης συστήματος, ώστε να υπάρχει μεγαλύτερη διαφάνεια και σαφέστερη εικόνα για το τι πληρώνουν οι καταναλωτές. Στην ίδια κατεύθυνση κινείται και η ευρωπαϊκή συζήτηση για τη μεγαλύτερη διαφάνεια στους λογαριασμούς ηλεκτρικού ρεύματος, με στόχο να διαχωρίζονται καλύτερα οι διαφορετικές συνιστώσες του κόστους.

Χάνονται 3 δισ. κιλοβατώρες πράσινης ενέργειας λόγω έλλειψης μπαταριών

Ένα ακόμη σημαντικό πρόβλημα, που συνδέεται άμεσα με το υψηλό κόστος ηλεκτρικής ενέργειας, είναι η καθυστέρηση στην ανάπτυξη των συστημάτων αποθήκευσης.

Σύμφωνα με την ΕΒΙΚΕΝ, τουλάχιστον 3 τεραβατώρες ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές, δηλαδή 3 δισεκατομμύρια κιλοβατώρες, δεν αξιοποιούνται εξαιτίας της έλλειψης επαρκούς αποθήκευσης.

Πρόκειται για ενέργεια που παράγεται κυρίως όταν υπάρχει μεγάλη ηλιοφάνεια και ισχυρή παραγωγή από φωτοβολταϊκά, αλλά δεν μπορεί να καταναλωθεί εκείνη τη στιγμή ή να αποθηκευτεί για αργότερα.

Εάν υπήρχαν περισσότερες μπαταρίες, η ενέργεια αυτή θα μπορούσε να αποθηκεύεται το μεσημέρι και να διοχετεύεται στο δίκτυο το απόγευμα και το βράδυ, όταν η ζήτηση αυξάνεται και συχνά χρειάζεται να λειτουργήσουν μονάδες φυσικού αερίου.

Με τον τρόπο αυτό θα περιοριζόταν η ανάγκη παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από ακριβότερες μονάδες, θα μειώνονταν οι εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα και θα μπορούσε να υποχωρήσει η χονδρεμπορική τιμή του ρεύματος.

Η ΕΒΙΚΕΝ θέτει μάλιστα το ερώτημα εάν η χαμένη αυτή ενέργεια αντιστοιχεί σε κόστος τουλάχιστον 600 εκατ. ευρώ, αναδεικνύοντας το οικονομικό μέγεθος των επιπτώσεων από την καθυστέρηση της αποθήκευσης. Το ποσό παρουσιάζεται ως εκτίμηση προς διερεύνηση και όχι ως οριστικά υπολογισμένο κόστος.

Το πρόβλημα με τις αποζημιώσεις στην αγορά εξισορρόπησης

Η ΕΒΙΚΕΝ θέτει επίσης ερωτήματα για τον τρόπο με τον οποίο αποζημιώνονται ορισμένοι παραγωγοί όταν καλούνται να περιορίσουν την παραγωγή τους.

Ειδικότερα, αναφέρεται στη δυνατότητα διαμόρφωσης τιμών έως τα μείον 100 ευρώ ανά μεγαβατώρα στην καθοδική εξισορρόπηση.

Σύμφωνα με την Ένωση, υπάρχουν ενδείξεις ότι ορισμένες μονάδες ΑΠΕ ενδέχεται να αξιοποιούν τους συγκεκριμένους κανόνες της αγοράς, ώστε να αποκομίζουν οικονομικό όφελος όταν περιορίζεται η παραγωγή τους.

Η ΕΒΙΚΕΝ ζητά να εξεταστεί κατά πόσο αυτές οι πρακτικές αυξάνουν το κόστος του ΛΠ3 και ποιο είναι το πραγματικό οικονομικό όφελος για τους παραγωγούς.

Το ζήτημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία καθώς η συνεχής αύξηση της παραγωγής από ΑΠΕ δημιουργεί ολοένα περισσότερες ώρες με πλεόνασμα ηλεκτρικής ενέργειας, ενώ η απουσία επαρκούς αποθήκευσης εντείνει την ανάγκη περιορισμού της παραγωγής.

Ζητούμενο η μείωση του πραγματικού κόστους του ρεύματος

Το βασικό συμπέρασμα από τα στοιχεία της ΕΒΙΚΕΝ είναι ότι η μείωση του κόστους ηλεκτρικής ενέργειας δεν εξαρτάται μόνο από το πόσες ανανεώσιμες πηγές εγκαθίστανται, αλλά και από το πόσο αποτελεσματικά λειτουργεί το ηλεκτρικό σύστημα.

Η μεγάλη παραγωγή από φωτοβολταϊκά και αιολικά μπορεί να μειώνει τις τιμές συγκεκριμένες ώρες της ημέρας, όμως το όφελος περιορίζεται όταν προστίθενται υψηλές χρεώσεις εξισορρόπησης, όταν η πράσινη ενέργεια απορρίπτεται και όταν χρειάζεται να λειτουργούν ακριβότερες μονάδες σε άλλες ώρες.

Για τον λόγο αυτό, η ΕΒΙΚΕΝ ζητά μεγαλύτερη διαφάνεια στις πρόσθετες επιβαρύνσεις, καλύτερη παρακολούθηση του κόστους εξισορρόπησης και επιτάχυνση της ανάπτυξης της αποθήκευσης.

Το ζητούμενο είναι η αύξηση της πράσινης παραγωγής να μεταφράζεται σε πραγματικά χαμηλότερο κόστος ηλεκτρισμού για τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις και όχι μόνο σε χαμηλότερες τιμές για ορισμένες ώρες στη χονδρεμπορική αγορά.