Τα ανώτατα στελέχη της Citigroup Inc. εξετάζουν το ενδεχόμενο εξαγοράς άλλης τράπεζας,  μια κίνηση που μέχρι πρότινος θεωρούνταν αδιανόητη, καθώς ο όμιλος ολοκληρώνει πολυετή προσπάθεια συμμόρφωσης με τις παρατηρήσεις των ρυθμιστικών αρχών.

Στελέχη της τράπεζας με έδρα τη Νέα Υόρκη έχουν πραγματοποιήσει προκαταρκτικές συζητήσεις τους τελευταίους μήνες για πιθανή εξαγορά μεγάλης περιφερειακής τράπεζας στις ΗΠΑ, με στόχο την αύξηση των καταθέσεων — εξέλιξη που θα μπορούσε να ενισχύσει τις δραστηριότητες δανεισμού και trading της Citigroup, σύμφωνα με πηγές με γνώση του θέματος.

1

Ορισμένα στελέχη έθεσαν το ενδεχόμενο εξαγοράς σε συνάντηση με Αμερικανούς ρυθμιστές φέτος, με τις αρχές να εμφανίζονται ανοιχτές στην εξέταση μιας συγκεκριμένης πρότασης.

Οι συζητήσεις βρίσκονται σε αρχικό στάδιο, ενώ η Citigroup εξακολουθεί να τελεί υπό δύο κανονιστικές εντολές που απαιτούν έγκριση πριν από οποιαδήποτε εξαγορά. Δεν υπάρχει καμία εγγύηση ότι θα προχωρήσει σε επίσημη πρόταση, ενώ εξετάζεται και το ενδεχόμενο εξαγοράς χρηματιστηριακής εταιρείας (brokerage).

Σε ανακοίνωσή της, η Citigroup διέψευσε τα σενάρια, χαρακτηρίζοντάς τα «αβάσιμες εικασίες», τονίζοντας ότι επικεντρώνεται στην οργανική ανάπτυξη και την υλοποίηση της στρατηγικής μετασχηματισμού της.

Μια εξαγορά πολλών δισεκατομμυρίων θα αποτελούσε την πιο τολμηρή κίνηση της διευθύνουσας συμβούλου Jane Fraser, η οποία τα τελευταία χρόνια έχει εστιάσει στην απλοποίηση της δομής της τράπεζας, τη μείωση κόστους και τη βελτίωση αποδόσεων. Μια τέτοια κίνηση θα μεταμόρφωνε τη Citigroup, προσδίδοντάς της εκτεταμένο δίκτυο καταστημάτων, παρόμοιο με εκείνο της JPMorgan και της Bank of America.

Σύμφωνα με πληροφορίες, η Citigroup θα μπορούσε να εξετάσει τράπεζες με ενεργητικό περίπου 500 δισ. δολάρια, όπως η Truist Financial και η PNC Financial Services. Μια τέτοια εξαγορά θα συγκαταλεγόταν στις μεγαλύτερες στην ιστορία των ΗΠΑ, πλησιάζοντας τη συγχώνευση-ρεκόρ των 70 δισ. δολαρίων με την Travelers το 1998.

Παράλληλα, εξετάζεται και η εξαγορά εταιρειών διαχείρισης πλούτου, όπως η Stifel Financial ή η Raymond James, που θα ενίσχυαν την πρόσβαση της τράπεζας σε εύπορους πελάτες και σταθερά έσοδα από προμήθειες.

Η Citigroup, υπό την ηγεσία της Fraser, επιχειρεί να ενισχύσει την ικανότητά της να προσελκύει καταθέσεις, προκειμένου να ανταγωνιστεί κολοσσούς όπως η JPMorgan και η Bank of America, που διαθέτουν εκτεταμένα δίκτυα καταστημάτων.

Ωστόσο, μια μεγάλη εξαγορά θα μπορούσε να αναζωπυρώσει τη συζήτηση στις ΗΠΑ γύρω από τις τράπεζες «too big to fail», δεδομένου του ρόλου της Citigroup στην κρίση του 2008. Τότε, η τράπεζα διασώθηκε με σημαντική κρατική στήριξη, αποτελώντας χαρακτηριστικό παράδειγμα συστημικού κινδύνου.

Έκτοτε, η Citigroup έχει περιορίσει την παρουσία της στη λιανική τραπεζική, μειώνοντας το δίκτυο καταστημάτων και αποχωρώντας από αγορές στο εξωτερικό, γεγονός που έχει επηρεάσει τη βάση καταθέσεών της σε σύγκριση με ανταγωνιστές.

Το 2020, οι ρυθμιστικές αρχές επέβαλαν αυστηρά μέτρα εποπτείας λόγω αδυναμιών στη διαχείριση κινδύνων, τα εσωτερικά συστήματα και την τεχνολογία. Αν και το 2024 επιβλήθηκε νέο πρόστιμο, η τράπεζα δηλώνει ότι πλησιάζει στην ολοκλήρωση των απαιτούμενων μεταρρυθμίσεων.

Την ίδια στιγμή, η κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ επιδιώκει χαλάρωση των κανονισμών που θεσπίστηκαν μετά την κρίση του 2008, ενισχύοντας το περιβάλλον για μεγάλες συμφωνίες. Σύμφωνα με πηγές, στελέχη της Citigroup εκτιμούν ότι θα μπορούσαν να εξασφαλίσουν την έγκριση των αρχών για μια σημαντική εξαγορά.

«Η Fed έχει κάνει κακή δουλειά στη ρύθμιση των τραπεζών», ανέφερε ο Τραμπ, υποσχόμενος μείωση των «περιττών» κανονισμών και ενίσχυση της πιστωτικής επέκτασης.

Διαβάστε επίσης 

Real Consulting: Στο ταμπλό από Δευτέρα οι νέες μετοχές από την ΑΜΚ

Μπιρολ (IEA): Η ΕΕ να εξετάσει την αποσύνδεση των τιμών ρεύματος και φυσικού αερίου

Ινδία: Εξοπλιστικό πακέτο 25 δισ. δολαρίων με ρωσικά συστήματα – Στο επίκεντρο οι S-400