Για να μας βλέπεις πιο συχνά στα αποτελέσματα αναζήτησης Add mononews.gr on Google

Η Μαργαρίτα Παπανδρέου, έφυγε από τη ζωή πλήρης ημερών, σε ηλικία 103 ετών και θα έλεγε κανείς ότι έζησε τις πιο ταραγμένες πολιτικές περιόδους της χώρας, ευρισκόμενη δίπλα σε έναν από τους ισχυρότερους πολιτικούς της Ελλάδας, τον Ανδρέα Παπανδρέου.

Για περισσότερο από μισό αιώνα η ζωή της ήταν δεμένη με την πολιτική ιστορία της Ελλάδας, από την εποχή του Γεωργίου Παπανδρέου και της Ένωσης Κέντρου μέχρι τη δικτατορία, την εξορία, την ίδρυση του ΠΑΣΟΚ, την άνοδο του Ανδρέα Παπανδρέου στην εξουσία και τις μεγάλες κοινωνικές αλλαγές της δεκαετίας του 1980.

1

Είχε άλλωστε το προνόμιο να είναι σύζυγος πρωθυπουργού, νύφη πρωθυπουργού και μητέρα πρωθυπουργού.

Όμως η ιστορία της δεν ήταν μόνο η ιστορία του άνδρα της. Ήταν και η ιστορία μιας γυναίκας που έφερε μαζί της την αμερικανική εμπειρία, που συμμετείχε ενεργά στον αγώνα εναντίον της δικτατορίας και που αργότερα έγινε μία από τις πιο αναγνωρίσιμες μορφές του ελληνικού γυναικείου κινήματος.

Η «Αμερικάνα», όπως την φώναζαν άλλοτε, ήταν μια διακριτική παρουσία που ωστόσο θα μπορούσε να πει κανείς ότι είδε πολλά με τα μάτια αλλά ποτέ δεν προκάλεσε με τη στάση της.

Ισως δε να αδικήθηκε όταν ο Ανδρέας Παπανδρέου επέλεξε έναν άλλο δρόμο στην προσωπική του ζωή, με το γάμο του με τη Δήμητρα Λιάνη. αλλά η Μαργαρίτα Παπανδρέου κράτησε μια στάση αξιοπρεπή μέχρι το τέλος της ζωής της.

Η Μαργαρίτα Έσθερ Τσαντ γεννήθηκε στις 30 Σεπτεμβρίου 1923 στο Όουκ Παρκ του Ιλινόις, σε μια οικογένεια όπου ήταν η μεγαλύτερη από πέντε αδελφές.

 

Σπούδασε δημοσιογραφία και στη συνέχεια Δημόσια Υγεία στο Πανεπιστήμιο της Μινεσότα. Εκεί, το 1947, γνώρισε τον Ανδρέα Παπανδρέου.

Εκείνος ήταν ήδη ένας νέος οικονομολόγος με έντονη ακαδημαϊκή παρουσία και με μια Ελλάδα που, αν και ακόμη μακριά, επρόκειτο να γίνει ο πυρήνας της ζωής του.

Εκείνη ήταν μια νεαρή Αμερικανίδα που δεν μπορούσε τότε να πιστέψει ότι η γνωριμία αυτή θα την έφερνε, λίγα χρόνια αργότερα, στο κέντρο της ελληνικής πολιτικής ζωής.

Παντρεύτηκαν με πολιτικό γάμο στο Ρίνο της Νεβάδα, στις 30 Αυγούστου 1951. Η κοινή τους ζωή πέρασε αρχικά από τη Μινεσότα και την Καλιφόρνια, όπου ο Ανδρέας έκανε την ακαδημαϊκή του καριέρα στο Μπέρκλεϊ. Απέκτησαν τέσσερα παιδιά, τον Γιώργο, τη Σοφία, τον Νίκο και τον Αντρίκο.

Η Ελλάδα μπήκε οριστικά στη ζωή της στις αρχές της δεκαετίας του 1960. Το 1961 η οικογένεια εγκαταστάθηκε μόνιμα στη χώρα και η ζωή της Μαργαρίτας άλλαξε ριζικά.

Από την αμερικανική ακαδημαϊκή κοινωνία βρέθηκε στην Αθήνα, σε μια χώρα με έντονες πολιτικές συγκρούσεις, όπου το όνομα Παπανδρέου ήταν ήδη ένα από τα ισχυρότερα πολιτικά ονόματα.

Ο πεθερός της, Γεώργιος Παπανδρέου, ήταν αρχηγός της Ένωσης Κέντρου και ο Ανδρέας γινόταν σταδιακά κεντρικός πρωταγωνιστής. Η Μαργαρίτα έπρεπε να προσαρμοστεί σε μια κοινωνία διαφορετική από εκείνη στην οποία είχε μεγαλώσει, ενώ παράλληλα μεγάλωνε τέσσερα παιδιά και παρακολουθούσε τον άνδρα της να περνά από την πανεπιστημιακή ζωή στην πρώτη γραμμή της πολιτικής.

Οι κρίσεις

Η ζωή της οικογένειας δεν ήταν πάντως απαλλαγμένη από κρίσεις. Ο γάμος του Ανδρέα και της Μαργαρίτας δοκιμάστηκε ήδη από τα πρώτα χρόνια της εγκατάστασής τους στην Ελλάδα, ενώ οι εξωσυζυγικές σχέσεις που φέρεται να είχε ο Ανδρέας θα αποτελούσαν αργότερα ένα επαναλαμβανόμενο κεφάλαιο στην προσωπική τους ιστορία.

Η ίδια θα μιλούσε πολλά χρόνια αργότερα ανοιχτά για αυτές τις πληγές στο βιβλίο της «Έρωτας και εξουσία».

Αλλά η μεγάλη δοκιμασία της οικογένειας δεν θα ερχόταν από τον γάμο.

Θα ερχόταν στις 21 Απριλίου 1967.

Το πραξικόπημα των συνταγματαρχών βρήκε τον Ανδρέα Παπανδρέου στο σπίτι του. Οι στρατιωτικοί τον συνέλαβαν και τον οδήγησαν στη φυλακή. Για τη Μαργαρίτα εκείνη η ημέρα δεν ήταν απλώς η αρχή μιας πολιτικής περιπέτειας.

Ήταν η στιγμή που ο σύζυγός της βρέθηκε στα χέρια ενός καθεστώτος το οποίο είχε καταλύσει τη δημοκρατία και η ίδια έπρεπε ταυτόχρονα να προστατεύσει τα παιδιά της, να πληροφορηθεί τι είχε συμβεί και να κινητοποιηθεί για την απελευθέρωσή του.

Η αντίδρασή της ήταν άμεση. Οι αμερικανικές διπλωματικές αναφορές της εποχής καταγράφουν την παρουσία της στην αμερικανική πρεσβεία στην Αθήνα και τις προσπάθειές της να πληροφορηθεί την τύχη του Ανδρέα και των άλλων πολιτικών κρατουμένων.

Είχε το πλεονέκτημα να είναι Αμερικανίδα, γνώριζε τη γλώσσα, είχε επαφές στις Ηνωμένες Πολιτείες και μπορούσε να απευθυνθεί σε ένα πολιτικό και δημοσιογραφικό περιβάλλον που βρισκόταν έξω από τον έλεγχο της χούντας.

Η υπόθεση του Ανδρέα άρχισε να αποκτά διεθνή διάσταση και η Μαργαρίτα συνέβαλε αποφασιστικά σε αυτή την κινητοποίηση.

Η δράση της στη Χούντα

Η αντιδικτατορική της δράση δεν περιορίστηκε στην προσπάθεια απελευθέρωσης του συζύγου της. Μετά την έξοδο της οικογένειας από την Ελλάδα, η Μαργαρίτα συμμετείχε στην προσπάθεια να παραμείνει ζωντανό στο εξωτερικό το ελληνικό ζήτημα. Η οικογένεια εγκαταστάθηκε αρχικά στη Στοκχόλμη και στη συνέχεια στο Τορόντο, ενώ ο Ανδρέας ανέπτυξε από το εξωτερικό την πολιτική του δράση εναντίον της δικτατορίας.

Ο αντιδικτατορικός Τύπος της εποχής καταγράφει το όνομά της ανάμεσα στις αντιδικτατορικές δράσεις και στις διαδηλώσεις του ελληνικού κινήματος στο εξωτερικό. Αρχειακό υλικό του ΑΣΚΙ, μάλιστα, καταχωρίζει τεκμήρια της περιόδου με το όνομα της Μαργαρίτας Παπανδρέου δίπλα στις «αντιδικτατορικές δράσεις / διαδηλώσεις» και στον αντιδικτατορικό Τύπο του εξωτερικού.

Με τον Γεώργιο Παπανδρέου
Με τον Γεώργιο Παπανδρέου

Εκεί βρίσκεται και μια πλευρά της ζωής της που συχνά χάνεται πίσω από την εικόνα της «συζύγου του Ανδρέα». Η Μαργαρίτα δεν περίμενε απλώς τον άνδρα της να τελειώσει την πολιτική του περιπέτεια.

Είχε γίνει και η ίδια μέρος ενός δικτύου ανθρώπων που προσπαθούσαν να ενημερώσουν τη διεθνή κοινή γνώμη για τη δικτατορία. Οι επαφές της στις Ηνωμένες Πολιτείες, η κινητοποίηση δημοσιογράφων και ανθρώπων του πολιτικού και κοινωνικού χώρου και η παρουσία της σε αντιδικτατορικές εκδηλώσεις την έκαναν έναν από τους ανθρώπους που συνέβαλαν ώστε η υπόθεση της Ελλάδας να μην εξαφανιστεί από τη διεθνή επικαιρότητα.

Για μια γυναίκα που είχε φτάσει στην Ελλάδα ως Αμερικανίδα σύζυγος ενός πανεπιστημιακού, ήταν μια εντυπωσιακή μεταμόρφωση.

Από την οικογενειακή ζωή στο κέντρο μιας διεθνούς πολιτικής κινητοποίησης. Αλλά η Μαργαρίτα είχε όλα τα φόντα να το κάνει. Μόρφωση, θέληση, σκληρό χαρακτήρα και αφοσίωση στον στόχο.

Όταν έπεσε η δικτατορία, η Μαργαρίτα επέστρεψε στην Ελλάδα μαζί με την οικογένεια. Ο Ανδρέας ίδρυσε το ΠΑΣΟΚ και μέσα στα επόμενα χρόνια άρχισε να διαμορφώνεται η πολιτική δύναμη που θα άλλαζε την Ελλάδα της Μεταπολίτευσης.

Η φεμινιστική δράση

Εκείνη όμως δεν ακολούθησε απλώς τον δρόμο του κόμματος αλλά ανοιξε τον δικό της. Το 1976, μόλις δύο χρόνια μετά την αποκατάσταση της δημοκρατίας, ιδρύθηκε η Ένωση Γυναικών Ελλάδας (οι περίφημες ΕΓΕΣ όπως τις έλεγαν κάποιοι σκωπτικά), με επικεφαλής τη Μαργαρίτα.

Η ίδια η ΕΓΕ περιγράφει σήμερα την ίδρυσή της ως αποτέλεσμα της πρωτοβουλίας μιας μικρής ομάδας φεμινιστριών, με τη Μαργαρίτα Παπανδρέου επικεφαλής, και ως προσπάθεια δημιουργίας μιας αυτόνομης, ανεξάρτητης γυναικείας οργάνωσης με πανελλαδική βάση.

Η ΕΓΕ ήταν από τα σημαντικότερα κομμάτια της δημόσιας ζωής της. Σε μια Ελλάδα που η έννοια του φεμινισμού δεν υπήρχε καν η Μαργαρίτα Παπανδρέου ήταν πρωτοπόρα.

Η Μαργαρίτα δεν ήθελε μια κλειστή οργάνωση των γυναικών της Αθήνας αλλά ένα κίνημα που θα έφτανε στην επαρχία, στις εργαζόμενες, στις αγρότισσες, στις νοικοκυρές, στις γυναίκες που μέχρι τότε δεν είχαν κανέναν οργανωμένο τρόπο να διεκδικήσουν δικαιώματα.

Η ίδια η ιστορική αναδρομή της ΕΓΕ σημειώνει ότι στόχος ήταν η ριζική αλλαγή της νοοτροπίας και των κοινωνικών αντιλήψεων για τον ρόλο της γυναίκας και του άνδρα στην οικογένεια και στην κοινωνία.

Και τότε η Μαργαρίτα βρέθηκε σε μια παράδοξη θέση. Ο άνδρας της ήταν αρχηγός ενός κόμματος που διεκδικούσε την εξουσία, ενώ η ίδια ήταν επικεφαλής μιας γυναικείας οργάνωσης που πίεζε την πολιτεία για αλλαγές.

Η ΕΓΕ δεν περιοριζόταν σε συνθήματα. Έθετε συγκεκριμένα αιτήματα: Ισότητα στην οικογένεια, αλλαγή του οικογενειακού δικαίου, κατάργηση της προίκας, πολιτικό γάμο, δικαιώματα των γυναικών μετά τον γάμο, αλλαγές στο διαζύγιο και στα δικαιώματα των γονέων, αλλά και το δικαίωμα των γυναικών να αποφασίζουν για το σώμα τους.

Εντυπωσιακά αιτήματα σε μια εποχή βαθιά συντηρητική αλλά που ο άνεμος της αλλαγής (και της Αλλαγής του ΠΑΣΟΚ) άρχισε να δυναμώνει.

Με τα παιδιά της

Μετά το 1981, όταν ο Ανδρέας Παπανδρέου έγινε πρωθυπουργός, οι διεκδικήσεις αυτές απέκτησαν για πρώτη φορά πρόσβαση στην κορυφή της πολιτικής εξουσίας. Η ΕΓΕ έγινε μια ιδιαίτερα μαζική γυναικεία οργάνωση και η Μαργαρίτα απέκτησε διεθνή παρουσία. Η ίδια η ΕΓΕ αναφέρει ότι το 1983, ως επικεφαλής εθνικής αντιπροσωπείας, υπέγραψε στη Νέα Υόρκη για λογαριασμό της Ελλάδας την ένταξη της χώρας στη Διεθνή Σύμβαση του ΟΗΕ για την Εξάλειψη κάθε Μορφής Διάκρισης κατά των Γυναικών, την περίφημη CEDAW.

Η αλλαγή που συντελέστηκε εκείνα τα χρόνια ήταν βαθιά. Η κατάργηση της προίκας και η καθιέρωση του πολιτικού γάμου το 1982, η αλλαγή του οικογενειακού δικαίου, το συναινετικό διαζύγιο, η κατοχύρωση μεγαλύτερης ισότητας των δύο γονέων απέναντι στα παιδιά και, το 1986, η αποποινικοποίηση της άμβλωσης αποτέλεσαν μέρος ενός ευρύτερου μετασχηματισμού της ελληνικής κοινωνίας.

Η Μαργαρίτα ήταν ένα από τα πρόσωπα που πίεσαν για αυτές τις αλλαγές, μέσα από την ΕΓΕ και το ευρύτερο γυναικείο κίνημα. Δεν ήταν η μοναδική δύναμη πίσω από τις μεταρρυθμίσεις, άλλωστε υπήρχαν πολλές γυναικείες οργανώσεις και διαφορετικές πολιτικές και κοινωνικές δυνάμεις.

Ομως, η παρουσία της στην πρώτη γραμμή ήταν αναμφισβήτητη.

Κάπως έτσι δημιουργήθηκε η εικόνα της Μαργαρίτας που έμελλε να μείνει στην ιστορία: Από τη μία, η γυναίκα του πρωθυπουργού, από την άλλη, η γυναίκα που μιλούσε δημόσια για την αυτονομία των γυναικών.

Αυτή η αντίφαση τη συνόδευσε σε όλη τη δημόσια ζωή της. Ήταν σύζυγος ενός από τους ισχυρότερους άνδρες της χώρας, αλλά ταυτόχρονα πρωταγωνιστούσε σε ένα κίνημα που αμφισβητούσε παραδοσιακούς ρόλους μέσα στην οικογένεια. Ήταν μέσα στην εξουσία, αλλά ήθελε να την πιέζει να αλλάξει τους νόμους και την κοινωνία.

Η προσωπική ζωή

Και ενώ η πολιτική της δράση μεγάλωνε, η προσωπική της ζωή κατέρρεε. Η σχέση του Ανδρέα με τη Δήμητρα Λιάνη μετατράπηκε στα μέσα της δεκαετίας του 1980 σε ένα από τα μεγαλύτερα δημόσια σκάνδαλα της εποχής. Η Μαργαρίτα βρέθηκε αντιμέτωπη με μια από τις πιο δύσκολες δοκιμασίες της ζωής της, και μάλιστα σε μια χώρα όπου κάθε λεπτομέρεια της οικογενειακής ζωής του πρωθυπουργού γινόταν πρωτοσέλιδο. Το 1989, ύστερα από 38 χρόνια γάμου, το ζευγάρι πήρε διαζύγιο και ο Ανδρέας παντρεύτηκε τη Δήμητρα Λιάνη. Η Μαργαρίτα αποχώρησε την ίδια χρονιά από την προεδρία της ΕΓΕ.

Η Μαργαρίτα έζησε άλλα 36 χρόνια μετά το διαζύγιό της και σχεδόν τρεις δεκαετίες μετά τον θάνατο του Ανδρέα. Είδε τον γιο της Γιώργο να ακολουθεί την πολιτική διαδρομή του πατέρα του και να γίνεται πρωθυπουργός της Ελλάδας. Είδε τα παιδιά της να μεγαλώνουν και να δημιουργούν τις δικές τους οικογένειες. Και, σε βαθιά προχωρημένη ηλικία, αποφάσισε να γράψει τη δική της εκδοχή για τη ζωή που είχε ζήσει.

Το βιβλίο

Το «Έρωτας και εξουσία» ήταν κάτι περισσότερο από μια αυτοβιογραφία. Για δεκαετίες η Μαργαρίτα είχε παρουσιαστεί κυρίως ως η γυναίκα του Ανδρέα, η πρώτη κυρία, η απατημένη σύζυγος, η Αμερικανίδα που έγινε Ελληνίδα. Στο βιβλίο της έγραψε για τον άνδρα που αγάπησε, για τις απιστίες του, για τα χρόνια της εξορίας, για τα παιδιά, για την πολιτική, για την εξουσία και για τον χωρισμό τους.

Η Μαργαρίτας Παπανδρέου δεν υπήρξε ποτέ μόνο ένας ρόλος. Δεν ήταν μόνο η σύζυγος, μόνο η μητέρα, μόνο η Αμερικανίδα, μόνο η φεμινίστρια ή μόνο η γυναίκα της πολιτικής.

 

Ήταν όλα αυτά μαζί. Ήταν μια πολυσχιδής προσωπικότητα, μια γυναίκα που βρέθηκε δίπλα στον Ανδρέα όταν συνελήφθη από τη χούντα και που στη συνέχεια βγήκε μπροστά για να κινητοποιήσει ανθρώπους στο εξωτερικό. Ήταν η γυναίκα που έζησε την εξορία και επέστρεψε στη Μεταπολίτευση. Ήταν η γυναίκα που ίδρυσε μια μεγάλη φεμινιστική οργάνωση και πίεσε για αλλαγές που επηρέασαν την καθημερινότητα εκατομμυρίων Ελληνίδων. Ήταν η γυναίκα του πρωθυπουργού, αλλά και η γυναίκα που έζησε από πρώτο χέρι το κόστος της εξουσίας.

Σε πολλούς ανθρώπους έχει εντυπωθεί η ιδέα ότι η Μαργαρίτα ήταν απλά η σύζυγος ενός μεγάλου πολιτικού. Κι ότι έμεινε στη σκιά του. Δεν ήταν όμως έτσι. Ηταν πολλά περισσότερα και η δική της διαδρομή ξεπέρασε όλους τους συμβατικούς όρους που της έβαλαν. Από τη στιγμή που έφτασε στην Ελλάδα μέχρι την τελευταία περίοδο της ζωής της, έζησε μέσα σε μια χώρα που άλλαζε και, σε ορισμένες από τις αλλαγές αυτές, προσπάθησε να παίξει ενεργό ρόλο.

Η Μαργαρίτα Παπανδρέου έζησε τον 20ό αιώνα σχεδόν ολόκληρο. Είδε την Ελλάδα πριν και μετά τη δικτατορία, έζησε την εξορία, την επιστροφή της δημοκρατίας, τον πεθερό της, τον Γέρο της Δημοκρατίας να είναι πανίσχυρος αλλά και να πέφτει.

Είδε την άνοδο του ΠΑΣΟΚ, την πολιτική κυριαρχία του Ανδρέα και αργότερα την πρωθυπουργία του γιου της. Έζησε την προσωπική της ζωή μέσα στο δημόσιο βλέμμα και ταυτόχρονα προσπάθησε να διαμορφώσει η ίδια το περιβάλλον γύρω της. Και όταν όλα αυτά είχαν περάσει, έμεινε εκείνη για να αφηγηθεί την ιστορία.

Από την Αμερική της δεκαετίας του 1940 μέχρι την Ελλάδα του 21ου αιώνα, η Μαργαρίτα Παπανδρέου διένυσε μια διαδρομή που δύσκολα χωρά σε έναν τίτλο. Ήταν η γυναίκα που γνώρισε τον Ανδρέα σε μια άλλη ήπειρο και τον ακολούθησε στην Ελλάδα. Ήταν η γυναίκα που κινητοποιήθηκε όταν η χούντα τον έβαλε στη φυλακή. Ήταν η γυναίκα της εξορίας και της αντιδικτατορικής δράσης.

Ήταν η γυναίκα της ΕΓΕ και των μεγάλων αγώνων για την ισότητα. Ήταν η μητέρα τεσσάρων παιδιών και η μητέρα ενός μελλοντικού πρωθυπουργού. Ήταν η σύζυγος ενός ανθρώπου που σημάδεψε την ελληνική πολιτική και ταυτόχρονα μια γυναίκα που πάλεψε να αποκτήσει τη δική της φωνή.

Και τελικά την απέκτησε.

Ίσως γι’ αυτό, όταν κάποιος επιχειρεί να συνοψίσει τη ζωή της Μαργαρίτας Παπανδρέου, ο τίτλος που διάλεξε η ίδια για την αυτοβιογραφία της να παραμένει ο πιο εύστοχος: «Έρωτας και εξουσία». Ανάμεσα σε αυτούς τους δύο πόλους κινήθηκε μια ζωή γεμάτη πολιτική, οικογένεια, αγώνα, απώλειες, αντιστάσεις και μεγάλες αλλαγές.