Το πρώτο τρίμηνο του 2026 αναμένεται να «απογειωθεί» ο διαγωνισμός ύψους 1,1 δισ. ευρώ για τη μεγάλη επέκταση του Διεθνούς Αερολιμένα Αθηνών μπαίνοντας στην τελική του ευθεία για την επιλογή αναδόχου.

Σύμφωνα με πληροφορίες, εντός των επόμενων τριών μηνών αναμένεται η εκκίνηση της δεύτερης και καθοριστικής φάσης του διαγωνισμού, η οποία αφορά το κυρίως κατασκευαστικό αντικείμενο της επέκτασης. Πρόκειται για ένα έργο συνολικού προϋπολογισμού που υπερβαίνει το 1 δισ. ευρώ και περιλαμβάνει την πλήρη αναβάθμιση και επέκταση των επιβατικών υποδομών του αεροδρομίου. Ο στόχος είναι  η ολοκλήρωση των έργων να έχει επιτευχθεί έως το 2032,αυξάνοντας την ετήσια δυναμικότητα του αεροδρομίου στους 40 εκατομμύρια επιβάτες.

1

Η διαδικασία βρίσκεται σήμερα στο κρίσιμο στάδιο του Early Contractor Involvement, της λεγόμενης Πρώιμης Εμπλοκής Αναδόχου, ενός μοντέλου που διαφοροποιείται ουσιαστικά από τα παραδοσιακά σχήματα ανάθεσης. Σε αυτή τη φάση, οι υποψήφιοι ανάδοχοι δεν περιορίζονται στον ρόλο του εκτελεστή, αλλά συμμετέχουν ενεργά στη διαμόρφωση των τεχνικών λύσεων, των προδιαγραφών και του τελικού κόστους του έργου, σε στενή συνεργασία με τη διοίκηση του ΔΑΑ και τους μελετητές. Η φάση αυτή θεωρείται κομβική, καθώς μειώνει τον κίνδυνο αστοχιών, καθυστερήσεων και αναθεωρήσεων όταν ξεκινήσει η κατασκευή.

Το ενδιαφέρον της αγοράς είναι έντονο και αποτυπώνεται στη συγκρότηση ισχυρών κοινοπραξιών από το σύνολο σχεδόν των μεγάλων παικτών του εγχώριου κατασκευαστικού κλάδου. Στην πρώτη φάση συμμετέχουν, μεταξύ άλλων, τα σχήματα ΤΕΡΝΑ – REDEX, ΑΒΑΞ – ΜΕΤΚΑ, καθώς και η ΑΚΤΩΡ.

Υπενθυμίζεται πως η πολυπλοκότητα και το εύρος της επέκτασης έχουν οδηγήσει τον ΔΑΑ στην επιλογή μιας ενιαίας εργολαβίας, καθώς το «σπάσιμο» του έργου σε μικρότερα τμήματα θα αύξανε σημαντικά τους κινδύνους συντονισμού και υλοποίησης.

Ο σχεδιασμός

Συνεπώς, η ολοκλήρωση της φάσης ECI θα οδηγήσει στην υπογραφή σύμβασης, ανοίγοντας τον δρόμο για τη δεύτερη φάση του διαγωνισμού. Εκεί θα πραγματοποιηθεί η τελική επιλογή του σχήματος που θα αναλάβει το έργο με σύμβαση σχεδιασμού και κατασκευής. Ο ανάδοχος δεν θα εκτελέσει απλώς τις εργασίες, αλλά θα αναλάβει και την ευθύνη του λεπτομερούς τεχνικού σχεδιασμού και των απαιτούμενων μελετών, εξασφαλίζοντας ενιαία αντίληψη και συνοχή από το σχέδιο έως την παράδοση.

Όπως είπαμε, η οριστική ανάδειξη αναδόχου τοποθετείται χρονικά στο πρώτο τρίμηνο του 2026, με στόχο οι εργασίες να ξεκινήσουν εντός του ίδιου έτους.

Παράλληλα, ο αρχιτεκτονικός σχεδιασμός της επέκτασης έχει ήδη προχωρήσει σε σημαντικό βαθμό και φέρει τη σφραγίδα της διεθνούς κοινοπραξίας Anemos, στην οποία συμμετέχουν τα γραφεία Grimshaw, Haptic και K-Studio. Η φιλοσοφία του σχεδίου συνδυάζει τη λειτουργικότητα με τη βιωσιμότητα και την εμπειρία του επιβάτη, με νέες πτέρυγες που αναπτύσσονται βόρεια και νότια του υφιστάμενου αεροσταθμού, μεγάλες γυάλινες όψεις με βιοκλιματικά σκίαστρα, ανοιχτές πλατείες με μεσογειακή φύτευση και έντονο φυσικό φωτισμό. Κεντρικό στοιχείο αποτελεί και η υπόγεια σύνδεση του δορυφορικού σταθμού με τον κύριο, ενώ ο συνολικός σχεδιασμός στοχεύει στην πιστοποίηση LEED Gold, αξιοποιώντας παθητικά ενεργειακά συστήματα, ανανεώσιμες πηγές και «έξυπνες» υποδομές.

Ο σχεδιασμός της μεγάλης επέκτασης του Διεθνής Αερολιμένας Αθηνών δεν περιορίζεται σε μια απλή προσθήκη τετραγωνικών μέτρων, αλλά επαναχαράσσει τη χωρική και λειτουργική λογική του αεροδρομίου, με έναν σαφή αναπτυξιακό άξονα από Βορρά προς Νότο. Πάνω σε αυτόν τον άξονα «κουμπώνουν» όλες οι νέες παρεμβάσεις, με επίκεντρο τον κύριο τερματικό σταθμό (MTB), ο οποίος αλλάζει ριζικά πρόσωπο και ρόλο.

Η πιο εμφανής αλλαγή αφορά τη δημιουργία μιας νέας δυτικής πρόσοψης, ακριβώς από την πλευρά όπου αναπτύσσονται οι βασικοί οδικοί άξονες πρόσβασης στο αεροδρόμιο. Εκεί όπου σήμερα ο επιβάτης συναντά έναν περισσότερο λειτουργικό και λιγότερο «αναγνωρίσιμο» χώρο, θα αναπτυχθεί ένα νέο, ενιαίο μέτωπο υποδοχής. Η είσοδος στο αεροδρόμιο θα γίνεται πλέον μέσα από έξι νέες πύλες, οι οποίες θα οδηγούν απευθείας στις αναβαθμισμένες αίθουσες check-in και αναχωρήσεων, αποσυμφορώντας τις υφιστάμενες ροές και αντιμετωπίζοντας τα φαινόμενα «μποτιλιαρίσματος» που σήμερα προκαλούν καθυστερήσεις, ειδικά σε περιόδους αιχμής.

Στο εσωτερικό του κτιρίου, η κεντρική αίθουσα μετασχηματίζεται πλήρως, αποκτώντας δύο υπερμεγέθεις φωταγωγούς με σφαιρική διάταξη, τα λεγόμενα βόρειο και νότιο «μάτι». Το βόρειο «μάτι», που αποτελεί και τον βασικό νέο χώρο του τερματικού, σχεδιάζεται ως ένας εντυπωσιακός κυκλικός πυρήνας ύψους 24,5 μέτρων. Εκεί θα αναπτυχθεί ένας ολοκληρωμένος μεσογειακός κήπος, μέσα σε έναν κλιμακωτό χώρο που θυμίζει αμφιθέατρο, μετατρέποντας την αναμονή σε εμπειρία και λειτουργώντας ως σημείο αναφοράς για το νέο αεροδρόμιο της Αθήνας. Το νότιο «μάτι» διαμορφώνεται ως ένα ακόμη αίθριο μεγάλης κλίμακας, γύρω από το οποίο οργανώνονται τρία επίπεδα λειτουργιών, ενισχύοντας τον φυσικό φωτισμό και τη χωρική συνοχή του κτιρίου.

Οι νέοι χώροι που προστίθενται αγγίζουν τα 148.000 τετραγωνικά μέτρα, αυξάνοντας τη συνολική επιφάνεια του αεροδρομίου κατά περίπου 68%. Η αύξηση αυτή δεν αφορά μόνο επιβατικούς χώρους, αλλά ένα ευρύ φάσμα λειτουργιών: νέες εγκαταστάσεις διαχείρισης επιβατών, πρόσθετες αίθουσες επιβίβασης, περισσότερες θέσεις στάθμευσης αεροσκαφών, σημαντικά διευρυμένους χώρους λιανικής και εστίασης, καθώς και εκτεταμένες παρεμβάσεις στο οδικό δίκτυο και στις συνοδευτικές υποδομές.

Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται και στην επιχειρησιακή ενίσχυση της πίστας. Στο βόρειο τμήμα προβλέπεται η ανάπτυξη 32 επιπλέον θέσεων στάθμευσης αεροσκαφών, ενισχύοντας τη δυνατότητα ταυτόχρονης εξυπηρέτησης περισσότερων πτήσεων, χωρίς ωστόσο να απαιτείται η κατασκευή νέου διαδρόμου προσγείωσης και απογείωσης ή πρόσθετων τροχοδρόμων. Η επιλογή αυτή επιτρέπει την αύξηση της δυναμικότητας με στοχευμένες παρεμβάσεις, περιορίζοντας το περιβαλλοντικό και χωρικό αποτύπωμα του έργου.

Το πρόγραμμα επέκτασης περιλαμβάνει επίσης την ανάπτυξη νέου πολυώροφου χώρου στάθμευσης οχημάτων, καθώς και τη συνολική αναδιάρθρωση των προσβάσεων, ώστε το αεροδρόμιο να μπορεί να εξυπηρετεί ομαλά τον αυξημένο όγκο επιβατών και επισκεπτών. Οι πρώτες παραδόσεις νέων χώρων τοποθετούνται χρονικά έως τα μέσα του 2027, δίνοντας σταδιακά «ανάσες» χωρητικότητας πριν από την πλήρη ολοκλήρωση του έργου.

Η επέκταση βασίζεται σε εγκεκριμένο χωροταξικό σχέδιο (master plan) από την Υπηρεσία Πολιτικής Αεροπορίας, το οποίο προβλέπει σε βάθος χρόνου τη δυνατότητα αύξησης της δυναμικότητας ακόμη και έως τα 50 εκατομμύρια επιβάτες ετησίως. Η ταχύτερη του αναμενόμενου αύξηση της επιβατικής κίνησης, ωστόσο, οδήγησε τη διοίκηση του αεροδρομίου σε μια κρίσιμη στρατηγική απόφαση: τη συγχώνευση των δύο φάσεων επέκτασης που είχαν αρχικά σχεδιαστεί, επισπεύδοντας την υλοποίηση κατά περίπου τρία χρόνια.

Η επιλογή αυτή δεν εξυπηρετεί μόνο την ανάγκη για άμεση χωρητικότητα, αλλά δημιουργεί και σημαντικές συνέργειες, τόσο σε επίπεδο κατασκευής όσο και σε επίπεδο εμπορικής ανάπτυξης. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η επιτάχυνση της ανάπτυξης των χώρων μη αεροπορικών δραστηριοτήτων, οι οποίοι αυξάνονται από 13.500 τ.μ. σήμερα σε 34.000 τ.μ., δηλαδή κατά περίπου 150%, έναντι αύξησης 60% που προέβλεπε το αρχικό σχέδιο.

Την ίδια στιγμή, σε πλήρη εξέλιξη βρίσκονται τα έργα που λειτουργούν ως προπομπός της μεγάλης επέκτασης. Η κοινοπραξία ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ – REDEX υλοποιεί έργα ύψους 188 εκατ. ευρώ, που περιλαμβάνουν τη νέα πίστα στάθμευσης αεροσκαφών στη βορειοδυτική πλευρά του αεροδρομίου και την κατασκευή ενός σύγχρονου επταώροφου πολυώροφου πάρκινγκ απέναντι από το Sofitel. Τα έργα αυτά αναμένεται να ολοκληρωθούν έως τα τέλη του 2027, με τη σύμβαση συντήρησης να εκτείνεται έως τα μέσα του 2029, ενισχύοντας περαιτέρω τη λειτουργική ετοιμότητα του αεροδρομίου ενόψει της μεγάλης κατασκευαστικής φάσης.

Η ανάγκη για μια τέτοιου μεγέθους παρέμβαση στο μεγαλύτερο αεροδρόμιο της χώρας αποτυπώνεται και στη δυναμική πορεία του. Με βάση τα πλέον πρόσφατα στοιχεία επιβατικής κίνησης, το αεροδρόμιο της Αθήνας συνεχίζει να κινείται σε τροχιά ισχυρής ανάπτυξης και το 2025. Ειδικότερα, κατά τη διάρκεια του Νοεμβρίου, η συνολική επιβατική κίνηση ανήλθε σε 2,36 εκατομμύρια επιβάτες, καταγράφοντας αύξηση 9,6% σε σύγκριση με τον αντίστοιχο μήνα του 2024. Τόσο η εγχώρια όσο και η διεθνής κίνηση κινήθηκαν ανοδικά, με το εσωτερικό να ενισχύεται κατά 5,0% και το εξωτερικό να σημειώνει ακόμη ισχυρότερη άνοδο της τάξης του 11,5%, στοιχείο που αναδεικνύει τη συνεχιζόμενη ενδυνάμωση της Αθήνας ως διεθνούς αεροπορικού προορισμού.

Σε σωρευτικό επίπεδο, την περίοδο Ιανουαρίου – Νοεμβρίου 2025, το αεροδρόμιο εξυπηρέτησε συνολικά 31,68 εκατομμύρια επιβάτες, αυξημένους κατά 6,6% σε σχέση με το αντίστοιχο ενδεκάμηνο του 2024. Η επιβατική κίνηση εσωτερικού κατέγραψε άνοδο 2,0%, ενώ η διεθνής κίνηση ενισχύθηκε σημαντικά κατά 8,5%, επιβεβαιώνοντας ότι η κύρια κινητήρια δύναμη της ανάπτυξης παραμένουν οι διεθνείς αεροπορικές συνδέσεις και ο εισερχόμενος τουρισμός.

Ανοδική είναι και η εικόνα στον αριθμό των πτήσεων. Κατά τους έντεκα πρώτους μήνες του έτους, στο «Ελευθέριος Βενιζέλος» πραγματοποιήθηκαν 264.113 πτήσεις, αυξημένες κατά 5,6% σε σύγκριση με το 2024. Οι πτήσεις εσωτερικού παρουσίασαν οριακή αλλά θετική αύξηση 1,1%, ενώ οι διεθνείς πτήσεις κατέγραψαν άνοδο 8,8%, ενισχύοντας περαιτέρω το αποτύπωμα του αεροδρομίου ως βασικού περιφερειακού κόμβου αερομεταφορών στη Νοτιοανατολική Ευρώπη.

Διαβάστε επίσης: