Κοινωνία

Απίστευτες αποκαλύψεις: Πώς δρούσε το κύκλωμα με τις μίζες στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης

  • NewsRoom


Σε βάρος των κατηγορούμενων έχει σχηματιστεί δικογραφία 6.000 σελίδων

Καμία έκπληξη δεν φαίνεται να έχει προκαλέσει στους ναυτιλιακούς κύκλους η σύλληψη των 18 ανθρώπων, που κατηγορούνται για παράνομες δραστηριότητες στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης.

Σε βάρος των κατηγορουμένων έχει συνταχθεί μια μακροσκελέστατη δικογραφία, η οποία περιλαμβάνει τις κατηγορίες για σύσταση εγκληματικής οργάνωσης και εκβίαση κατ’ επάγγελμα, κατ’ εξακολούθηση και κατά συρροή δωροδοκία και δωροληψία, καθώς και νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα.

«Όλοι ήξεραν»

Μιλώντας στην ιστοσελίδα Voria.gr, ναυτιλιακός πράκτορας σχολίασε χαρακτηριστικά ότι «Όλοι ήξεραν τι συνέβαινε, όχι τώρα τελευταία, αλλά εδώ και κάμποσα χρόνια, ωστόσο κανείς δεν μιλούσε, καθώς, κατά ένα περίεργο τρόπο, ήταν όλοι ωφελημένοι, ο καθένας για τους δικούς του λόγους».

Σύμφωνα με τις πληροφορίες που αποκάλυψε ο πράκτορας, ο οποίος ζήτησε να διατηρήσει την ανωνυμία του, οι μεγαλύτερες μπάζες του κυκλώματος γίνονταν από τα γκαζάδικα, δηλαδή τα δεξαμενόπλοια τα οποία μεταφέρουν αργό πετρέλαιο και τα οποία δένουν εκτός του λιμανιού. «Για όλα τα υπόλοιπα πλοία, η σειρά εξυπηρέτησης ελέγχεται αυστηρά από τον ΟΛΘ, ο οποίος τηρεί τη χρονική σειρά προτεραιότητας. Σπανίως η σειρά αυτή έχει καταστρατηγηθεί», εξήγησε ο ναυτιλιακός πράκτορας.

Όπως υποστηρίζει η ίδια πηγή, καθοριστικό ρόλο στη δράση του κυκλώματος διαδραμάτισαν οι πλοηγοί.

«Εάν, για παράδειγμα, ένα δεξαμενόπλοιο ήθελε ένα ή και δύο ρυμουλκά για να δέσει, ο πλοηγός, επικαλούμενος διάφορους λόγους, παράδειγμα τις καιρικές συνθήκες, απαιτούσε περισσότερα ρυμουλκά για λόγους ασφαλείας. Το αίτημα υποβαλλόταν στον καπετάνιο, ο οποίος το μετέφερε στον πλοιοκτήτη, είτε απ’ ευθείας, είτε μέσω του ναυτιλιακού πράκτορα. Πολλοί από τους πράκτορες προσπαθούσαν να μεσολαβήσουν, ώστε να βρεθεί μια μέση λύση, ικανοποιητική για όλους, όμως, πολλές φορές, η διαπραγμάτευση με την πλοιοκτήτρια εταιρεία γινόταν απ’ ευθείας μέσω του καπετάνιου».

Ερωτηθείς το γιατί ο πλοιοκτήτης να ενδώσει στα αιτήματα των πλοηγών και κατ’ επέκταση των εταιρειών στις οποίες ανήκαν τα ρυμουλκά, ο πράκτορας απάντησε ότι «αν κάποιος απέρριπτε το αίτημα για περισσότερα ρυμουλκά, τότε, πολύ συχνά, οι πλοηγοί καθυστερούσαν επίτηδες την πρόσδεση του πλοίου, με αποτέλεσμα να χρεώνουν μεν λιγότερα ρυμουλκά, αλλά για περισσότερες ώρες». Τόνισε μάλιστα ότι «τα ρυμουλκά πληρώνονται με βάση τις ακέραιες ώρες, δηλαδή, εάν το ρυμουλκό απασχοληθεί για 62 λεπτά της ώρας, θα χρεώσει δύο ολόκληρες ώρες και κάθε ώρα απασχόλησης ρυμουλκού συνεπάγεται για τον πλοιοκτήτη πολλές χιλιάδες ευρώ».

Χρησιμοποιώντας αυτό το σύστημα, «ο πλοιοκτήτης ένιωθε ικανοποιημένος, καθώς, σε αντίθετη περίπτωση, θα μπορούσε να πληρώσει πολλά περισσότερα, ο πλοηγός επίσης, καθώς έπαιρνε το δωράκι του, η πλοιοκτήτρια εταιρεία των ρυμουλκών επίσης, γιατί ανέβαζε τους τζίρους της, κάποιοι ναυτικοί πράκτορες το ίδιο, καθώς έπαιρναν επιστροφή το 10% έως 15% του ποσού για τη διαμεσολάβηση και, καμιά φορά, στο όλο κύκλωμα ήταν και ορισμένοι καπετάνιοι, οι οποίοι είτε έπαιρναν το δωράκι τους είτε όχι, ενέδιδαν, προκειμένου να ξεμπερδεύουν το ταχύτερο», εξήγησε ο ναυτιλιακός πράκτορας.

Ο ίδιος υποστήριξε ότι η δράση του κυκλώματος διαρκεί εδώ και πολλά χρόνια.

«Τη δεκαετία του ’80, στα ρυμουλκά, στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης υπήρχε κατ’ ουσία μία μόνο εταιρεία με έδρα τη Θεσσαλονίκη. Εξ’ αιτίας της απόλυτης κυριαρχίας της, αλλά και του μικρού κύκλου εργασιών, το λιμάνι της πόλης δεν προσέλκυε το ενδιαφέρον εταιρειών ρυμουλκών από την Αθήνα. Αυτό, όμως, άλλαξε από τη δεκαετία του ’90 και μετέπειτα, οπότε άρχισαν να ανεβαίνουν στη Θεσσαλονίκη και ρυμουλκά από την Αθήνα».

Μάλιστα, ο πράκτορας αποκάλυψε ότι, την δεκαετία του ’90, οι εταιρείες είχαν στήσει ουσιαστικά καρτέλ, έχοντας έρθει σε συμφωνία για έναν κοινό τιμοκατάλογο, ο οποίος ανέβαζε πολύ τις τιμές, με αποτέλεσμα να κερδίζονται πολλά χρήματα.

«Είχαν κάνει, μάλιστα, ένα κοινό ταμείο, μιας και οι τιμές ήταν ίδιες και μοιράζονταν τα κέρδη, προκειμένου κανείς να μην νιώθει ριγμένος. Υπήρξαν, όμως, πολλές διαμαρτυρίες, με αποτέλεσμα να παρέμβει ο τότε λιμενάρχης, ο οποίος τους επέβαλε να κατεβάσουν τις τιμές. Μάλιστα, έγινε υποχρεωτική η θεώρηση του τιμοκαταλόγου της κάθε εταιρείας ρυμουλκών από το Λιμεναρχείο. Ωστόσο, οι αθηναϊκές εταιρείες ρυμουλκών φρόντιζαν πάντοτε να συνεννοούνται, είχαν ανέκαθεν αλληλεγγύη μεταξύ τους», τόνισε ο ναυτιλιακός πράκτορας.

Στους ναυτιλιακούς κύκλους είναι, άλλωστε, γνωστό ότι υπάρχει μια χρόνια διαμάχη μεταξύ των αθηναϊκών εταιρειών ρυμουλκών και μιας εταιρείας της Θεσσαλονίκης, η οποία οδηγήθηκε τελικά σε πτώχευση.

«Ίσως από εκεί να άρχισε να ξετυλίγεται το κουβάρι, το οποίο οδήγησε στην αποκάλυψη του κυκλώματος», εκτιμά ο εν λόγω ναυτιλιακός πράκτορας.

6 χιλ. σελίδες η δικογραφία 

Οι 18 κατηρούμενοι που συνελήφθησαν, καθώς και ένας ακόμη που αγνοείται και αναζητείται από τις Αρχές, είναι αντιμέτωποι με μια ογκώδη δικογραφία, η οποία αριθμεί περί τις 6.000 σελίδες και αποτελείται από ένα πλήθος κατηγοριών. Στην δικογραφία, σύμφωνα με πληροφορίες, καταγράφεται αναλυτικά η δράση του κυκλώματος από τον Απρίλιο του 2013 και μετά.

Παράλληλα, όπως έγινε γνωστό, από τις έρευνες της Αστυνομίας, προέκυψαν σημαντικά ευρήματα, που καταχωρούνται στους κατηγορουμένους, τα οποία δεν δικαιολογούνται από τα εισοδήματα που εμφανίζουν. Η έρευνα του τμήματος Εσωτερικών Υποθέσεων εντόπισε, συγκεκριμένα, τόσο κινητά, όσο και ακίνητα σημαντικά περιουσιακά στοιχεία, που προξενούν πολλά ερωτήματα.

Μεταξύ των κατηγορουμένων βρίσκεται και ο λιμενάρχης, καθώς, όπως καταγράφεται στην δικογραφία. υπάρχουν σαφείς αναφορές ότι διάφορες ναυτιλιακές εταιρείες είχαν απευθυνθεί αρκετές φορές στο παρελθόν σε εκείνον, προκειμένου να παρέμβει και να επιληφθεί του θέματος, αλλά εκείνος δεν έκανε τίποτα γι’ αυτό.

Οι 18 κατηγορούμενοι που κρατούνται, μετά την κοινοποίηση της εκτενούε δικογραφίας που έχει σχηματιστεί εναντίον τους, έχουν λάβει προθεσμία για να απολογηθούν το ερχόμενο Σαββατοκύριακο.