Big Story

O Τσίπρας διαπραγματεύεται με το κόμμα αλλά για την καθυστέρηση φταίνε οι ξένοι

Αντώνης Κεφαλἀς

Αντώνης Κεφαλἀς. Δημοσιογράφος


Η κυβέρνηση και ο Αλέξης Τσίπρας μπορεί να θεωρούν  πως οι διαπραγματεύσεις με το κόμμα (με τους θεσμούς ποτέ δεν γίνεται διαπραγμάτευση έτσι κι αλλιώς) πλησιάζουν στο τέλος τους αλλά η χώρα μας έχει ήδη υποστεί μία επώδυνη ήττα – χωρίς άμεση προοπτική ανάκαμψης.

Θέμα πρώτον. Ανεξάρτητα από τις διαπραγματεύσεις και σύμφωνα με τις πλέον αξιόπιστες εκτιμήσεις ο ρυθμός ανάπτυξης για το 2017 αντί για 2,7% – 2,5% δεν πρόκειται με τις καλύτερες προϋποθέσεις να ξεπεράσει το 0,5% – 1%. Αυτό σημαίνει ότι όλοι οι στόχοι για τη διετία 2017-2018 τίθενται σε σοβαρότατη αμφισβήτηση. Αυτός είναι εξάλλου ο λόγος για τον οποίον όχι η Επιτροπή αλλά το ΔΝΤ θα αποφασίσει αν η Ελλάδα υλοποιεί τις υποσχέσεις της. Το 3ο μνημόνιο έχει ήδη εκτροχιαστεί. Στο τέλος της φετινής χρονιάς –αν όχι νωρίτερα –οι πιστωτές θα απαιτήσουν τη λήψη νέων μέτρων. Ο …μπαμπούλας δεν θα έρθει το 2018 αλλά φέτος.

Θέμα δεύτερο. Οι διαπραγματεύσεις δεν έχουν ολοκληρωθεί. Βρισκόμαστε στο στάδιο όπου το κόμμα εξακολουθεί να αντιδρά, ο πρωθυπουργός προσπαθεί να ωραιοποιήσει την εικόνα σε παρέκκλιση από αυτά που συμφωνεί η τρόικα Τσακαλώτου-Χουλιαράκη- Αχτσιόγλου – οπότε το τρίο τρέχει στις Βρυξέλλες για να δώσει ξανά όρκο πίστης. Και ναι μεν οι διεθνείς οργανισμοί (πιθανώς ορθά) προβλέπουν οριστικοποίηση της συμφωνίας τον Μάιο, αλλά η εμπιστοσύνη των Ελλήνων και ξένων επενδυτών καθώς και των ελληνικών οικογενειών είναι στα τάρταρα –και θα παραμείνει εκεί. Αυτό σημαίνει ότι η αύξηση των ιδιωτικών επενδύσεων από την οποίαν εξαρτάται η έξοδος από τα μνημόνια και την κρίση δεν θα συμβεί.

Θέμα τρίτο. Η κυβέρνηση επιμένει ότι θα υπάρξει συνολικό πακέτο συμφωνίας: μέτρα, διευθέτηση χρέους, ποσοτική χαλάρωση. Οι πιστωτές ισχυρίζονται ακριβώς το αντίθετο—οπότε και το ερώτημα: επειδή πάντα γίνεται αυτό που θέλουν οι πιστωτές, πως θα εγκρίνει το κόμμα τα μέτρα χωρίς να γνωρίζει τι θα γίνει με το χρέος και την ένταξη στο QE της ΕΚΤ;  Και δεν θα γνωρίζει επειδή, πριν αποφασιστούν σημαντικά μέτρα για το χρέος θα πρέπει να ολοκληρωθεί η μελέτη βιωσιμότητας πρώτα από το ΔΝΤ και μετά από την ΕΚΤ. Και η ένταξη στο QE δεν μπορεί να γίνει αν δεν κριθεί το χρέος βιώσιμο.

Θέμα τέταρτο. Αντικειμενικά το ΔΝΤ δεν θα ξεκινήσει τη δική του μελέτη πριν από τα μέσα Μαΐου. Στις εκτιμήσεις του το ΔΝΤ αφαιρεί από το πρωτογενές πλεόνασμα τις τρέχουσες απλήρωτες υποχρεώσεις του δημοσίου (π.χ. προς τον ιδιωτικό τομέα) και προσθέτει στο χρέος τις μακρόχρονες υποχρεώσεις (contingent liabilities) του δημοσίου (π.χ. αιτήσεις για συντάξεις που εκκρεμούν). Ταυτόχρονα, στα μέτρα υπολογίζει μόνο αυτά με παραμετρική επίπτωση (δηλαδή επαναλαμβανόμενη, μόνιμη) και όχι αυτά που είναι για μία φορά (one off – όπως για τις αμυντικές δαπάνες). Επομένως, γραμμικές προβλέψεις της μορφής που κάνει η κυβέρνηση – «πιάσαμε πλεόνασμα πάνω από 3,5% το 2016, θα το πιάσουμε και το 2017 και το 2018») αφήνουν το ΔΝΤ παγερά αδιάφορο.

Θέμα πέμπτο. Οι παλινωδίες της κυβέρνησης και τα ψέματα έχουν ξεσηκώσει τους Γερμανούς βουλευτές – και των δύο μεγάλων κομμάτων. Ζητούν από τον Σόιμπλε «σκληρή στάση» — βούτυρο στο ψωμί του δηλαδή. Η συμμαχία Σόιμπλε- ΔΝΤ καλά κρατεί και θα εξακολουθήσει εν ισχύ.

Θέμα έκτο: διάχυτη είναι η εντύπωση ότι τα αντίμετρα θα είναι σε αξία ίσα με το όποιο πρωτογενές πλεόνασμα, εφόσον αυτό ξεπερνά το 3,5% του ΑΕΠ. Οικονομολόγοι εξηγούν ότι αυτό δεν στέκει λογικά. Αν π.χ. η χώρα δείξει πλεόνασμα 4% και ληφθούν αντίμετρα ίσης αξίας σε δαπάνη τότε το αποτέλεσμα είναι μηδέν και καταρρίπτεται η λογική της επιμονής στο πλεόνασμα—το οποίο πηγαίνει στην πληρωμή των τόκων. Εξηγούν, λοιπόν, ότι όταν θα έρθει η στιγμή –αν έρθει—τα αντίμετρα θα είναι ίσα σε αξία δαπάνης με το υπερβάλλον ποσό πάνω από το 3,5%.

Εδώ παίζει ρόλο και το αν η οικονομία αναπτύσσεται ή παραμένει σε ύφεση. Διότι αν το 2018 το ΑΕΠ είναι π.χ. 175 δις. και το πλεόνασμα 4%, τότε τα λεφτά για τα αντίμετρα θα είναι 875 εκατ. Αλλά με ΑΕΠ 185 το αντίστοιχο ποσό θα είναι 925 εκατ.

Το συμπέρασμα όλων των ανωτέρω είναι επώδυνο: προοπτική αναβολής μέχρι το τέλος του 2017 ως προς τα μέτρα για το χρέος, απώλεια του QE, ανατροπή δεδομένων στις αρχές του 2018, περιβάλλον ύφεσης ή στην καλύτερη περίπτωση στασιμότητας, εκτροχιασμός του 3ου μνημονίου, αδυναμία εξόδου στις αγορές, επανασχεδιασμός του 4ου μνημονίου που ήδη κυοφορείται και συνέχιση της οικονομικής και πολιτικής κρίσης, με την κοινωνία να ολισθαίνει σε τάσεις αυταρχισμού.

Αυτά είναι τα …καλά της υπερήφανης διαπραγμάτευσης της κυβέρνησης με το κόμμα. Διαπραγμάτευσης που έχει διαρκέσει πάνω από ένα χρόνο –αλλά κατά τα άλλα, όπως λέει ανερυθρίαστα ο κ. Παπαδημούλης – για την καθυστέρηση φταίνε οι…πιστωτές.


ΣΧΟΛΙΑ