Για να μας βλέπεις πιο συχνά στα αποτελέσματα αναζήτησης: Add mononews.gr on Google

Αμετάβλητη διατήρησε το βράδυ της Παρασκευής η Standard and Poor’s Global Ratings  (S&P) , την αξιολόγηση ΒΒΒ της Ελλάδας, κρατώντας αμετάβλητη την προοπτική σε «σταθερή».

Υπενθυμίζεται πως ο οίκος S&P είχε αναβαθμίσει την αξιολόγηση της ελληνικής οικονομίας ΒΒΒ από ΒΒΒ- τον Απρίλιο του 2025.

1

Ο οίκος αναφέρει πως ηΕλλάδα βρίσκεται σε τροχιά επίτευξης ακόμη ενός πρωτογενούς πλεονάσματος, το οποίο η S&P Global Ratings εκτιμά ότι θα διαμορφωθεί στο 3,8% του ΑΕΠ το 2026, χάρη στις μεταρρυθμίσεις για την ενίσχυση της φορολογικής συμμόρφωσης και τη μείωση της ανεργίας, παρά την αύξηση των δαπανών για δημόσιες επενδύσεις.

Παρότι οι εξωτερικές ανισορροπίες της χώρας παραμένουν αυξημένες, ο οίκος θεωρεί ότι η συμμετοχή στην ευρωζώνη και η συμμόρφωση με τους δημοσιονομικούς κανόνες της ΕΕ παρέχουν προστασία έναντι του κινδύνου μιας κρίσης στο ισοζύγιο πληρωμών.

Η οικονομική ανάπτυξη έχει επιδείξει ανθεκτικότητα απέναντι σε διαδοχικούς κλυδωνισμούς, ενώ οι προοπτικές παραμένουν θετικές, χάρη στον σημαντικό όγκο επενδύσεων που βρίσκονται σε εξέλιξη ή προγραμματίζονται, αναφέρει η S&P.

Ειδικότερα, o S&P αναφέρει oι σταθερές προοπτικές αντανακλούν την ισορροπία μεταξύ των ισχυρών οικονομικών και δημοσιονομικών επιδόσεων της Ελλάδας και του υψηλού εξωτερικού και δημόσιου χρέους.

Ο οίκος θα μπορούσε να υποβαθμίσει τις αξιολογήσεις εάν οι δημοσιονομικές επιδόσεις της χώρας παρουσίαζαν σημαντική επιδείνωση.

Αντίθετα, θα μπορούσε να προχωρήσει σε αναβάθμιση εάν οι εξωτερικές ανισορροπίες βελτιώνονταν ουσιαστικά και σε διατηρήσιμη βάση. Αυτό θα μπορούσε, για παράδειγμα, να συμβεί μέσω της μείωσης της εξάρτησης της οικονομίας από τις εισαγωγές. Αναβάθμιση θα μπορούσε επίσης να προκύψει εάν το εξωτερικό χρέος της Ελλάδας, μεγάλο μέρος του οποίου είναι δημόσιο, μειωνόταν σημαντικά.

Τι αναφέρει ο οίκος

Σύμφωνα με το σκεπτικό του οίκου, η κυβέρνηση αναμένεται να υπερβεί τους δημοσιονομικούς στόχους το 2026. Τα μηνιαία στοιχεία έως τον Αύγουστο δείχνουν ότι ο κρατικός προϋπολογισμός βρίσκεται περίπου 1,1 δισ. ευρώ πάνω από τον στόχο. Αυτό οφείλεται στις ισχυρές τουριστικές εισπράξεις, οι οποίες στηρίζουν την αύξηση των εσόδων από ΦΠΑ, στην περαιτέρω μείωση της ανεργίας και στις μεταρρυθμίσεις για τη φορολογική συμμόρφωση, που ενισχύουν τα έσοδα από τη φορολογία εισοδήματος.

Ο S&P προβλέπει πλέον πλεόνασμα γενικής κυβέρνησης 0,8% του ΑΕΠ και πρωτογενές πλεόνασμα 3,8% του ΑΕΠ για φέτος, επίδοση περίπου μία ποσοστιαία μονάδα του ΑΕΠ υψηλότερη από τον αρχικό κυβερνητικό στόχο. Η βελτίωση της πρόβλεψης έρχεται παρά τις υψηλότερες από τις προϋπολογισμένες δαπάνες και τις πρόσφατες ανακοινώσεις που συνεπάγονται αύξηση των επενδύσεων με εθνική χρηματοδότηση ήδη από φέτος.

Ο οίκος αναθεώρησε προς τα πάνω και τις προβλέψεις του για τα επόμενα δημοσιονομικά αποτελέσματα. Το ιστορικό υπέρβασης των στόχων, παρά τους νέους εξωτερικούς και γεωπολιτικούς κλυδωνισμούς, υποδηλώνει ότι η κυβέρνηση θα συνεχίσει να καταγράφει δημοσιονομικά πλεονάσματα. Για την περίοδο 2027–2029, η S&P προβλέπει μέσο συνολικό πλεόνασμα 0,2% του ΑΕΠ και μέσο πρωτογενές πλεόνασμα 3,2%.

Η δημοσιονομική εξυγίανση μειώνει το καθαρό δημόσιο χρέος. Ο S&P εκτιμά ότι το χρέος της γενικής κυβέρνησης, μετά την αφαίρεση των ρευστών περιουσιακών στοιχείων, θα διαμορφωθεί στο 123% του ΑΕΠ στο τέλος του έτους, μειωμένο κατά 40 ποσοστιαίες μονάδες σε σχέση με το τέλος του 2019. Η συνεχιζόμενη δημοσιονομική πειθαρχία και η διατηρήσιμη αύξηση του ονομαστικού ΑΕΠ στηρίζουν την πρόβλεψη για περαιτέρω υποχώρησή του στο 107% του ΑΕΠ έως το τέλος του 2029.

Η οικονομική δραστηριότητα παραμένει ανθεκτική, με κινητήρια δύναμη τις επενδύσεις, παρά το δύσκολο εξωτερικό περιβάλλον. Η αύξηση του πραγματικού ΑΕΠ παρέμεινε σταθερή το δεύτερο τρίμηνο του 2026, στο 1,9% σε ετήσια βάση, έναντι 2% το πρώτο τρίμηνο, με περιορισμένες ενδείξεις επιβράδυνσης μετά τον πόλεμο ΗΠΑ–Ιράν.

Ο τουρισμός και οι επενδύσεις στηρίζουν την ανάπτυξη, με τις τελευταίες να ενισχύονται ιδιαίτερα από το σχέδιο του ευρωπαϊκού Μηχανισμού Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, το οποίο εισέρχεται στην τελική του φάση. Η Ελλάδα υπέβαλε τα δύο τελευταία αιτήματα πληρωμής στις 29 Σεπτεμβρίου 2026. Εν αναμονή της αξιολόγησής τους από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, τα αιτήματα υποδείκνυαν την ολοκλήρωση και των 376 οροσήμων και στόχων και την πλήρη εκταμίευση των 35,95 δισ. ευρώ που είχαν κατανεμηθεί στη χώρα για την πενταετή διάρκεια του σχεδίου.

Τα εισοδήματα συγκλίνουν σταδιακά προς τους ευρωπαϊκούς μέσους όρους, ενώ ο σημαντικός όγκος προγραμματισμένων επενδύσεων στηρίζει τις αναπτυξιακές προοπτικές. Παρά την ολοκλήρωση του Ταμείου Ανάκαμψης, η S&P αναμένει ότι η Ελλάδα θα στρέφεται όλο και περισσότερο σε άλλα διαθέσιμα ευρωπαϊκά κονδύλια, τα οποία προηγουμένως είχαν τεθεί σε δεύτερη προτεραιότητα.

Παράλληλα, προβλέπει αύξηση των εθνικών πόρων για δημόσιες επενδύσεις, καθώς οι αρχές είναι πιθανό να δώσουν προτεραιότητα στη διοχέτευση πρόσθετου δημοσιονομικού χώρου σε επενδυτικές δαπάνες. Σε συνδυασμό με την αναμενόμενη περαιτέρω βελτίωση της αγοράς εργασίας, ο οίκος εκτιμά ότι η ελληνική οικονομία θα αναπτυχθεί κατά μέσο όρο 2,1% την περίοδο 2027–2029.

Αυτό θα οδηγούσε το κατά κεφαλήν ΑΕΠ στα 35.100 δολάρια το 2029, περίπου στο 55% του μέσου όρου της ΕΕ, από 47% το 2019.

Η οικονομική δραστηριότητα έχει παραμείνει ανθεκτική απέναντι στο ενεργειακό σοκ που προκαλεί ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή. Ο σημαντικός όγκος επενδύσεων στηρίζει την πρόβλεψη της S&P για μέση ανάπτυξη 2,1% την περίοδο 2026–2029.

Οι εκλογές, οι οποίες πρέπει να διεξαχθούν έως τον Ιούλιο του 2027, θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε απώλεια της κοινοβουλευτικής αυτοδυναμίας της σημερινής κυβέρνησης. Ωστόσο, ο οίκος θεωρεί ότι υπάρχει διακομματική συναίνεση σε βασικούς στόχους πολιτικής, όπως η διατήρηση βιώσιμων δημόσιων οικονομικών και η ενίσχυση της ανάπτυξης. Παράλληλα, η Ελλάδα αντιμετωπίζει σοβαρές μακροπρόθεσμες προκλήσεις από τη γήρανση του πληθυσμού και τις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής.

Οι ισχυρές τουριστικές εισπράξεις και οι επενδύσεις στηρίζουν την οικονομική δραστηριότητα. Παρά το ενεργειακό σοκ, η ανάπτυξη συνεχίστηκε φέτος, με μέσο ρυθμό 1,9% το πρώτο εξάμηνο, περίπου στα επίπεδα των προηγούμενων ετών.

Οι ιδιαίτερα ισχυρές τουριστικές επιδόσεις —με τις αφίξεις ταξιδιωτών αυξημένες κατά 14,7% στο εξάμηνο έως τον Ιούνιο— σε συνδυασμό με την επιτάχυνση των επενδύσεων σε έργα του Ταμείου Ανάκαμψης και τις ισχυρές εξαγωγές αγαθών, φαίνεται να αντισταθμίζουν τις πιέσεις που ασκεί στην κατανάλωση των νοικοκυριών η νέα άνοδος των τιμών ενέργειας.

Το εποχικά προσαρμοσμένο ποσοστό ανεργίας υποχώρησε στο 7,4% τον Αύγουστο, το χαμηλότερο επίπεδο των τελευταίων 18 ετών. Αυτό υποδηλώνει ότι, πέρα από το ενεργειακό σοκ, τα νοικοκυριά βρίσκονται σε ισχυρότερη θέση από ό,τι τα προηγούμενα χρόνια, στηρίζοντας την ανάπτυξη.

Ο S&P αναμένει ανάπτυξη σε ευρεία βάση, με τη στήριξη της δημοσιονομικής πολιτικής. Δεν προβλέπει μεγάλη επιβράδυνση των επενδύσεων, καθώς οι κυβερνητικές πιστώσεις για το επενδυτικό πρόγραμμα συνεχίζουν να αυξάνονται όσο διευρύνεται ο δημοσιονομικός χώρος.

Επιπλέον, παρότι οι πληρωμές του Ταμείου Ανάκαμψης θα ολοκληρωθούν έως το τέλος του 2026, οι δαπάνες για τα έργα θα συνεχιστούν το 2027 και το 2028, ιδιαίτερα για όσα χρηματοδοτούνται μέσω δανείων και περιλαμβάνουν συμμετοχή του ιδιωτικού τομέα. Στη συνέχεια, ο οίκος αναμένει αυξημένη αξιοποίηση άλλων ευρωπαϊκών πόρων. Εκτιμά ότι η Ελλάδα, ως η χώρα με το τρίτο χαμηλότερο κατά κεφαλήν ΑΕΠ στην ΕΕ, θα παραμείνει βασικός αποδέκτης αυτών των κονδυλίων.

Τα διαρθρωτικά εμπόδια εξακολουθούν να περιορίζουν τις δυνατότητες της οικονομίας. Οι διαδοχικές ελληνικές κυβερνήσεις έχουν εφαρμόσει μεταρρυθμίσεις που μεταμόρφωσαν την οικονομική και δημοσιονομική δυναμική της χώρας, θέτοντάς τες σε πολύ πιο βιώσιμη βάση.

Ωστόσο, εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικά εμπόδια στην πλήρη αξιοποίηση των οικονομικών δυνατοτήτων. Ενώ ο τραπεζικός τομέας και η αγορά εργασίας έχουν μεταρρυθμιστεί επιτυχώς, οι αλλαγές στις αγορές προϊόντων ήταν πιο περιορισμένες, όπως και η πρόοδος σε άλλους τομείς, μεταξύ των οποίων οι αντιλήψεις για τη διαφθορά.

Η συρρίκνωση και η γήρανση του πληθυσμού αποτελούν μακροπρόθεσμο πρόβλημα. Ο πληθυσμός έχει μειωθεί περισσότερο από 6% από το υψηλότερο επίπεδό του το 2011, εξαιτίας της κατάρρευσης των γεννήσεων τις προηγούμενες δεκαετίες και του μεταναστευτικού κύματος που ακολούθησε την κρίση χρέους.

Η Ελλάδα είναι πλέον η τέταρτη πιο γηρασμένη χώρα της ΕΕ. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προβλέπει ότι έως το 2050 το ποσοστό των ατόμων άνω των 65 ετών θα είναι το υψηλότερο μεταξύ των κρατών-μελών. Η δυσμενής αυτή αναλογία εξάρτησης αναμένεται να επιβαρύνει τη μακροπρόθεσμη ανάπτυξη.

Στα θετικά, προηγούμενες κυβερνήσεις έλαβαν σημαντικά μέτρα για να περιορίσουν τη δημοσιονομική έκθεση του κράτους στη δημογραφική αλλαγή, κυρίως μέσω εκτεταμένων συνταξιοδοτικών μεταρρυθμίσεων μετά την κρίση χρέους. Οι πιο πρόσφατες φορολογικές αλλαγές μείωσαν τον φόρο εισοδήματος για ορισμένες πολύτεκνες οικογένειες, αλλά παραμένει ασαφές αν θα συμβάλουν ουσιαστικά στην αύξηση των γεννήσεων.

Εκλογές

Οι εκλογές έως τον Ιούλιο του 2027 θα μπορούσαν, βάσει των σημερινών δημοσκοπήσεων, να οδηγήσουν σε απώλεια της αυτοδυναμίας της Νέας Δημοκρατίας, με παραμονή της στην εξουσία μέσω συνασπισμού. Η δημοτικότητα της ΝΔ έχει υποχωρήσει μετά τις εκλογές του Ιουνίου του 2023, όταν εξασφάλισε τις απαραίτητες ψήφους για κοινοβουλευτική αυτοδυναμία.

Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν, πάντως, ότι παραμένει το δημοφιλέστερο κόμμα, γεγονός που καθιστά πολύ πιθανό να αναδειχθεί πρώτη δύναμη και στις επόμενες εκλογές, αν και ενδεχομένως θα χρειαστεί να σχηματίσει κυβέρνηση συνεργασίας.

Δεδομένου ότι τα περισσότερα κόμματα συμφωνούν πλέον σε βασικά ζητήματα πολιτικής, όπως η βιωσιμότητα των δημόσιων οικονομικών και η στήριξη της οικονομικής δραστηριότητας, ο S&P δεν αναμένει ουσιαστική αλλαγή της κατεύθυνσης πολιτικής μετά τις εκλογές.

Δημοσιονομική ευελιξία και επιδόσεις

Οι δημοσιονομικές επιδόσεις παραμένουν ισχυρές και η S&P αναμένει ότι τα πρωτογενή πλεονάσματα θα διαμορφωθούν κατά μέσο όρο στο 3,3% του ΑΕΠ την περίοδο 2026–2029, ακόμη και με αυξημένους εθνικούς πόρους για δημόσια επενδυτικά έργα.

Το δημόσιο χρέος παραμένει υψηλό αλλά μειώνεται, ενώ η εκτίναξη των διεθνών τιμών ενέργειας αναμένεται να διευρύνει περαιτέρω τις εξωτερικές ανισορροπίες της χώρας.

Τα δημοσιονομικά αποτελέσματα υπερβαίνουν και πάλι τους στόχους. Ο οίκος προβλέπει πλεόνασμα γενικής κυβέρνησης 0,8% του ΑΕΠ και πρωτογενές πλεόνασμα 3,8% για φέτος, έναντι αρχικού κυβερνητικού στόχου για έλλειμμα 0,1% και πρωτογενές πλεόνασμα 2,8%.

Τα στοιχεία έως τον Αύγουστο δείχνουν ότι τα έσοδα από ΦΠΑ και φόρους εισοδήματος οδηγούν την υπεραπόδοση, με τα συνολικά ενοποιημένα φορολογικά έσοδα αυξημένα κατά 7,6% σε σχέση με την αντίστοιχη περίοδο του 2025. Η μείωση της ανεργίας και οι περαιτέρω μεταρρυθμίσεις συμμόρφωσης, ιδιαίτερα η επέκταση της ψηφιακής κάρτας εργασίας, στηρίζουν αυτή την επίδοση.

Οι δαπάνες επίσης υπερβαίνουν τον στόχο, κυρίως επειδή οι επενδυτικές δαπάνες προχωρούν ταχύτερα από το αναμενόμενο, λόγω της επιτάχυνσης ολοκλήρωσης των έργων του Ταμείου Ανάκαμψης.

Τα μέτρα ενεργειακής στήριξης για την άμβλυνση των επιπτώσεων του πολέμου στη Μέση Ανατολή ήταν περιορισμένα, με κόστος περίπου 0,3% του ΑΕΠ φέτος, και στόχευσαν κυρίως στις επιχειρήσεις. Ο S&P αναμένει να παραμείνουν προσωρινά. Ενδεικτικά, αποσύρθηκαν τον Ιούνιο όταν υποχώρησαν οι τιμές του πετρελαίου, αν και επανήλθαν για τον Οκτώβριο.

Η κυβέρνηση αναμένεται να διατηρήσει σταθερό πρωτογενές πλεόνασμα, κατά μέσο όρο 3,2% του ΑΕΠ την περίοδο 2027–2029. Αυτό θα συνεπαγόταν κάποια δημοσιονομική χαλάρωση έναντι προηγούμενων ετών, η οποία πιθανότατα θα κατευθυνθεί στη στήριξη των εισοδημάτων των νοικοκυριών και στις δημόσιες επενδύσεις.

Σε σύγκριση με άλλα ευρωπαϊκά κράτη, η Ελλάδα αντιμετωπίζει σχετικά μικρότερες πιέσεις για πρόσθετες αμυντικές δαπάνες, καθώς είναι ένα από τα μόλις τρία μέλη του ΝΑΤΟ που δαπανούν σταθερά πάνω από το 2% του ΑΕΠ για την άμυνα από το 2014, με το αντίστοιχο ποσοστό να ανέρχεται περίπου στο 3% πέρυσι.

Χρέος

Η βιωσιμότητα του χρέους βελτιώνεται. Από την κρίση χρέους της ευρωζώνης, η Ελλάδα διατηρούσε ένα από τα υψηλότερα καθαρά δημόσια χρέη παγκοσμίως, με κορύφωση στο 192% του ΑΕΠ το 2020. Έκτοτε, όμως, ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ μειώνεται.

Για το 2026, η S&P προβλέπει υποχώρηση του καθαρού χρέους στο 123% του ΑΕΠ, σαφώς χαμηλότερα πλέον από το 132% που προβλέπει για την Ιταλία, την πλέον υπερχρεωμένη χώρα της ευρωζώνης με βάση τον συγκεκριμένο δείκτη. Έως το 2029 αναμένει περαιτέρω μείωση στο 107%.

Στον υπολογισμό του καθαρού χρέους συνυπολογίζει τα σημαντικά ταμειακά διαθέσιμα του ΟΔΔΗΧ, τα οποία εκτιμά ότι θα ανέλθουν σε 33 δισ. ευρώ, ή 12,4% του ΑΕΠ, στο τέλος του 2026.

Παρότι το χρέος παραμένει υψηλό, η διάρθρωσή του είναι ευνοϊκή: η σταθμισμένη μέση διάρκειά του είναι περίπου 18,3 έτη, το μέσο ετήσιο κόστος εξυπηρέτησης μετά τις πράξεις ανταλλαγής επιτοκίων διαμορφώνεται μόλις στο 1,9%, ενώ η χώρα διαθέτει ισχυρή αντιστάθμιση έναντι περαιτέρω μεταβολών των επιτοκίων.

Οι ανισορροπίες στο ισοζύγιο πληρωμών είναι πιθανό να επιμείνουν. Μετά την περίοδο σχετικά χαμηλών ελλειμμάτων το 2015–2019, το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών επιδεινώθηκε σημαντικά το 2020 και έκτοτε παραμένει επιβαρυμένο, με μέσο έλλειμμα 7,3% του ΑΕΠ την περίοδο 2020–2025.

Αυτό αντανακλά εν μέρει την ανάκαμψη της δραστηριότητας, τη βελτίωση του οικονομικού κλίματος και τις εισαγωγές που συνδέονται με το Ταμείο Ανάκαμψης. Οφείλεται, όμως, και στην υπερβολική εξάρτηση από εισαγόμενα αγαθά, συμπεριλαμβανομένων των υδρογονανθράκων, καθώς και στην ακόμη χαμηλή ανταγωνιστικότητα του εξωτερικού τομέα.

Ο S&P αναμένει αντιστροφή της πρόσφατης βελτίωσης, με το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών να διευρύνεται στο 7% του ΑΕΠ φέτος, από 5,8% το 2025. Καθώς το Ταμείο Ανάκαμψης θα ολοκληρώνεται από το 2027 και οι τιμές ενέργειας θα εξομαλύνονται, προβλέπει νέα αποκλιμάκωση, στο 4,5% του ΑΕΠ έως το 2029.

Η εξωτερική θέση της Ελλάδας είναι συγκριτικά αδύναμη και επιβαρύνει το πιστοληπτικό της προφίλ. Οι κάτοικοι Ελλάδας είχαν καθαρή εξωτερική οφειλή 304 δισ. δολαρίων το 2025, ποσό αντίστοιχο με το 231% των εισπράξεων του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών.

Εάν εξαιρεθούν τα περιουσιακά στοιχεία του μη χρηματοπιστωτικού τομέα, τα οποία ο οίκος θεωρεί γενικά λιγότερο ρευστοποιήσιμα για την αξιολόγηση της εξωτερικής θέσης των κρατών, το ποσό αυξάνεται στα 355 δισ. δολάρια, ή στο 270% αυτών των εισπράξεων.

Η καθαρή εξωτερική οφειλή παραμένει σε μεγάλο βαθμό σταθερή από το 2022, τάση που η S&P αναμένει να συνεχιστεί. Ωστόσο, τα σημερινά και προβλεπόμενα επίπεδα παραμένουν πολύ υψηλότερα από εκείνα των περισσότερων συγκρίσιμων χωρών.

Σε συνδυασμό με το υψηλό έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών, αυτή η δυσμενής θέση συνεπάγεται σημαντικές ανάγκες εξωτερικής χρηματοδότησης, εκθέτοντας τη χώρα στις συνθήκες χρηματοδότησης από το εξωτερικό.

Τράπεζες

Οι κίνδυνοι για τις ελληνικές τράπεζες παραμένουν ελεγχόμενοι, παρά την άνοδο των τιμών ενέργειας, χάρη στην οικονομική ανάπτυξη, την ενίσχυση του ιδιωτικού τομέα και τη μείωση των μη εξυπηρετούμενων δανείων.

Οι παράγοντες αυτοί στηρίζουν την ικανότητα παραγωγής κερδών και τη μείωση των κινδύνων στα δανειακά χαρτοφυλάκια, παράλληλα με τη βελτίωση της κεφαλαιακής επάρκειας και των επιχειρηματικών μοντέλων των τραπεζών.

Για τον λόγο αυτό, ο οίκος αναθεώρησε νωρίτερα φέτος σε θετικές τις προοπτικές αρκετών ελληνικών τραπεζών που αξιολογεί, όπως ανέφερε στην έκθεσή του στις 27 Ιανουαρίου 2026.

Παρότι οι κίνδυνοι παραμένουν υψηλότεροι από εκείνους ορισμένων συγκρίσιμων τραπεζικών συστημάτων, ο λόγος του εταιρικού χρέους προς το ΑΕΠ έχει μειωθεί σημαντικά, ενώ τόσο τα νοικοκυριά όσο και οι επιχειρήσεις έχουν εξυγιάνει τους ισολογισμούς τους. Οι βελτιώσεις στο νομικό και ρυθμιστικό πλαίσιο, μεταξύ των οποίων ο εκσυγχρονισμός του πλαισίου αφερεγγυότητας και το ηλεκτρονικό μητρώο ενεχύρων, διευκολύνουν περαιτέρω την ανάκτηση απαιτήσεων.

Διαβάστε επίσης

Moody’s: Αναβάθμισε σε θετικό το outlook της Ελλάδας, διατήρησε την αξιολόγηση Baa3

Πετρέλαιο: Στα 117 δολάρια το Brent, με εβδομαδιαία άνοδο άνω του 5% – Φόβοι για νέα κλιμάκωση στη Μέση Ανατολή

Wall Street: Βουτιά 1,2% για τον Dow Jones και ξανά πιέσεις στον S&P 500 μετά το άλμα του πετρελαίου