• Πολιτική

    Ελληνικές επιχειρήσεις: Η υπερφορολόγηση και η διαφυγή στο εξωτερικό

    • NewsRoom


    Στην υπερφορολόγηση των ελληνικών επιχειρήσεων απέδωσε ο αντιπρόεδρος της Κ.Ο. των γερμανών Σοσιαλδημοκρατών Κάρστεν Σνάιντερ το γεγονός πως οι επιχειρήσεις εγκαταλείπουν μαζικά την Ελλάδα, ενώ παράλληλα, εξέφρασε την κάθετη διαφωνία του για τους χειρισμούς του Βόλφγκανγκ Σόιμπλε στο ελληνικό ζήτημα.

    Σε συνέντευξη στη Deutsche Welle ο Κάρστεν Σνάιντερ άσκησε δριμύτατη κριτική στον χριστιανοδημοκράτη υπουργό Οικονομικών της Γερμανίας για τον τρόπο που αντιμετωπίζει το ζήτημα του ελληνικού χρέους. Καταλόγισε στον Β. Σόιμπλε πως η στάση του απέναντι στην Ελλάδα χαρακτηρίζεται από κομματικές σκοπιμότητες και όπως είπε χαρακτηριστικά, «ο κ. Σόιμπλε εκφράζει τη θέση του CDU και όχι της Γερμανίας – και ούτε καν των συγκυβερνώντων Σοσιαλδημοκρατών».

    Ο κ. Σνάιντερ εκτίμησε πως ο λόγος για την άρνηση του Βόλφγκανγκ Σόιμπλε να συζητήσει την ελάφρυνση του χρέους πριν τις γερμανικές εκλογές, σχετίζεται με το κόστος που θα είχε για τους γερμανούς φορολογούμενους μια επιμήκυνση της αποπληρωμής του χρέους. Σύμφωνα με υπολογισμούς του γερμανικού υπουργείου Οικονομικών το κόστος θα ξεπερνούσε τα 100 δισ. ευρώ. Ακριβώς μια τέτοια δημόσια ομολογία θέλει να αποφύγει ο κ. Σόιμπλε πριν από τις εκλογές. Σύμφωνα με τον Κάρστεν Σνάιντερ, η στάση αυτή «υπονομεύει το εκλογικό αποτέλεσμα».

    Η Ελλάδα τήρησε τις δεσμεύσεις της

    Κατά την γνώμη των Σοσιαλδημοκρατών η Ελλάδα «έχει εκπληρώσει τα προαπαιτούμενα, και εν μέρη τα έχει υπερκαλύψει», όπως για παράδειγμα στην περίπτωση του πρωτογενούς πλεονάσματος. «Για αυτό το λόγο», υποστηρίζει ο κ. Σνάιντερ, «θα πρέπει η χώρα να αποκτήσει πρόσβαση στις χρηματαγορές, αλλά και στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης της ΕΚΤ. Έτσι θα μπορέσει να αξιοποιήσει τα οικονομικά περιθώρια για φορολογικές μεταρρυθμίσεις, οι οποίες θα καταστήσουν ελκυστική την επιχειρηματική δραστηριότητα στην Ελλάδα και όχι απαγορευτική λόγω της υπερβολικής φορολογίας. Η άρση εμποδίων για την ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας είναι άλλωστε και προς το γερμανικό συμφέρον».

    Σχολιάζοντας την πρόσφατη κριτική του Βόλφγκανγκ Σόιμπλε στην ελληνική κυβέρνηση πως φορτώνει τα βάρη του χρέους στα αδύναμα στρώματα της ελληνική κοινωνίας και δεν επιβαρύνει τους πλούσιους, ο κ. Σνάιντερ εκτιμά πως συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο. «Ο φορολογικός δείκτης για τις επιχειρήσεις που φτάνει ως και το 75% είναι πολύ υψηλός. Αν δεν μειωθούν οι φόροι, οι επιχειρήσεις θα συνεχίζουν να εγκαταλείπουν τη χώρα.” Ερωτηθείς από τη Deutsche Welle για το ρόλο της ελληνικής κυβέρνησης ο κ. Σνάιντερ, ο οποίος ανήκει στη δεξιά πτέρυγα του κόμματος του και στο παρελθόν υπήρξε επικριτικός με τον ΣΥΡΙΖΑ δηλώνει: “Η σημερινή κυβέρνηση υλοποιεί περισσότερα από τις προηγούμενες. Ενώ αρχικά είχε απορρίψει το πρόγραμμα τώρα το έχει υιοθετήσει. Ακόμη όμως αρνείται να εφαρμόσει διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις που θα οδηγούσαν σε μια μεγαλύτερη φιλελευθεροποίηση της αγοράς. Όμως, σε ζητήματα που αφορούν την είσπραξη των φόρων, την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής ή και την μεγαλύτερη συμβολή των εξαιρετικά πλουσίων υπάρχει πρόοδος».

    Αναφορικά με το ρόλο του ΔΝΤ στο ελληνικό πρόγραμμα ο κ. Σνάιντερ θεωρεί ότι δεν υπάρχει καμία αναγκαιότητα συμμετοχής του. Η Ευρωζώνη είναι σε θέση να καλύψει από μόνη της τις ανάγκες της Ελλάδας μέσω του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας (ΕΜΣ). Το ΔΝΤ θα μπορούσε να παραμείνει έχοντας έναν συμβουλευτικό ρόλο σε ό,τι αφορά τις μεταρρυθμίσεις. Κατά τον Κ. Σνάιντερ η εμμονή στη συμμετοχή του ΔΝΤ στο ελληνικό πρόγραμμα σχετίζεται με τα εσωκομματικά προβλήματα που αντιμετωπίζει η Άνγκελα Μέρκελ.

    Με διάθεση σαρκασμού ο κ. Σνάιντερ σημειώνει πως η συμμετοχή του Ταμείου «ήταν ένα ηρεμιστικό χάπι για τους χριστιανοδημοκράτες βουλευτές ώστε να ψηφίσουν υπέρ του ελληνικού προγράμματος. Αυτό το ηρεμιστικό έχει ένα τίμημα: για να συμμετάσχει το ΔΝΤ θα πρέπει να γίνει ελάφρυνση του χρέους, ενώ αν αποχωρήσει θα χαθεί στην Κ.Ο. η πλειοψηφία για το ελληνικό πρόγραμμα. Ούτε το ένα όμως και ούτε το άλλο είναι πρόβλημα της Γερμανίας, αλλά των χριστιανοδημοκρατών της κ. Μέρκελ».



    ΣΧΟΛΙΑ