Οικονομία

Νίκος Καραμούζης: Υπάρχει η πολιτική προϋπόθεση για την επίτευξη ταχύτερης ανάπτυξης

Νίκος Καραμούζη, Πρόεδρος Grant Thornton, Ελλάδα Μέλος Δ.Σ. Ιδρύματος Ωνάση 


Σήμερα υπάρχει η πολιτική προϋπόθεση της επίτευξης ταχύτερης ανάπτυξης.  Τα μέτρα, οι πρωτοβουλίες και οι μεταρρυθμίσεις που υλοποιεί η κυβέρνηση μπορούν να προκαλέσουν ένα μεγάλο και ισχυρό επενδυτικό και αναπτυξιακό κύμα στην Ελλάδα. Τα παραπάνω ανέφερε ο κ. Νικος Καραμούζης, Πρόεδρος SMERemediumCap & Grant Thornton,  στο Forum των Δελφών.

Με ένα λόγο ποταμό, αναφέρθηκε στα υπέρ και κατά της ελληνικής πραγματικότητας και όπως είπε χαρακτηριστικά:

Έχει γίνει, ίσως για πρώτη φορά, σοβαρός επενδυτικός σχεδιασμός, με την κατάρτιση και υποβολή στις ευρωπαϊκές αρχές του Εθνικού Σχεδίου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, που στοχεύει να αξιοποιήσει τα πλέον των € 30εκ. επιδοτήσεων και δανείων από ευρωπαϊκούς πόρους που είναι διαθέσιμα για την Ελλάδα, κινητοποιώντας ταυτόχρονα και επιπροσθέτως € 25 δις ιδιωτικά κεφάλαια, συνολικά € 57δις επενδυτικούς πόρους.

Και συνέχισε:

Δεν θα πρέπει, όμως, να δημιουργήσουμε υπερβολικές προσδοκίες ή ασυγκράτητη αισιοδοξία και εφησυχασμό, διότι οι συνθήκες εκκίνησης της ελληνικής οικονομίας σήμερα κυριαρχούνται από μία σειρά αρνητικών προκλήσεων που κληρονομήσαμε από την προηγούμενη κρίση και επαύξησε η πρόσφατη πανδημία. 

Η αντιμετώπισης των παραπάνω προκλήσεων απαιτεί ρηξικέλευθες πρωτοβουλίες, ολοκληρωμένο σχέδιο και επιμονή, καθώς και ανάληψη σημαντικών και τολμηρών μεταρρυθμίσεων, ικανών να θέσουν την οικονομία σε επιταχυνόμενη και διατηρήσιμη αναπτυξιακή τροχιά.

Όπως σημείωσε ο κ. Καραμούζης, η Ελλάδα , σε σύγκριση με την Ευρωζώνη έχει:

-το υψηλότερο Δημόσιο Χρέος/ΑΕΠ,

-υψηλή φορολογική επιβάρυνση,

-την υψηλότερη ανεργία,

-το χαμηλότερο ποσοστό επενδύσεων ως προς το ΑΕΠ, (το 2019 ήμασταν τελευταίοι στην Ευρωζώνη, τελευταίοι στην Ευρώπη των 41 χωρών και τέταρτη από το τέλος στη λίστα των 147 χωρών που δημοσιεύει η Παγκόσμια Τράπεζα),

-είμαστε μια από τις πιο εσωστρεφείς ευρωπαϊκές οικονομίες,

-η μόνη ίσως με αρνητική αποταμίευση νοικοκυριών μέχρι πρόσφατα,

-με σοβαρό δημογραφικό πρόβλημα (θάνατοι > γεννήσεων κατά 40.000 ετησίως),

-η μόνη χώρα στην Ευρωζώνη με μη επενδυτική βαθμίδα αξιολόγησης από τους διεθνείς εξειδικευμένους οίκους,

-με το χαμηλότερο βαθμό αξιοποίησης της εργασίας και πολύ χαμηλή παραγωγικότητα,

-με χαμηλές κατατάξεις στους διεθνείς δείκτες επενδυτικής ελκυστικότητας (π.χ. Παγκόσμια Τράπεζα),

-με τις υψηλότερες δαπάνες κοινωνικής ασφάλισης και προστασίας ως ποσοστό του ΑΕΠ.

Και όλα αυτά σε ένα περιβάλλον όπου μειώνονται σοβαρά οι ξένες άμεσες επενδύσεις (FDIs) παγκοσμίως, από $ 2τρις το 2015, σε $ 1,5τρις το 2019 και κάτω από το $ 1τρις το 2020 (Παγκόσμια Τράπεζα), με την Ελλάδα να έχει το 2019 τις μισές ξένες άμεσες επενδύσεις σε σχέση με την Πορτογαλία, Αυστρία, Τσεχία, Βέλγιο, Φιλανδία.

Παράλληλα, η πιθανολογούμενη απόσυρση των έκτακτων νομισματικών και δημοσιονομικών μέτρων στήριξης των οικονομικών λόγω Covid-19 προς το τέλος του 2021, θα οδηγήσει σε υψηλότερα επιτόκια, περιορισμό της ρευστότητας, σε μέτρα περιοριστικής δημοσιονομικής προσαρμογής και σε υψηλότερη ανεργία και υπερχρέωση επιχειρήσεων.

Στο πλαίσιο αυτό, η επιτυχής υλοποίηση του Επενδυτικού Σχεδίου «Ελλάδα 2.0» σε συνδυασμό με το νέο ΕΣΠΑ 2021-2027, είναι αναγκαία αλλά όχι ικανή συνθήκη για την επίτευξη υψηλών και διατηρήσιμων ρυθμών επενδύσεων και οικονομικής ανάπτυξης σε βάθος χρόνου.

Δεν πρέπει να θεωρηθούν τα Ευρωπαϊκά Ταμεία πανάκεια για όλες τις προκλήσεις που αντιμετωπίζουμε, το μαγικό ραβδί που θα εξαφανίσει δια μαγείας όλα τα προβλήματά μας, με τα δάνεια και τις επιχορηγήσεις να εκταμιεύονται αυτόματα χωρίς κριτήρια και διαδικασίες.

Για να μεγιστοποιήσουμε, όμως, το όφελος από την υλοποίηση των παραπάνω δύο σημαντικών επενδυτικών σχεδίων, είναι αναγκαίο, αφενός να υποβάλλουμε προς έκκριση και χρηματοδότηση επιλέξιμα, ώριμα και εγκρίσιμα έργα που ικανοποιούν τις ευρωπαϊκές διαδικασίες, κριτήρια και προδιαγραφές και αφετέρου να υλοποιηθούν μια σειρά από κρίσιμες μεταρρυθμίσεις και αναπτυξιακές πρωτοβουλίες οικονομικής πολιτικής.

Θα αναφερθώ σε ορισμένες που τις θεωρώ ιδιαίτερα καθοριστικές:

Α. Η πανδημία οδήγησε τη χώρα μας και πολλές άλλες χώρες παγκοσμίως, σε σοβαρή δημοσιονομική εκτροπή. Η αποκατάσταση της δημοσιονομικής σταθερότητας θα καταστεί σύντομα αναγκαία, γιατί θα το απαιτήσουν οι ευρωπαίοι εταίροι μας, σύμφωνα με τις δεσμεύσεις που έχουμε αναλάβει (αναμένεται από το 2022 και μετά), αλλά κυρίως θα το απαιτήσουν οι διεθνείς αγορές για να συνεχίσουν να χρηματοδοτούν απρόσκοπτα την οικονομία μας με ανταγωνιστικούς όρους. 

Η επερχόμενη και αναγκαία δημοσιονομική διόρθωση δεν πρέπει να καθυστερήσει και πρέπει να έχει αναπτυξιακό πρόσημο, δηλαδή δεν πρέπει να στηριχθεί στην υπερφορολόγηση της οικονομίας και τη μείωση των δημοσίων επενδύσεων.

Το βάρος αλλαγών θα πρέπει αν επικεντρωθεί στην εκλογίκευση των δημοσίων δαπανών, τη σοβαρή διεύρυνση της φορολογικής βάσης, τον περιορισμό της φοροδιαφυγής, τις ιδιωτικοποιήσεις, την εξυγίανση των ΔΕΚΟ και την εκλογίκευση της κοινωνικής και ασφαλιστικής πολιτικής.

Δημοσιονομικός εφησυχασμός μπορεί να ανατρέψει σε μεγάλο βαθμό όλα τα θετικά αποτελέσματα που προσδοκούμε να αποκομίσουμε από την αξιοποίηση των σημαντικών πόρων των ευρωπαϊκών επενδυτικών ταμείων.

Β. Επιπροσθέτως, μια μεγάλη πρόκληση μπροστά μας, αναφορικά με την υλοποίηση του σχεδίου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας σε συνδυασμό με την υλοποίηση του Νέου ΕΣΠΑ 2021-2027, αποτελεί η συνολική διοίκηση και διαχείριση του έργου.  Ιδιαίτερα σημαντική παράμετρος είναι η ικανοποίηση των κριτηρίων επιλεξιμότητας, ο αποτελεσματικός συντονισμός όλων των εμπλεκόμενων φορέων και η ταχύτατη λήψη αποφάσεων, (Τράπεζες, Υπουργεία, Διεθνείς Χρηματοδοτική Οργανισμοί, Ευρωπαϊκή Επιτροπή, Αναπτυξιακή Τράπεζα), η τήρηση των αναγκαίων κανόνων διαφάνειας και ελέγχου, η συμμόρφωση με τις ευρωπαϊκές και εγχώριες κανονιστικές διατάξεις, η παρακολούθηση και έγκαιρη παράδοση των έργων και η εξασφάλιση της συμπληρωματικότητας, της συνάφειας και των συνεργιών με όλα τα αλλά εθνικά προγράμματα, πολιτικές και δράσεις.

Οι εκταμιεύσεις και οι αποδεσμεύσεις κεφαλαίων δεν θα είναι αυτοματοποιημένες, ούτε να τις θεωρούμε δεδομένες.  Θα πρέπει να υποβληθούν προς έγκριση στις ευρωπαϊκές αρχές ώριμα έργα που πληρούν τα κριτήρια επιλεξιμότητας.

Υπάρχει προβληματισμός αν η σημερινή δημόσια διοίκηση μπορεί να διαχειριστεί ένα τόσο απαιτητικό και πολύπλοκο έργο και αν επίσης υπάρχουν τόσα πολλά ώριμα έργα για να εγκριθούν σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα.

Ενδεικτικά μόνο να αναφέρω ότι στο Σχέδιο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας «Ελλάδα 2.0», συμπεριλαμβάνονται:

170 κατηγορίες επενδύσεων και μεταρρυθμίσεων,

πάνω από 100 δημόσια έργα,

θα πρέπει να γίνουν πάνω από 400 διαγωνισμοί την επόμενη διετία,

επιπλέον, το έργο της Δίκαιης Μετάβασης περιλαμβάνει πάνω από 70 επενδυτικά σχέδια, αλλαγές χρήσεις γης, διαμόρφωση επενδυτικών κινήτρων και όλα αυτά να ολοκληρωθούν τα επόμενα 2-3 χρόνια.

Παράλληλα, το νέο ΕΣΠΑ ύψους € 26,7 δις για την περίοδο 2021-2027 περιλαμβάνει χρηματοδοτήσεις έργων και επιχορηγήσεις που στηρίζονται σε προκαθορισμένα αυστηρά κριτήρια, στόχους και διαδικασίες.  Ο βαθμός απορροφητικότητας των κονδυλίων του ΕΣΠΑ 1 δεν ήταν ικανοποιητικός και μόνο πρόσφατα προσέγγισε το 70%.  Άρα, η εμπειρία μας μέχρι σήμερα δεν πρέπει να μας οδηγεί σε  εφησυχασμό, αλλά σε εγρήγορση και κινητοποίηση.

Είναι θετικό ότι έχει ήδη δημιουργηθεί Εκτελεστική Επιτροπή έργου υπό τον αναπληρωτή υπουργό κ. Σκυλακάκη,  ειδική υπηρεσία συντονισμού υπό τον κ. Ματζούρα και προετοιμάζεται το πληροφορικό σύστημα διαχείρισης που θα στηρίζει το ταμείο, ενώ παράλληλα συγκροτούνται ειδικές ομάδες σε κάθε υπουργείο.

Εκτιμώ ότι, για την επιτυχή ολοκλήρωση του έργου θα πρέπει η Κυβέρνηση να συνεργαστεί στενά, μεθοδικά και συμπληρωματικά με τις δημόσιες πρωτοβουλίες, αξιοποιώντας με διαφάνεια, εξειδικευμένες ιδιωτικές εταιρείες με μεγάλη εμπειρία στη διοίκηση, υλοποίηση, παρακολούθηση και έλεγχο μεγάλων έργων, ώστε να επιταχυνθεί και να διασφαλιστεί η υλοποίησή τους για το καλό της χώρας.

Γ. Στην Ελλάδα, από τη μέχρι τώρα εμπειρία μας, δημιουργείται ανησυχία για την αποτελεσματική αξιοποίηση σημαντικών δυνητικά διαθέσιμων επενδυτικών πόρων και χρηματοδοτήσεων, ιδιαίτερα όταν «μοιράζονται» από τη Δημόσια Διοίκηση «πολλά λεφτά σε σύντομο χρονικό διάστημα», στην περίπτωσή μας, κατ’ εκτίμησή μου, πάνω από € 100 δις τα επόμενα χρόνια (€ 32 δις «Ελλάδα 2.0», αναμενόμενη κινητοποίηση επιπρόσθετων ιδιωτικών πόρων € 25δις, ΕΣΠΑ II € 26,7 δις, συν επιπλέον ιδιωτικά κεφάλαια γύρω από το ΕΣΠΑ).

Για την αποτελεσματική αξιοποίηση των ανωτέρω πόρων, χρειάζεται να επιδείξουμε τη μέγιστη πολιτική αποφασιστικότητα, να περιορίσουμε φαινόμενα λαϊκισμού, πελατειακών πρακτικών  και διευκόλυνσης των παρασιτικών επιχειρηματικών ακρίδων του εύκολου κέρδους (δείτε τί έχει γίνει με την επιστρεπτέα προκαταβολή πρόσφατα), καθιερώνοντας τις καλύτερες πρακτικές και διαδικασίες διαφάνειας, ελέγχου και αξιοκρατικών κριτηρίων επιλογής έργων και χρηματοδοτήσεων. 

Θα ήταν μεγάλο ολίσθημα για τη χώρα να κατασπαταληθούν οι παραπάνω πόροι, κυρίως οι επιχορηγήσεις, σε οριακής ή μηδενικής χρησιμότητας έργα και επενδύσεις.

Δ. Επιπροσθέτως, η μεγιστοποίηση του αναπτυξιακού αποτελέσματος της υλοποίησης του Σχεδίου «Ελλάδα 2.0 και ΕΣΠΑ ΙΙ 2021-2027» και ο επιτυχής παραγωγικός μετασχηματισμός της ελληνικής οικονομίας, απαιτεί, παράλληλα με την εκταμίευση των επενδυτικών σχεδίων, να επιμείνουμε εμμονικά στην υλοποίηση κρίσιμων αναπτυξιακών μεταρρυθμίσεων.

Καμία δημοκρατική χώρα δεν πέτυχε υψηλούς και διατηρήσιμους αναπτυξιακούς ρυθμούς και σημαντικές επενδύσεις

χωρίς ποιοτική παιδεία συνδεδεμένη με την παραγωγική διαδικασία,

αποτελεσματική δικαιοσύνη,

σύγχρονη δημόσια διοίκηση,

σταθερότητα και ελκυστικότητα θεσμών, κανόνων και πολιτικών,

σημαντικού ύψους δαπανών για R&D,

χωρίς ανεξάρτητες εποπτικές και ελεγκτικές αρχές,

χωρίς ένα υγιές χρηματοπιστωτικό σύστημα και

χωρίς μια κοινωνική και οικονομική κουλτούρα φιλική προς το επιχειρείν και τις επενδύσεις.

Η χώρα έχει υποφέρει από εμμονικές αντιλήψεις προσκολλημένες σε αποτυχημένες χθεσινές συνταγές και πρακτικές, που τελικά έβλαψαν τον τόπο και δεν ωφέλησαν την πλειοψηφία των πολιτών.

Ε. Επιπλέον, κατά τη γνώμη μου χρειάζεται περαιτέρω επεξεργασία και διαμόρφωση από την Κυβέρνηση ενός ολοκληρωμένου προγράμματος αξιοποίησης της μεγάλης και αναξιοποίητης δημόσιας περιουσίας.

Η υλοποίηση, με διαφάνεια και αναπτυξιακά κριτήρια, ενός φιλόδοξου σχεδίου αξιοποίησης της δημόσιας περιουσίας θα συμπεριλαμβάνει όχι μόνο τις ιδιωτικοποιήσεις, αλλά κυρίως την αξιοποίηση της δημόσιας γης, με τη χωροθέτηση και αδειοδότηση προεπιλεγμένων περιοχών για συγκεκριμένες επενδυτικές και παραγωγικές χρήσεις.  Χρειάζεται να αυξήσουμε την προσφορά επενδυτικών ευκαιριών μαζί με τη ζήτηση για να προσελκύσουμε νέους επενδυτές.

ΣΤ. Τέλος, για να πετύχει αυτή η μεγάλη αναπτυξιακή και επενδυτική προσπάθεια της χώρας, πρέπει να πειστούν οι πολλοί, η κοινωνία, οι πολίτες, ότι οι μεταρρυθμίσεις και οι επενδύσεις τους αφορούν και ότι θα έχουν σημαντικά οφέλη να αποκομίσουν από την υλοποίησή τους.

Η σωστή επικοινωνία και ενημέρωση των πολιτών, η εξειδίκευση των ωφελειών που θα προκύψουν για την οικονομία, την κοινωνία, την περιφέρεια και τους πολίτες, και η βελτίωση της κοινωνικής συνοχής και της ζωής, της καθημερινότητας και του μέλλοντος των πολιτών, πρέπει να γίνουν πρωταρχική επιλογή πολιτικού σχεδιασμού. Μόνο έτσι θα δημιουργήσουμε στέρεη κοινωνική και πολιτική βάση στήριξης των μεταρρυθμίσεων και της αναπτυξιακής ανάταξης της χώρας.

Με την κοινωνία απέναντι, πεπεισμένη ότι τα επενδυτικά κεφάλαια αφορούν τους λίγους, τα εμπόδια στην υλοποίηση των επενδύσεων και των μεταρρυθμίσεων θα πολλαπλασιαστούν και τα οφέλη θα περιοριστούν και είναι κρίμα να χαθεί μια τόσο μοναδική ευκαιρία.



ΣΧΟΛΙΑ