Μπορεί το Δημόσιο να αναζητά φόρους ακίνητης περιουσίας σε βάθος 10ετίας ή το δικαίωμα του αυτό έχει παραγραφεί; Στο κρίσιμο ερώτημα καλείται να απαντήσει η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας.

Αύριο είναι η συζήτηση των προσφύγων φορολογούμενων. Με την απόφαση που θα εκδοθεί τους επόμενους μήνες, το ΣτΕ θα επιλύσει οριστικά το μείζον ζήτημα εάν είναι σύμφωνη με το Σύνταγμα η δεκαετής και όχι η πενταετής προθεσμία παραγραφής του δικαιώματος του Δημοσίου προς επιβολή φόρου ακίνητης περιουσίας, στην περίπτωση που ο φορολογούμενος υπέβαλε εκπρόθεσμη ή ανακριβή δήλωση.

1

Η υπόθεση έφτασε στην Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας μετά την παραπεμπτική απόφαση της επταμελούς συνθέσεως του Β΄ Τμήματος. Εκεί οι δικαστές έκριναν αντισυνταγματική την 10ετή παραγραφή.

Σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, η αρχή της ασφάλειας δικαίου, η οποία απορρέει από την αρχή του κράτους δικαίου, επιτάσσει η εκάστοτε προβλεπόμενη προθεσμία παραγραφής του δικαιώματος του Δημοσίου προς επιβολή φόρου να ορίζεται εκ των προτέρων, σε χρονικό σημείο λήξης συγκεκριμένα προσδιορισμένο στο νόμο και με συνολική διάρκεια εύλογη, συνάδουσα προς τη συνταγματική αρχή της αναλογικότητας.

Κατά τη νομολογία, η προθεσμία αυτή πρέπει να είναι σχετικά σύντομη, προκειμένου οι μεν φορολογικοί έλεγχοι να διεξάγονται σε εύλογο διάστημα, οι δε φορολογούμενοι να γνωρίζουν εγκαίρως τις φορολογικές τους υποχρεώσεις για τον καλύτερο προγραμματισμό της οικονομικής τους δραστηριότητας.

Με την παραπεμπτική απόφαση του Τμήματος κρίθηκε ότι η διάταξη του άρθρου 45 παρ. 2 του ν. 3842/2010, στο μέτρο που ορίζει δεκαετή (και όχι τη συνήθη πενταετή) προθεσμία παραγραφής προς επιβολή του φόρου ακίνητης περιουσίας στην περίπτωση που έχει υποβληθεί δήλωση (εκπρόθεσμη ή ανακριβής) από το φορολογούμενο, αντίκειται στη συνταγματική αρχή της αναλογικότητας και για τον λόγο αυτό παρέπεμψε υποχρεωτικά, σύμφωνα με το άρθρο 100 παρ. 5 του Συντάγματος, την υπόθεση στην Ολομέλεια.