Η νέα άνοδος των τιμών του φυσικού αερίου επαναφέρει στο προσκήνιο τον κίνδυνο ενός νέου κύκλου ανατιμήσεων στην ηλεκτρική ενέργεια, με την Ευρώπη –και την Ελλάδα– να βρίσκονται ξανά αντιμέτωπες με ένα γνώριμο αλλά ιδιαίτερα επικίνδυνο σενάριο. Στην καρδιά του προβλήματος βρίσκεται η ίδια η δομή της αγοράς: το φυσικό αέριο εξακολουθεί να αποτελεί το οριακό καύσιμο που καθορίζει την τιμή του ρεύματος, με αποτέλεσμα κάθε διακύμανσή του να μεταφέρεται σχεδόν άμεσα στους λογαριασμούς. (iPaidia.gr).

Το τελευταίο διάστημα, η άνοδος στις τιμές του φυσικού αερίου είναι έντονη, σε ορισμένες φάσεις αγγίζοντας αυξήσεις άνω του 50% μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα, γεγονός που ήδη αρχίζει να αποτυπώνεται στη χονδρεμπορική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας. Η εμπειρία των προηγούμενων ετών δείχνει ότι η επίπτωση είναι άμεση: σε περιόδους εκτίναξης του αερίου, η τιμή της ηλεκτρικής ενέργειας μπορεί να αυξηθεί ακόμη και πολλαπλάσια – χαρακτηριστικά, στο παρελθόν είχε καταγραφεί αύξηση έως και 2,2 φορές μέσα σε έναν χρόνο, κυρίως λόγω του αερίου και των ρύπων.

1

Αυτή η σχέση εξάρτησης εξηγεί γιατί η τρέχουσα κρίση δημιουργεί εύλογη ανησυχία για τους επόμενους μήνες. Καθώς η Ευρώπη εισέρχεται σε μια περίοδο αυξημένης ζήτησης (καλοκαίρι για ηλεκτροπαραγωγή – χειμώνας για θέρμανση), το υψηλό κόστος καυσίμου απειλεί να μεταφραστεί σε νέο κύμα αυξήσεων στους λογαριασμούς. Ήδη, σε αρκετές αγορές παρατηρούνται ανοδικές τάσεις στη χονδρική τιμή ρεύματος, ενώ η μεταβλητότητα παραμένει υψηλή.

Σημαντική η συμβολή των ΑΠΕ στη συγκράτηση των τιμών

Ωστόσο, σε αυτό το δυσμενές περιβάλλον, οι Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας λειτουργούν ως βασικός «μηχανισμός άμυνας». Η αυξημένη συμμετοχή των ΑΠΕ στο ενεργειακό μείγμα συμβάλλει άμεσα στη συγκράτηση των τιμών, καθώς μειώνει την ανάγκη για παραγωγή από μονάδες φυσικού αερίου. Είναι χαρακτηριστικό ότι σε περιόδους υψηλής παραγωγής από ΑΠΕ, το μερίδιο του φυσικού αερίου υποχωρεί σημαντικά, περιορίζοντας την επίδρασή του στις τιμές.

Το λεγόμενο “merit order effect” των ΑΠΕ –δηλαδή η είσοδός τους στην αγορά με σχεδόν μηδενικό κόστος– πιέζει προς τα κάτω τη χονδρεμπορική τιμή, λειτουργώντας ως αντίβαρο στις αυξήσεις των ορυκτών καυσίμων. Δεν είναι τυχαίο ότι η ευρωπαϊκή στρατηγική επιμένει στην περαιτέρω διείσδυση των καθαρών μορφών ενέργειας, ακριβώς για να μειωθεί η έκθεση σε διεθνείς κρίσεις και ακραίες διακυμάνσεις τιμών.

Παράλληλα, τα κράτη ενεργοποιούν εκ νέου μέτρα στήριξης, γνωρίζοντας ότι η ενεργειακή κρίση μεταφέρεται άμεσα στα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις. Τα εργαλεία περιλαμβάνουν επιδοτήσεις στους λογαριασμούς, μηχανισμούς ανάκτησης υπερεσόδων, αλλά και παρεμβάσεις στη χονδρεμπορική αγορά. Η εμπειρία δείχνει ότι, σε περίπτωση νέας εκτίναξης τιμών, τα μέτρα αυτά θα επανέλθουν δυναμικά.

Ωστόσο, το βασικό ερώτημα παραμένει: πόσο ανθεκτικό είναι το σύστημα; Η απάντηση δεν είναι μονοσήμαντη. Από τη μία πλευρά, η Ευρώπη διαθέτει πλέον καλύτερη προετοιμασία σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια – περισσότερες υποδομές LNG, υψηλότερη διείσδυση ΑΠΕ και μηχανισμούς παρέμβασης. Από την άλλη, η εξάρτηση από το φυσικό αέριο παραμένει καθοριστική, ειδικά σε περιόδους χαμηλής παραγωγής από ΑΠΕ.

Ο κίνδυνος για τους επόμενους μήνες είναι οι τιμές του φυσικού αερίου να παραμείνουν σε υψηλά επίπεδα ή ενισχυθούν περαιτέρω λόγω γεωπολιτικών εξελίξεων και η ηλεκτρική ενέργεια θα ακολουθήσει ανοδική πορεία. Τότε το κόστος παραγωγής της ηλεκτροπαραγωγής θα αυξηθεί, η πίεση στους λογαριασμούς θα ενταθεί και η ανάγκη για κρατική παρέμβαση θα γίνει εκ νέου επιτακτική. Ωστόσο αν η συμμετοχή των ΑΠΕ παραμείνει σε υψηλά επίπεδα και η ζήτηση για ενέργεια σε χαμηλά επίπεδα λόγω της εποχής της άνοιξης (που δεν έχει ανάγκες σε ψύξη και θέρμανση) μπορεί να δούμε μετριασμένες αυξήσεις. Η πραγματική πρόκληση για τις τιμές φυσικού αερίου και ενέργειας θα είναι το καλοκαίρι όταν η ζήτηση θα αυξηθεί πιέζοντας προς τα πάνω ένα οριακό ενεργειακό σύστημα…