ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
Ο Ζινεντίν Ζιντάν είναι ο νέος ομοσπονδιακός τεχνικός της εθνικής Γαλλίας, διαδεχόμενος τον Ντιντιέ Ντεσάν και αναλαμβάνοντας για πρώτη φορά στην καριέρα του μια εθνική ομάδα.
Η συμφωνία με τη γαλλική ομοσπονδία σηματοδοτεί το τέλος μιας αναμονής που κράτησε σχεδόν πέντε χρόνια, καθώς μετά την αποχώρησή του από τη Ρεάλ Μαδρίτης το 2021 επέλεξε να μην επιστρέψει στους πάγκους, παρότι δέχθηκε προτάσεις από κορυφαίους ευρωπαϊκούς συλλόγους. Συμφωνία που είχε… κλειδώσει εδώ και μήνες, βέβαια.
Ο ίδιος επιβεβαίωσε ότι απέρριψε όλες αυτές τις προτάσεις επειδή περίμενε αποκλειστικά τη θέση του ομοσπονδιακού τεχνικού της Γαλλίας. «Είχα προτάσεις για τέσσερα ή πέντε χρόνια ώστε να αναλάβω έναν σύλλογο, αλλά τις αρνήθηκα όλες για χάρη της εθνικής Γαλλίας. Αυτό ήταν το μόνο πράγμα που ήθελα να κάνω», δήλωσε.
Η επιλογή του μόνο τυχαία δεν μπορεί να χαρακτηριστεί. Ο Ζιντάν αποτελεί ίσως τη μεγαλύτερη ποδοσφαιρική προσωπικότητα που έχει αναδείξει η Γαλλία. Ως ποδοσφαιριστής κατέκτησε το Παγκόσμιο Κύπελλο του 1998, το EURO 2000 και τη Χρυσή Μπάλα, ενώ αναδείχθηκε τρεις φορές κορυφαίος ποδοσφαιριστής του κόσμου από τη FIFA. Ως προπονητής οδήγησε τη Ρεάλ Μαδρίτης σε έντεκα τίτλους, μεταξύ των οποίων τρία συνεχόμενα Champions League από το 2016 έως το 2018, επίδοση που παραμένει μοναδική στη σύγχρονη ιστορία της διοργάνωσης.
Παρά το γεγονός ότι θεωρείται εδώ και χρόνια ένας από τους πλέον επιτυχημένους προπονητές της γενιάς του, ο 54χρονος Γάλλος δεν βιάστηκε να επιστρέψει στην ενεργό δράση. Αντίθετα, περίμενε μέχρι να ανοίξει η θέση που πραγματικά επιθυμούσε, αυτή της εθνικής ομάδας με την οποία έγραψε τις σημαντικότερες σελίδες της ποδοσφαιρικής του καριέρας.
Η οικογένεια που έφυγε πριν από τον πόλεμο
Η ιστορία του Ζινεντίν Ζιντάν ξεκινά αρκετά χρόνια πριν από τη γέννησή του. Οι γονείς του, Σμαΐλ και Μαλίκα Ζιντάν, κατάγονταν από την περιοχή της Καβυλίας στην Αλγερία και εγκατέλειψαν τη χώρα στις αρχές της δεκαετίας του 1950, λίγο πριν ξεσπάσει ο πόλεμος της ανεξαρτησίας απέναντι στη Γαλλία.
Αρχικά εγκαταστάθηκαν στην περιοχή του Παρισιού και αργότερα μετακόμισαν στη Μασσαλία, όπου ο Σμαΐλ εργάστηκε ως αποθηκάριος και νυχτοφύλακας για να συντηρήσει την οικογένειά του. Στις 23 Ιουνίου 1972 γεννήθηκε το πέμπτο και τελευταίο παιδί τους, ο Ζινεντίν Γιαζίντ Ζιντάν.

Η οικογένεια ζούσε στη Λα Καστελάν, μια συνοικία της βόρειας Μασσαλίας που φιλοξενούσε κυρίως οικογένειες μεταναστών. Οι οικονομικές δυσκολίες ήταν δεδομένες, όμως οι γονείς του έδιναν ιδιαίτερη έμφαση στην πειθαρχία, στην εργασία και στην εκπαίδευση των παιδιών τους. Ο ίδιος ο Ζιντάν έχει αναφερθεί πολλές φορές στον πατέρα του ως τον άνθρωπο που διαμόρφωσε τον χαρακτήρα του, λέγοντας ότι του δίδαξε πως ένας μετανάστης οφείλει να εργάζεται περισσότερο από όλους τους υπόλοιπους για να κερδίσει τον σεβασμό.
Από πολύ μικρή ηλικία το ποδόσφαιρο έγινε η καθημερινότητά του. Έπαιζε στις αλάνες της Μασσαλίας, έχοντας ως ποδοσφαιρικό πρότυπο τον Ουρουγουανό Εντσο Φραντσεσκόλι. Τόσο μεγάλη ήταν η εκτίμησή του προς τον σπουδαίο μέσο, ώστε αργότερα έδωσε το όνομά του στον πρωτότοκο γιο του, Εντσο.
Στα 14 του χρόνια συμμετείχε σε τουρνουά ταλέντων, όπου τον εντόπισε ο σκάουτ Ζαν Βαρό. Εκείνος έπεισε την οικογένεια να επιτρέψει στον νεαρό Ζιντάν να μετακομίσει στις Κάννες και να ενταχθεί στις ακαδημίες του συλλόγου. Ήταν η πρώτη μεγάλη απόφαση της καριέρας του και εκείνη που ουσιαστικά άνοιξε τον δρόμο για όλα όσα ακολούθησαν.
Δώρο ένα… Renault Clio για το πρώτο του γκολ
Η μετακόμιση στις Κάννες αποδείχθηκε καθοριστική. Ο Ζιντάν άφησε την οικογένειά του σε ηλικία μόλις 14 ετών για να ενταχθεί στις ακαδημίες του συλλόγου και τρία χρόνια αργότερα, στις 20 Μαΐου 1989, πραγματοποίησε το επαγγελματικό του ντεμπούτο στη μεγάλη ομάδα, σε ηλικία 16 ετών.

Το πρώτο του γκολ στη γαλλική πρώτη κατηγορία είχε ιδιαίτερη ιστορία. Ο πρόεδρος των Καννών, Αλέν Πεντρεντί, του είχε υποσχεθεί ότι αν σκόραρε θα του χάριζε ένα αυτοκίνητο. Όταν πέτυχε το πρώτο του τέρμα απέναντι στη Ναντ το 1991, ο νεαρός Ζιντάν παρέλαβε ως δώρο ένα κόκκινο Renault Clio, το πρώτο αυτοκίνητο της ζωής του.
Το 1992 οι Κάννες υποβιβάστηκαν και ο 20χρονος πλέον μέσος αποτέλεσε έναν από τους πιο περιζήτητους ποδοσφαιριστές της γαλλικής αγοράς. Τον διεκδίκησαν τόσο η Μαρσέιγ, η ομάδα που υποστήριζε από παιδί, όσο και η Μπορντό. Οι άνθρωποι της Μαρσέιγ θεώρησαν ότι διέθετε εξαιρετική τεχνική αλλά υστερούσε σε ταχύτητα και τελικά δεν προχώρησαν στην απόκτησή του. Η απόφαση αυτή έμελλε να αποδειχθεί ένα από τα μεγαλύτερα λάθη στην ιστορία του συλλόγου.
Ο Ζιντάν υπέγραψε στη Μπορντό, όπου άρχισε να εξελίσσεται σε έναν από τους κορυφαίους μέσους της Ευρώπης. Αγωνίστηκε δίπλα σε ποδοσφαιριστές όπως ο Κριστόφ Ντιγκαρί και ο Μπισέντε Λιζαραζού, ενώ τη σεζόν 1995-96 οδήγησε την ομάδα μέχρι τον τελικό του Κυπέλλου UEFA, αποκλείοντας μεταξύ άλλων τη Μίλαν και τη Σλάβια Πράγας. Στον τελικό η Μπάγερν ήταν ανώτερη και κατέκτησε το τρόπαιο, όμως οι εμφανίσεις του Ζιντάν είχαν ήδη προσελκύσει τα μεγαλύτερα ευρωπαϊκά κλαμπ.
Το καλοκαίρι του 1994 είχε ήδη πραγματοποιήσει και το ντεμπούτο του με την εθνική Γαλλίας απέναντι στην Τσεχία. Πέρασε ως αλλαγή όταν η ομάδα του έχανε 2-0 και μέσα σε 17 λεπτά σημείωσε δύο γκολ, διαμορφώνοντας το τελικό 2-2. Ήταν η πρώτη ένδειξη ότι η Γαλλία είχε βρει τον ποδοσφαιριστή πάνω στον οποίο θα στηριζόταν για περισσότερο από μία δεκαετία.
Η μεταγραφή που τον καθιέρωσε
Το 1996 η Γιουβέντους επένδυσε περίπου 3,5 εκατ. ευρώ για να τον αποκτήσει από τη Μπορντό, ποσό ιδιαίτερα υψηλό για τα δεδομένα της εποχής. Στο Τορίνο συνεργάστηκε αρχικά με τον Μαρτσέλο Λίπι και χρειάστηκε αρκετούς μήνες για να προσαρμοστεί στις απαιτήσεις του ιταλικού ποδοσφαίρου. Η πρώτη χρονιά δεν ήταν εύκολη. Ο ίδιος έχει παραδεχθεί ότι οι εξαντλητικές προπονήσεις τον δυσκόλεψαν σημαντικά, όμως ο Λίπι δεν έπαψε ποτέ να τον στηρίζει. Η επιμονή του Ιταλού τεχνικού δικαιώθηκε απόλυτα.

Στα πέντε χρόνια που ακολούθησαν, ο Ζιντάν κατέκτησε δύο πρωταθλήματα Ιταλίας, ένα Διηπειρωτικό Κύπελλο, ένα ευρωπαϊκό Σούπερ Καπ και αναδείχθηκε στον κορυφαίο οργανωτή της Ευρώπης. Παράλληλα, η Γιουβέντους έφτασε σε δύο συνεχόμενους τελικούς Champions League, το 1997 απέναντι στην Ντόρτμουντ και το 1998 απέναντι στη Ρεάλ Μαδρίτης, χωρίς όμως να καταφέρει να κατακτήσει το τρόπαιο.
Την ίδια περίοδο άρχισε να καθιερώνεται και ως ο ηγέτης της εθνικής Γαλλίας. Ο ομοσπονδιακός τεχνικός Εμέ Ζακέ τον εμπιστεύθηκε πλήρως, παρά την έντονη κριτική που δεχόταν η ομάδα πριν από το Παγκόσμιο Κύπελλο του 1998.
Ο βασιλιάς του Μουντιάλ 1998
Το Μουντιάλ που διοργανώθηκε στη Γαλλία αποτέλεσε το σημείο καμπής της καριέρας του. Στη φάση των ομίλων αποβλήθηκε στον αγώνα με τη Σαουδική Αραβία και τιμωρήθηκε με αποκλεισμό δύο αγωνιστικών, γεγονός που προκάλεσε έντονη κριτική. Επέστρεψε όμως στα νοκ άουτ και κορύφωσε τις εμφανίσεις του στον τελικό απέναντι στη Βραζιλία.
Η Γαλλία επικράτησε 3-0 και ο Ζιντάν σημείωσε τα δύο πρώτα γκολ, αμφότερα με κεφαλιές, παρά το γεγονός ότι το παιχνίδι με το κεφάλι θεωρούνταν το μεγαλύτερο μειονέκτημά του στα πρώτα χρόνια της καριέρας του.
Η κατάκτηση του Παγκοσμίου Κυπέλλου άλλαξε οριστικά τη θέση του στην ιστορία του αθλήματος. Λίγους μήνες αργότερα κατέκτησε τη Χρυσή Μπάλα, ενώ το 2000 οδήγησε τη Γαλλία και στην κατάκτηση του EURO, ολοκληρώνοντας ένα από τα πιο επιτυχημένα διετή διαστήματα που έχει γνωρίσει ποτέ ποδοσφαιριστής.
Στο τέλος του 2000 είχε ήδη καθιερωθεί ως ο κορυφαίος μέσος της εποχής του και μία από τις μεγαλύτερες ποδοσφαιρικές προσωπικότητες στον κόσμο. Η επόμενη μεταγραφή του έμελλε να καταρρίψει κάθε οικονομικό προηγούμενο.
Η μεταγραφή – ρεκόρ του «βασιλιά» στη «βασίλισσα» Ρεάλ
Το καλοκαίρι του 2001 ο Φλορεντίνο Πέρεθ αποφάσισε να κάνει τον Ζινεντίν Ζιντάν το νέο πρόσωπο των «Galacticos». Η Ρεάλ Μαδρίτης κατέβαλε στη Γιουβέντους περίπου 77,5 εκατ. ευρώ, ποσό που αποτέλεσε τότε παγκόσμιο ρεκόρ μεταγραφής και παρέμεινε το υψηλότερο στην ιστορία του ποδοσφαίρου μέχρι τη μετακίνηση του Κακά στη Ρεάλ το 2009.

Η μεταγραφή έκλεισε έπειτα από προσωπική παρέμβαση του Φλορεντίνο Πέρεθ, ο οποίος είχε εξασφαλίσει τη συγκατάθεση του ποδοσφαιριστή πριν αρχίσουν οι διαπραγματεύσεις με τη Γιουβέντους. Η εικόνα του προέδρου της Ρεάλ να γράφει σε χαρτοπετσέτα τη φράση «Θέλεις να παίξεις στη Ρεάλ Μαδρίτης;» και η θετική απάντηση του Ζιντάν έχουν περάσει πλέον στην ιστορία του συλλόγου, παρότι γύρω από την ιστορία αυτή έχουν αναπτυχθεί αρκετές διαφορετικές εκδοχές.
Η απόσβεση της επένδυσης άρχισε σχεδόν αμέσως. Στις 15 Μαΐου 2002, στον τελικό του Champions League απέναντι στη Λεβερκούζεν στη Γλασκώβη, ο Γάλλος σημείωσε ένα από τα πιο εμβληματικά γκολ στην ιστορία της διοργάνωσης. Το αριστερό βολέ μετά τη σέντρα του Ρομπέρτο Κάρλος διαμόρφωσε το 2-1 και χάρισε στη Ρεάλ το ένατο ευρωπαϊκό της τρόπαιο.
Το συγκεκριμένο γκολ εξακολουθεί να συγκαταλέγεται σχεδόν σε όλες τις λίστες με τα κορυφαία τέρματα σε τελικό Champions League.
Στα πέντε χρόνια που αγωνίστηκε στη Ρεάλ Μαδρίτης κατέγραψε 227 συμμετοχές, 49 γκολ και 68 ασίστ σε όλες τις διοργανώσεις. Κατέκτησε ένα Champions League, ένα πρωτάθλημα Ισπανίας, δύο ισπανικά Σούπερ Καπ, ένα ευρωπαϊκό Σούπερ Καπ και ένα Διηπειρωτικό Κύπελλο, αποτελώντας τον ηγέτη μιας ομάδας που περιλάμβανε επίσης τους Ρονάλντο, Λουίς Φίγκο, Ραούλ, Ντέιβιντ Μπέκαμ και Ρομπέρτο Κάρλος.
Το τέλος με την… κουτουλιά στον Ματεράτσι
Το 2006 ο Ζιντάν είχε ήδη ανακοινώσει ότι το Παγκόσμιο Κύπελλο της Γερμανίας θα ήταν η τελευταία διοργάνωση της καριέρας του. Παρά τα 34 του χρόνια πραγματοποίησε εξαιρετικές εμφανίσεις και οδήγησε τη Γαλλία μέχρι τον τελικό απέναντι στην Ιταλία. Στα νοκ άουτ ήταν ο κορυφαίος ποδοσφαιριστής της διοργάνωσης, με χαρακτηριστικές τις εμφανίσεις απέναντι σε Ισπανία, Βραζιλία και Πορτογαλία.

Στον τελικό άνοιξε το σκορ με εύστοχη εκτέλεση πέναλτι, όμως στο 110ό λεπτό σημειώθηκε μία από τις πιο πολυσυζητημένες στιγμές στην ιστορία του ποδοσφαίρου. Μετά από λεκτική αντιπαράθεση με τον Μάρκο Ματεράτσι, τον χτύπησε με το κεφάλι στο στήθος, αποβλήθηκε με απευθείας κόκκινη κάρτα και αποχώρησε από το γήπεδο χωρίς να συμμετάσχει στη διαδικασία των πέναλτι.
Η Ιταλία κατέκτησε το τρόπαιο, ωστόσο ο Ζιντάν αναδείχθηκε κορυφαίος ποδοσφαιριστής της διοργάνωσης, κατακτώντας τη Χρυσή Μπάλα του Μουντιάλ. Η αποβολή του εξακολουθεί να αποτελεί ένα από τα πιο χαρακτηριστικά στιγμιότυπα στην ιστορία των Παγκοσμίων Κυπέλλων, όμως δεν άλλαξε την αξιολόγηση της συνολικής προσφοράς του στο άθλημα.
Από βοηθός, στην κορυφή της Ευρώπης
Μετά την αποχώρησή του από την ενεργό δράση παρέμεινε κοντά στη Ρεάλ Μαδρίτης. Το 2013 εντάχθηκε στο τεχνικό επιτελείο του Κάρλο Αντσελότι ως βοηθός προπονητή και συμμετείχε στην κατάκτηση του δέκατου Champions League του συλλόγου. Στη συνέχεια ανέλαβε τη Ρεάλ Μαδρίτης Καστίγια, αποκτώντας την απαιτούμενη προπονητική εμπειρία, μέχρι που τον Ιανουάριο του 2016 διαδέχθηκε τον Ράφα Μπενίτεθ στην πρώτη ομάδα.

Ελάχιστοι περίμεναν όσα θα ακολουθούσαν.
Μέσα σε μόλις δυόμισι χρόνια ο Ζιντάν κατέκτησε τρία συνεχόμενα Champions League, δύο ευρωπαϊκά Σούπερ Καπ, δύο Παγκόσμια Κύπελλα Συλλόγων, ένα πρωτάθλημα Ισπανίας, δύο ισπανικά Σούπερ Καπ και συνολικά εννέα τίτλους στην πρώτη του θητεία. Η Ρεάλ έγινε η πρώτη ομάδα που κατέκτησε τρεις συνεχόμενες φορές το Champions League μετά την αλλαγή μορφής της διοργάνωσης το 1992, ενώ ο Ζιντάν έγινε ο πρώτος προπονητής που πέτυχε κάτι αντίστοιχο.
Λίγες ημέρες μετά τον τελικό του 2018 απέναντι στη Λίβερπουλ ανακοίνωσε αιφνιδιαστικά την αποχώρησή του, εξηγώντας ότι ο κύκλος του είχε ολοκληρωθεί και πως η ομάδα χρειαζόταν μία νέα φωνή. Επέστρεψε στον πάγκο της Ρεάλ τον Μάρτιο του 2019 και οδήγησε τον σύλλογο στην κατάκτηση του πρωταθλήματος Ισπανίας το 2020, πριν αποχωρήσει οριστικά το καλοκαίρι του 2021.
Από τότε μέχρι σήμερα δεν εργάστηκε σε κανέναν σύλλογο, περιμένοντας τη στιγμή που θα αναλάμβανε την εθνική Γαλλίας, κάτι που πλέον αποτελεί πραγματικότητα.

Η μεγαλύτερη πρόκληση της καριέρας του
Η ανάληψη της εθνικής Γαλλίας αποτελεί την πρώτη εμπειρία του Ζινεντίν Ζιντάν σε πάγκο εθνικής ομάδας, αλλά ταυτόχρονα και τη σημαντικότερη πρόκληση της προπονητικής του πορείας. Στη Ρεάλ Μαδρίτης εργάστηκε σε ένα περιβάλλον που γνώριζε απόλυτα, έχοντας υπάρξει ποδοσφαιριστής, σύμβουλος του προέδρου, βοηθός προπονητή και τεχνικός της δεύτερης ομάδας. Στη Γαλλία, αντίθετα, καλείται να διαχειριστεί μια νέα πραγματικότητα, με διαφορετικές ισορροπίες, περιορισμένο χρόνο προετοιμασίας και μία γενιά ποδοσφαιριστών που διαθέτει μεγάλο ταλέντο αλλά και υψηλές απαιτήσεις.

Το γεγονός ότι διαδέχεται τον Ντιντιέ Ντεσάν αυξάνει ακόμη περισσότερο την πίεση. Ο προκάτοχός του παρέμεινε στον πάγκο για περισσότερο από μία δεκαετία, κατέκτησε το Παγκόσμιο Κύπελλο του 2018, έφτασε στον τελικό του 2022 και διατήρησε τη Γαλλία σταθερά ανάμεσα στις κορυφαίες εθνικές ομάδες του κόσμου.
Ο Ζιντάν γνωρίζει ότι η σύγκριση θα είναι αναπόφευκτη. Στις πρώτες του δηλώσεις, πάντως, επέλεξε να αποδώσει τα εύσημα στον Ντεσάν, τονίζοντας ότι συνεχίζει το έργο του με τον ίδιο στόχο, τη διατήρηση της Γαλλίας στην κορυφή του παγκόσμιου ποδοσφαίρου.
Το βιογραφικό ενός θρύλου
Λίγοι ποδοσφαιριστές μπορούν να παρουσιάσουν ένα βιογραφικό αντίστοιχο με εκείνο του Ζινεντίν Ζιντάν. Σε συλλογικό επίπεδο κατέκτησε δύο πρωταθλήματα Ιταλίας με τη Γιουβέντους, ένα πρωτάθλημα Ισπανίας με τη Ρεάλ Μαδρίτης, ένα Champions League ως ποδοσφαιριστής, δύο ευρωπαϊκά Σούπερ Καπ, ένα Διηπειρωτικό Κύπελλο και δεκάδες ακόμη διακρίσεις.

Με την εθνική Γαλλίας κατέγραψε 108 συμμετοχές και 31 γκολ, κατακτώντας το Παγκόσμιο Κύπελλο του 1998 και το EURO 2000, ενώ ήταν φιναλίστ στο Μουντιάλ του 2006.
Σε ατομικό επίπεδο κατέκτησε τη Χρυσή Μπάλα το 1998, αναδείχθηκε τρεις φορές κορυφαίος ποδοσφαιριστής του κόσμου από τη FIFA (1998, 2000 και 2003), ενώ συμπεριλήφθηκε σε όλες σχεδόν τις κορυφαίες ενδεκάδες που έχουν δημοσιευθεί τις τελευταίες δύο δεκαετίες από τη FIFA, την UEFA, τη France Football και τη Διεθνή Ομοσπονδία Ιστορίας και Στατιστικής του Ποδοσφαίρου.
Ως προπονητής κατέκτησε έντεκα τίτλους με τη Ρεάλ Μαδρίτης σε δύο θητείες, με κορυφαίο επίτευγμα τα τρία συνεχόμενα Champions League από το 2016 έως το 2018, επίδοση που παραμένει μοναδική στην ιστορία της διοργάνωσης μετά τη μετονομασία της σε Champions League.
Ένας κύκλος που κλείνει
Για τον Ζινεντίν Ζιντάν, η ανάληψη της εθνικής Γαλλίας αποτελεί κάτι περισσότερο από μία νέα επαγγελματική πρόκληση. Είναι η επιστροφή στην ομάδα με την οποία αναδείχθηκε σε παγκόσμιο σύμβολο του ποδοσφαίρου. Πέρασε από όλες τις μικρές εθνικές ομάδες της Γαλλίας, φόρεσε για δώδεκα χρόνια τη φανέλα της ανδρικής ομάδας, πανηγύρισε τις μεγαλύτερες επιτυχίες στην ιστορία της χώρας ως ποδοσφαιριστής και πλέον καλείται να οδηγήσει τη νέα γενιά σε αντίστοιχες διακρίσεις από τον πάγκο.
Η διαδρομή του είναι μοναδική. Γιος Αλγερινών μεταναστών που μεγάλωσε σε μία από τις πιο δύσκολες συνοικίες της Μασσαλίας, εξελίχθηκε σε παγκόσμιο πρωταθλητή, κατέκτησε τη Χρυσή Μπάλα, έγινε η ακριβότερη μεταγραφή στην ιστορία του ποδοσφαίρου, έγραψε ιστορία στη Ρεάλ Μαδρίτης ως ποδοσφαιριστής και προπονητής και πλέον αναλαμβάνει το τιμόνι της εθνικής ομάδας της χώρας όπου γεννήθηκε.
Για τη γαλλική ομοσπονδία αποτελεί την πιο εμβληματική επιλογή της τελευταίας δεκαετίας. Για τον ίδιο, είναι η ολοκλήρωση ενός στόχου που, όπως παραδέχθηκε δημόσια, περίμενε υπομονετικά επί πέντε χρόνια.
ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΣΗΜΕΡΑ
- Στενά του Ορμούζ: Η αντιπρόταση του Ιράν για την επαναλειτουργία – Τελεσίγραφο στο Ομάν
- Κίνα: Απευθείας διαπραγματεύσεις με τους Χούθι για την ασφαλή διέλευση των δεξαμενόπλοιων
- Ασπρόπυργο: Πυρκαγιά ξέσπασε σε έκταση με χαμηλή βλάστηση
- Χατζηδάκης: Η κυβέρνηση μιλά με έργα για τη Δυτική Μακεδονία, επενδύσεις €5,4 δισ. με 11.000 νέες θέσεις εργασίας
Μοιραστείτε την άποψή σας
ΣχόλιαΓια να σχολιάσετε χρησιμοποιήστε ένα ψευδώνυμο. Παρακαλούμε σχολιάζετε με σεβασμό. Χρησιμοποιείτε κατανοητή γλώσσα και αποφύγετε διατυπώσεις που θα μπορούσαν να παρερμηνευτούν ή να θεωρηθούν προσβλητικές. Με την ανάρτηση σχολίου, συμφωνείτε να τηρείτε τους Όρους του ιστότοπου contact Δημιουργήστε το account σας εδώ, για να κάνετε like, dislike ή report ακατάλληλα/προσβλητικά σχόλια.