Το ελληνικό πολιτικό σκηνικό θυμίζει πλέον το θέατρο του παραλόγου. Πρέπει να ομολογήσω, όμως, πως δεν μπορώ να επιλέξω αν παραπέμπει στον Πιραντέλο, στον Ιονέσκο ή στον Μπέκετ. Ίσως, τελικά, και στους τρεις.
Για τον Πιραντέλο το παράλογο είναι πρωτίστως η αντίφαση ανάμεσα στην πραγματικότητα και στην αντίληψή μας γι’ αυτήν. Ο μεν Νίκος Ανδρουλάκης αντιλαμβάνεται την πραγματικότητα ως «νίκη έστω και με μία ψήφο», ο δε Αλέξης Τσίπρας ως «νίκη στον δεύτερο γύρο». Αν αυτή είναι –και είναι– η αντίληψή τους για την πραγματικότητα, τότε δεν είναι διόλου παράδοξο πως η Νέα Δημοκρατία παραμένει με μεγάλη διαφορά στην πρώτη θέση των δημοσκοπήσεων.
Για τον Ιονέσκο το πρωταρχικό στοιχείο του παραλογισμού αναδεικνύεται όταν η γλώσσα παύει να εξυπηρετεί την επικοινωνία. Δεν αμφιβάλλω πως υπάρχουν οπαδοί της τοξικότητας που πιστεύουν ακράδαντα πως αυτή η μορφή λόγου αποτελεί επικοινωνία, και μάλιστα αποτελεσματική. Δεν θα σταθώ στα παραδείγματα του Παύλου Πολάκη και της Ρένας Δούρου, αλλά θα συμπεριλάβω κι αυτό του Κώστα Τσουκαλά, που δεν έχει βρει ποτέ να πει έστω μισή καλή κουβέντα για την κυβέρνηση – έτσι, για το θεαθήναι, προκειμένου να δείξει πως το ΠΑΣΟΚ ασκεί εποικοδομητική αντιπολίτευση.
Αλλά, για την αντιπολίτευση συνολικά, αυτή η λέξη, «εποικοδομητική», μοιάζει να είναι άγνωστη. Το γεγονός πως δεν έχει αποδώσει πολιτικά οφέλη δεν την ενδιαφέρει.
Ούτε ενδιαφέρει η ίδια η αντίφαση—που «βγάζει μάτι» με τη νέα θέση του Ανδρουλάκη πως σε κυβέρνηση δύο κομμάτων ο επικεφαλής του μεγαλύτερου γίνεται πρωθυπουργός. Τι θα κάνει αν η πλειοψηφία του ΠΑΣΟΚ συμφωνήσει σε μία κυβέρνηση συνασπισμού με τη Ν.Δ. πρώτο κόμμα; Τότε θα αλλάξει η αντίληψη του για την πραγματικότητα και θα υποβαθμίσει την αντίφαση ή θα παραιτηθεί;
Ο Μπέκετ, βέβαια, βρίσκεται στο αποκορύφωμα του παραλογισμού. Στο πιο αντιπροσωπευτικό του έργο, το «Περιμένοντας τον Γκοντό», ο άνθρωπος περιμένει (αναζητεί;) κάτι που δεν έρχεται ποτέ. Η αναλογία ταιριάζει στον Νίκο Ανδρουλάκη και σε όλους τους υπόλοιπους αρχηγούς των κομμάτων της αντιπολίτευσης – από τη Ζωή Κωνσταντοπούλου και τον Κυριάκο Βελόπουλο μέχρι τον Δημήτρη Κουτσούμπα και την Αφροδίτη Λατινοπούλου. Όλοι περιμένουν κάτι που η πολιτική πραγματικότητα δεν δείχνει διατεθειμένη να τους προσφέρει.
Εξαιρείται ο Αλέξης Τσίπρας, καθώς έχει διατελέσει πρωθυπουργός και γνωρίζει τι σημαίνει η κατάκτηση και η άσκηση της εξουσίας. Αν αφαιρέσουμε από την πολιτική σκηνή τον παράγοντα της αβεβαιότητας, παραμερίσουμε την άστοχη αναφορά του στη νίκη στον δεύτερο γύρο και σταθούμε σ’ αυτό που αρχικά διαφάνηκε πως είναι η στρατηγική του –δηλαδή να κερδίσει τις εκλογές του 2030/31–, η συνάφειά του με τον Μπέκετ δεν είναι ισχυρή. Το συγκεκριμένο σενάριο έχει και κοινωνικές και οικονομικές βάσεις. Το πρόβλημα βρίσκεται αλλού: οι ραγδαίες εξελίξεις σ’ όλα τα επίπεδα, από την τεχνολογία και την οικονομία μέχρι τη γεωπολιτική και την κλιματική κρίση, καθιστούν το 2030/31 εξαιρετικά απρόβλεπτο. Μια στρατηγική που στηρίζεται στην υπόθεση πως οι σημερινές πολιτικές συνθήκες θα εξελιχθούν γραμμικά μέσα στην επόμενη τετραετία μπορεί να αποδειχθεί εξίσου ανεδαφική με την αναμονή του Γκοντό.
Το πραγματικό πρόβλημα, όμως, δεν είναι, βέβαια, θεατρικό. Είναι βαθύτατα πολιτικό και, τελικά, δημοκρατικό. Μια αντιπολίτευση που συγχέει την επιθυμία με την πραγματικότητα, την τοξικότητα με την πολιτική αντιπαράθεση και την αναμονή με τη στρατηγική αδυνατεί να επιτελέσει τον θεσμικό της ρόλο. Δεν ελέγχει αποτελεσματικά την εξουσία και, κυρίως, δεν πείθει πως μπορεί να την αντικαταστήσει.
Αυτό είναι και το μεγαλύτερο παράδοξο: ενώ οι λόγοι για σοβαρή κριτική στην κυβέρνηση δεν λείπουν, η αντιπολίτευση επιμένει να προσφέρει στον Κυριάκο Μητσοτάκη το ισχυρότερο πολιτικό του πλεονέκτημα – την απουσία πειστικής εναλλακτικής λύσης.
Στον Μπέκετ ο Γκοντό δεν εμφανίζεται ποτέ. Στην ελληνική πολιτική σκηνή, το ερώτημα είναι αν η αντιπολίτευση θα συνεχίσει να περιμένει την εξουσία ή αν θα αποφασίσει, επιτέλους, να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για να την κατακτήσει. Μέχρι τότε, το έργο θα συνεχίζεται. Και το τίμημα δεν θα το πληρώνουν οι ηθοποιοί, αλλά οι θεατές – δηλαδή οι πολίτες.
Διαβάστε επίσης
ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΣΗΜΕΡΑ
- Από τον FIR Αθηνών στον FIR Ιταλίας: Τα «κενά αέρος» στην ευρωπαϊκή αεροναυτιλία – Πώς προχωρά ο εκσυγχρονισμός της ΥΠΑ
- Γιώργος Νίκας: Από τα Wendy’s και το αμερικανικό όνειρο στα καλλυντικά του Μπραντ Πιτ – Μια επιχειρηματική ζωή γεμάτη ανατροπές
- Βάσια Κωσταρά: Τι είναι το παραγαγγλίωμα που αντιμετώπισε
- Αντίστροφη μέτρηση για την έρευνα βυθού του GSI – Τι σημαίνει για τον ΑΔΜΗΕ