Για να μας βλέπεις πιο συχνά στα αποτελέσματα αναζήτησης Add mononews.gr on Google

Τη δυνατότητα να βγουν στη σύνταξη χωρίς να εγκαταλείψουν την εργασία ή την επαγγελματική τους δραστηριότητα αξιοποιούν ολοένα περισσότεροι ασφαλισμένοι, καθώς το νέο καθεστώς για τους εργαζόμενους συνταξιούχους έχει αλλάξει ουσιαστικά τα δεδομένα.

Από την 1η Ιανουαρίου 2024 καταργήθηκε η περικοπή της σύνταξης για όσους εξακολουθούν να εργάζονται μετά τη συνταξιοδότησή τους.

1

Αντί της περικοπής, θεσπίστηκε ειδικός πόρος υπέρ e-ΕΦΚΑ, ο οποίος υπολογίζεται διαφορετικά ανάλογα με το εάν ο συνταξιούχος εργάζεται ως μισθωτός, συνεχίζει ως ελεύθερος επαγγελματίας ή αυτοαπασχολούμενος ή ασκεί αγροτική δραστηριότητα.

Στην πράξη, ο συνταξιούχος μπορεί πλέον να εισπράττει το 100% της κύριας και της επικουρικής σύνταξής του και παράλληλα να αποκτά εισόδημα από εργασία, καταβάλλοντας τον προβλεπόμενο πόρο. Αυτό έχει καταστήσει ιδιαίτερα ελκυστική την επιλογή της συνταξιοδότησης με παράλληλη συνέχιση της απασχόλησης, κυρίως για όσους έχουν ήδη συμπληρώσει τις προϋποθέσεις συνταξιοδότησης αλλά δεν επιθυμούν ή δεν μπορούν να αποχωρήσουν από την αγορά εργασίας.

Ο δικηγόρος Διονύσης Ρίζος, ειδικός σε θέματα κοινωνικής ασφάλισης, εξηγεί στο «Mononews» το ισχύον πλαίσιο και, μέσα από συγκεκριμένα παραδείγματα, αποτυπώνει το οικονομικό αποτέλεσμα για διαφορετικές κατηγορίες ασφαλισμένων.

Μισθωτοί: Ολόκληρη η σύνταξη με πόρο 10% στον μισθό

Για τους μισθωτούς, η μεγάλη αλλαγή είναι ότι η συνέχιση της εργασίας δεν οδηγεί πλέον σε περικοπή της σύνταξης. Ο εργαζόμενος συνταξιούχος λαμβάνει το 100% της κύριας και της επικουρικής σύνταξης και καταβάλλει ειδικό πόρο υπέρ e-ΕΦΚΑ, ο οποίος αντιστοιχεί στο 10% των μεικτών αποδοχών από την εργασία του.

Ο πόρος δεν αφαιρείται από τη σύνταξη αλλά υπολογίζεται στις αποδοχές της απασχόλησης.

Έτσι, για παράδειγμα, εργαζόμενος συνταξιούχος με μεικτό μισθό 1.200 ευρώ καταβάλλει πόρο 120 ευρώ τον μήνα. Εφόσον δικαιούται σύνταξη 800 ή 1.000 ευρώ, εξακολουθεί να την εισπράττει ολόκληρη.

Το οικονομικό αποτέλεσμα είναι επομένως πολύ διαφορετικό σε σχέση με το προηγούμενο καθεστώς: ο ασφαλισμένος δεν καλείται να επιλέξει μεταξύ μισθού και σύνταξης, αλλά μπορεί να συνδυάσει τις δύο πηγές εισοδήματος με συγκεκριμένη επιβάρυνση.

Η επιλογή αυτή αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία το κόστος διαβίωσης, η στέγαση και η ενέργεια επιβαρύνουν σημαντικά τους οικογενειακούς προϋπολογισμούς. Για αρκετούς συνταξιούχους η συνέχιση της εργασίας λειτουργεί πλέον ως τρόπος ουσιαστικής ενίσχυσης του διαθέσιμου εισοδήματος.

Τα νέα ένσημα δεν χάνονται

Υπάρχει όμως και δεύτερο όφελος. Ο χρόνος ασφάλισης που δημιουργείται μετά τη συνταξιοδότηση δεν χάνεται. Όταν ο συνταξιούχος διακόψει την απασχόλησή του, μπορεί να αξιοποιήσει τον πρόσθετο χρόνο ασφάλισης για την προσαύξηση της σύνταξής του.

Για κάθε έτος εργασίας η σύνταξη μπορεί να προσαυξηθεί κατά 0,77% επί των συντάξιμων αποδοχών. Ήδη 10.278 εργαζόμενοι συνταξιούχοι έχουν λάβει σχετική προσαύξηση, η οποία σε ορισμένες περιπτώσεις ξεπερνά ακόμη και τα 100 ευρώ τον μήνα, ανάλογα με τις αποδοχές και τη διάρκεια της απασχόλησης μετά τη συνταξιοδότηση.

Επομένως, η συνέχιση της εργασίας δεν προσφέρει μόνο πρόσθετο εισόδημα όσο διαρκεί η απασχόληση, αλλά μπορεί να οδηγήσει και σε υψηλότερη σύνταξη μετά την οριστική αποχώρηση από την αγορά εργασίας.

Ελεύθεροι επαγγελματίες: Σύνταξη χωρίς να κλείσουν το επάγγελμα

Ακόμη μεγαλύτερη σημασία έχει το νέο πλαίσιο για τους ελεύθερους επαγγελματίες και αυτοαπασχολούμενους – γιατρούς, μηχανικούς, δικηγόρους, λογιστές, εμπόρους και άλλους επαγγελματίες.

Πρόκειται για ασφαλισμένους οι οποίοι παραδοσιακά παραμένουν επαγγελματικά ενεργοί και μετά τη συμπλήρωση των γενικών ορίων ηλικίας. Στο παρελθόν, αρκετοί ανέβαλλαν την υποβολή αίτησης συνταξιοδότησης, καθώς η συνέχιση της δραστηριότητάς τους συνοδευόταν από σημαντική απώλεια στη σύνταξη.

Πλέον μπορούν να υποβάλουν αίτηση συνταξιοδότησης και να συνεχίσουν κανονικά τη δραστηριότητά τους. Έτσι, μετά από δεκαετίες καταβολής εισφορών, μπορούν να αρχίσουν να εισπράττουν τη σύνταξή τους χωρίς να υποχρεωθούν να εγκαταλείψουν το επάγγελμά τους.

Για το 2026, στην 1η ασφαλιστική κατηγορία, η εισφορά κύριας σύνταξης ανέρχεται σε 185,09 ευρώ και ο πρόσθετος πόρος για τον εργαζόμενο συνταξιούχο διαμορφώνεται σε περίπου 92,55 ευρώ τον μήνα.

Υπάρχει παράλληλα ανώτατο ετήσιο όριο στην επιβάρυνση από τον πόρο, το οποίο ανέρχεται σε 5.362,44 ευρώ, δηλαδή στο δωδεκαπλάσιο της εθνικής σύνταξης.

Για έναν επαγγελματία που μπορεί να εισπράττει σύνταξη 1.000, 1.200 ή ακόμη και 1.500 ευρώ τον μήνα, η σχέση μεταξύ πρόσθετης επιβάρυνσης και νέου σταθερού εισοδήματος είναι σε πολλές περιπτώσεις ιδιαίτερα ευνοϊκή.

Η σύνταξη μπορεί παράλληλα να λειτουργήσει ως σταθερό μηνιαίο «μαξιλάρι» σε μια επαγγελματική δραστηριότητα όπου ο τζίρος και το καθαρό εισόδημα μπορεί να παρουσιάζουν μεγάλες διακυμάνσεις.

Τι ισχύει για τους αγρότες

Ιδιαίτερα ευνοϊκό είναι το πλαίσιο και για συγκεκριμένες κατηγορίες αγροτών. Οι συνταξιούχοι του πρώην ΟΓΑ που εξακολουθούν να ασκούν δραστηριότητα η οποία υπάγεται στην ασφάλιση του πρώην ΟΓΑ δεν καταβάλλουν πρόσθετο πόρο ούτε ασφαλιστικές εισφορές λόγω της απασχόλησης αυτής.

Αντίστοιχα, συνταξιούχοι άλλων φορέων που έχουν ενταχθεί στον e-ΕΦΚΑ και αποκτούν εισόδημα από αγροτική δραστηριότητα απαλλάσσονται από εισφορές και πόρο, εφόσον το ετήσιο εισόδημά τους από την αγροτική δραστηριότητα δεν ξεπερνά τις 10.000 ευρώ.

Ποιους συμφέρει να συνταξιοδοτηθούν και να συνεχίσουν να εργάζονται

Με βάση το ισχύον πλαίσιο, η δυνατότητα παράλληλης λήψης σύνταξης και εισοδήματος από εργασία αφορά ιδιαίτερα:

• Ελεύθερους επαγγελματίες 62 ετών και άνω, οι οποίοι έχουν συμπληρώσει τις προϋποθέσεις για πλήρη σύνταξη και επιθυμούν να συνεχίσουν τη δραστηριότητά τους.

• Αυτοαπασχολούμενους, όπως γιατρούς, μηχανικούς και δικηγόρους, οι οποίοι μπορούν να λάβουν σύνταξη χωρίς να κλείσουν το επάγγελμά τους.

• Μισθωτούς που πληρούν τις προϋποθέσεις για πλήρη ή, κατά περίπτωση, μειωμένη σύνταξη και μπορούν να παραμείνουν στην εργασία τους σε συνεννόηση με τον εργοδότη.

• Αγρότες, ανάλογα με το ασφαλιστικό καθεστώς στο οποίο υπάγονται.

• Ασφαλισμένους που δικαιούνται σύνταξη αναπηρίας, καθώς η εργασία δεν οδηγεί πλέον στην απώλεια της σύνταξης και, επιπλέον, η συγκεκριμένη κατηγορία απαλλάσσεται από τον ειδικό πόρο.

Έξι παραδείγματα – Πόσα πληρώνουν και πόσα κερδίζουν

Η εικόνα γίνεται σαφέστερη μέσα από έξι χαρακτηριστικές περιπτώσεις που παρουσιάζει ο Διονύσης Ρίζος.

1. Έμπορος με 40 χρόνια ασφάλισης

Έμπορος ασφαλισμένος στον e-ΕΦΚΑ/ΟΑΕΕ, πρώην ΤΑΕ, συμπληρώνει στα 62 του 40 έτη ασφάλισης και λαμβάνει σύνταξη 1.054 ευρώ.

Επιλέγει να συνεχίσει κανονικά την εμπορική του δραστηριότητα.

Στην 1η ασφαλιστική κατηγορία, η πρόσθετη επιβάρυνσή του λόγω της ιδιότητας του εργαζόμενου συνταξιούχου είναι περίπου 92,5 ευρώ τον μήνα.

Με άλλα λόγια, έναντι μιας πρόσθετης μηνιαίας επιβάρυνσης κάτω των 100 ευρώ αποκτά σταθερό μηνιαίο εισόδημα από σύνταξη άνω των 1.000 ευρώ, χωρίς να σταματήσει την επαγγελματική του δραστηριότητα. Επειδή φορολογείται τεκμαρτά, δεν προκύπτει ουσιαστική πρόσθετη φορολογική επιβάρυνση από την παράλληλη λήψη της σύνταξης.

2. Αυτοκινητιστής με μειωμένη σύνταξη

Αυτοκινητιστής ασφαλισμένος στον e-ΕΦΚΑ/ΟΑΕΕ, πρώην ΤΣΑ, έχει 30 έτη ασφάλισης και επιπλέον 3 έτη στο ΙΚΑ. Στα 62 του λαμβάνει πρόωρη μειωμένη σύνταξη 608,36 ευρώ και εξακολουθεί να εργάζεται.

Στην 1η ασφαλιστική κατηγορία, η πρόσθετη επιβάρυνση είναι περίπου 92,5 ευρώ τον μήνα.

Επομένως, ακόμη και στην περίπτωση της μειωμένης σύνταξης, το ποσό που εισπράττει κάθε μήνα είναι πολλαπλάσιο του πρόσθετου κόστους που δημιουργεί η συνέχιση της επαγγελματικής δραστηριότητας. Και στην περίπτωση αυτή, λόγω τεκμαρτής φορολόγησης, δεν υπάρχει ουσιαστική πρόσθετη φορολογική επιβάρυνση.

3. Γιατρός με 40 χρόνια ασφάλισης

Γιατρός ασφαλισμένος στον e-ΕΦΚΑ/ΕΤΑΑ, πρώην ΤΣΑΥ, συμπληρώνει 40 έτη ασφάλισης και στα 62 του λαμβάνει σύνταξη 1.173,60 ευρώ.

Συνεχίζει να ασκεί το επάγγελμά του και στην 1η ασφαλιστική κατηγορία επιβαρύνεται με περίπου 92,5 ευρώ επιπλέον τον μήνα.

Έτσι, χωρίς να εγκαταλείψει την επαγγελματική του δραστηριότητα, αποκτά σταθερή μηνιαία σύνταξη άνω των 1.100 ευρώ. Και εδώ, σύμφωνα με το παράδειγμα, λόγω της τεκμαρτής φορολόγησης δεν προκύπτει ουσιαστική πρόσθετη φορολογική επιβάρυνση.

4. Μισθωτός μηχανικός με μισθό 3.000 ευρώ

Μισθωτός μηχανικός με μεικτές αποδοχές 3.000 ευρώ, ασφαλισμένος στον e-ΕΦΚΑ/ΕΤΑΑ, πρώην ΤΣΜΕΔΕ, συμπληρώνει 40 χρόνια ασφάλισης και στα 62 του λαμβάνει σύνταξη 1.519,24 ευρώ.

Εφόσον παραμείνει στην εργασία του, ο ειδικός πόρος υπέρ e-ΕΦΚΑ ανέρχεται στο 10% των μεικτών αποδοχών του, δηλαδή σε 300 ευρώ τον μήνα.

Την ίδια στιγμή, όμως, εισπράττει ολόκληρη τη σύνταξη των 1.519,24 ευρώ, ενώ δικαιούται και το εφάπαξ.Στο συγκεκριμένο παράδειγμα η πρόσθετη φορολογική επιβάρυνση υπολογίζεται σε περίπου 1.800 ευρώ τον χρόνο, ενώ το πρόσθετο καθαρό ετήσιο εισόδημα ξεπερνά τις 15.000 ευρώ.

5. Μισθωτός ΙΚΑ με κύρια και επικουρική σύνταξη

Μισθωτός με μεικτές αποδοχές 2.000 ευρώ και 12.000 ημέρες ασφάλισης στο ΙΚΑ συνταξιοδοτείται στα 62. Λαμβάνει κύρια σύνταξη 1.219,11 ευρώ και επικουρική 194 ευρώ, δηλαδή συνολικά 1.413,11 ευρώ τον μήνα.

Εφόσον συνεχίσει να εργάζεται, ο πόρος υπέρ e-ΕΦΚΑ διαμορφώνεται σε 200 ευρώ τον μήνα. Το σταθερό μηνιαίο εισόδημα που προστίθεται από κύρια και επικουρική σύνταξη ξεπερνά έτσι τα 1.400 ευρώ, έναντι μηνιαίου πόρου 200 ευρώ.

Η πρόσθετη φορολογική επιβάρυνση υπολογίζεται σε περίπου 980 ευρώ ετησίως, ενώ το πρόσθετο καθαρό ετήσιο εισόδημα ξεπερνά τις 12.000 ευρώ.

6. Μισθωτός με βαρέα και ανθυγιεινά

Μισθωτός με μεικτές αποδοχές 1.000 ευρώ, ασφαλισμένος στο ΙΚΑ και με 9.000 ημέρες ασφάλισης στα βαρέα και ανθυγιεινά, λαμβάνει στα 62 του κύρια σύνταξη 657 ευρώ και επικουρική 158 ευρώ. Το συνολικό ποσό των συντάξεων ανέρχεται έτσι σε 815 ευρώ τον μήνα.

Εφόσον συνεχίσει να εργάζεται, ο πόρος υπέρ e-ΕΦΚΑ είναι 100 ευρώ τον μήνα. Η πρόσθετη φορολογική επιβάρυνση εκτιμάται σε περίπου 600 ευρώ τον χρόνο, ενώ το πρόσθετο καθαρό ετήσιο εισόδημα ξεπερνά τις 9.000 ευρώ.

Τα παραπάνω ποσά είναι ενδεικτικά, καθώς το τελικό αποτέλεσμα εξαρτάται από το ασφαλιστικό ιστορικό, τις συντάξιμες αποδοχές, τον χρόνο ασφάλισης, το ύψος του μισθού και τη φορολογική κατάσταση κάθε ασφαλισμένου.

Πόση σύνταξη παίρνει ο εργαζόμενος συνταξιούχος

Ο βασικός κανόνας είναι πλέον σαφής:

Όποιος εργάζεται και λαμβάνει σύνταξη γήρατος, είτε ως μισθωτός είτε ως αυτοαπασχολούμενος, εισπράττει το 100% της κύριας και της επικουρικής σύνταξης, όπου υπάρχει επικουρική. Το ίδιο ισχύει για όσους λαμβάνουν σύνταξη αναπηρίας ή σύνταξη γήρατος λόγω ειδικών παθήσεων.

Η σύνταξη, επομένως, δεν μειώνεται λόγω της απασχόλησης. Εκείνο που αλλάζει είναι η επιβάρυνση στην εργασία ή στις ασφαλιστικές εισφορές, ανάλογα με την κατηγορία του συνταξιούχου.

Τι πληρώνουν ανά κατηγορία

-Μισθωτοί: Καταβάλλουν πρόσθετο πόρο υπέρ e-ΕΦΚΑ ίσο με 10% επί των μεικτών αποδοχών τους.

-Αυτοαπασχολούμενοι και ελεύθεροι επαγγελματίες: Καταβάλλουν τις κανονικές ασφαλιστικές εισφορές και επιπλέον πόρο που αντιστοιχεί σε 50% της εισφοράς κύριας ασφάλισης της ασφαλιστικής κατηγορίας που έχουν επιλέξει.

-Αγρότες, όπου προβλέπεται η καταβολή πόρου: Η επιβάρυνση αντιστοιχεί επίσης σε 50% επί της επιλεγείσας ασφαλιστικής κατηγορίας κύριας ασφάλισης.

-Απασχόληση με Παραστατικά Παρεχόμενων Υπηρεσιών – τίτλους κτήσης: Επιβάλλεται πρόσθετος πόρος υπέρ e-ΕΦΚΑ 10% επί της καθαρής αξίας του παραστατικού.

Ποιοι εξαιρούνται από τον πόρο

Υπάρχουν, ωστόσο, σημαντικές εξαιρέσεις.

Από την καταβολή του ειδικού πόρου εξαιρούνται:

• οι συνταξιούχοι λόγω αναπηρίας,

• οι συνταξιούχοι λόγω ειδικών παθήσεων,

• όσοι λαμβάνουν εξωιδρυματικό επίδομα,

• οι πολύτεκνοι, εφόσον πληρούνται οι προβλεπόμενες προϋποθέσεις.

Παράλληλα, ούτε ασφαλιστικές εισφορές ούτε πόρο υπέρ e-ΕΦΚΑ καταβάλλουν οι συνταξιούχοι του πρώην ΟΓΑ, εφόσον συνεχίζουν δραστηριότητα που υπάγεται στην ασφάλιση του πρώην ΟΓΑ.

Αντίστοιχη απαλλαγή προβλέπεται για συνταξιούχους των φορέων που έχουν ενταχθεί στον e-ΕΦΚΑ όταν αποκτούν εισόδημα από αγροτική δραστηριότητα έως 10.000 ευρώ ετησίως.

Η παγίδα της δήλωσης στον e-ΕΦΚΑ

Το σημαντικότερο σημείο που δεν πρέπει να παραβλέψει κάποιος που αποφασίζει να συνδυάσει σύνταξη και εργασία είναι η υποχρέωση δήλωσης της απασχόλησης στον e-ΕΦΚΑ. Η απασχόληση πρέπει να δηλώνεται ηλεκτρονικά, καθώς η μη δήλωσή της μπορεί να επιφέρει ιδιαίτερα υψηλή οικονομική επιβάρυνση.

Γι’ αυτό, πριν από την έναρξη ή τη συνέχιση της δραστηριότητας μετά τη συνταξιοδότηση, ο ασφαλισμένος πρέπει να ελέγξει όχι μόνο εάν θεμελιώνει συνταξιοδοτικό δικαίωμα, αλλά και σε ποια κατηγορία υπάγεται, ποιον πόρο θα καταβάλει και ποιες δηλωτικές υποχρεώσεις έχει.