ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα πιθανότατα θα χρειαστεί να αυξήσει εκ νέου τα επιτόκια, σύμφωνα με το μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της, Πιερ Βουνς, καθώς ο πληθωρισμός στην Ευρωζώνη πλησιάζει το 4%. Ο διοικητής της κεντρικής τράπεζας του Βελγίου απέφυγε, ωστόσο, να προσδιορίσει εάν η επόμενη κίνηση θα πραγματοποιηθεί τον Οκτώβριο ή τον Δεκέμβριο, επικαλούμενος τη μεγάλη αβεβαιότητα στις αγορές ενέργειας και την παγκόσμια οικονομία.
«Πιθανότατα θα χρειαστεί να αυξήσουμε ξανά τα επιτόκια», δήλωσε ο Πιερ Βουνς την Τετάρτη στο Bloomberg Television.
«Αλλά δεν κάνω πλέον προβλέψεις, επειδή υπάρχει τόσο μεγάλη αβεβαιότητα στο ενεργειακό μέτωπο, ίσως και στην τεχνητή νοημοσύνη», πρόσθεσε.
Μιλώντας στο περιθώριο της ετήσιας συνόδου του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου στην Μπανγκόκ, ο Βέλγος κεντρικός τραπεζίτης δεν διευκρίνισε εάν αναφέρεται σε αύξηση επιτοκίων αργότερα μέσα στον Οκτώβριο ή στην τελευταία συνεδρίαση νομισματικής πολιτικής του έτους, τον Δεκέμβριο.
«Σε τελική ανάλυση, δεν έχει πραγματικά σημασία αν θα είναι τον Οκτώβριο ή τον Δεκέμβριο», ανέφερε.
«Η αγορά προεξοφλεί ότι θα χρειαστεί να κάνουμε περισσότερα. Επομένως, αυτό είναι ένα βασικό σενάριο που φαίνεται εύλογο, αλλά και πάλι βρισκόμαστε σε έναν κόσμο με πολύ μεγάλη αβεβαιότητα».
Πλησιάζει το 4% ο πληθωρισμός στην Ευρωζώνη
Η ΕΚΤ εξετάζει εάν θα προχωρήσει σε πρόσθετη αύξηση επιτοκίων, μετά τις δύο αυξήσεις που έχει ήδη πραγματοποιήσει μέσα στο 2026, προκειμένου να αντιμετωπίσει τον πληθωρισμό που πλησιάζει το 4%.
Προς το παρόν, οι πληθωριστικές πιέσεις εντοπίζονται κυρίως στον τομέα της ενέργειας, με τους αξιωματούχους της κεντρικής τράπεζας να υπογραμμίζουν ότι δεν έχουν διαπιστωθεί δευτερογενείς επιπτώσεις, όπως η επιτάχυνση των μισθολογικών αυξήσεων.
Οι οικονομολόγοι αναμένουν μία τελευταία αύξηση επιτοκίων τον Δεκέμβριο, η οποία θα οδηγούσε το επιτόκιο καταθέσεων της ΕΚΤ στο 2,75%.
Πρόκειται για επίπεδο στο οποίο, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις, η νομισματική πολιτική αρχίζει να λειτουργεί περιοριστικά για την οικονομική δραστηριότητα.
Ορισμένοι αξιωματούχοι, μεταξύ των οποίων ο επικεφαλής οικονομολόγος της ΕΚΤ, Φίλιπ Λέιν, έχουν υποστηρίξει ότι μια «μετρημένη» αντίδραση της νομισματικής πολιτικής θα πρέπει να είναι αρκετή για την αποκατάσταση της σταθερότητας των τιμών.
Ο Βουνς, από την πλευρά του, υπογράμμισε ότι «ο πληθωρισμός είναι υπερβολικά υψηλός», επισημαίνοντας ότι οι προσδοκίες των αγορών έχουν μεταβληθεί και πλέον δεν προεξοφλούν αύξηση επιτοκίων τον Οκτώβριο.
«Λέμε ότι εξαρτόμαστε από τα δεδομένα και ότι λαμβάνουμε αποφάσεις σε κάθε συνεδρίαση ξεχωριστά. Ενδέχεται να προκύψουν νέα στοιχεία, επομένως δεν αποκλείω τίποτα», δήλωσε.
Λαγκάρντ: Δεν έχουν εμφανιστεί ακόμη δευτερογενείς πληθωριστικές επιπτώσεις
Η οικονομική ανάπτυξη στην Ευρωζώνη έχει αποδειχθεί απροσδόκητα ανθεκτική απέναντι στην άνοδο των τιμών της ενέργειας, την οποία προκάλεσε η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή.
Ωστόσο, η περαιτέρω κλιμάκωση του πολέμου με το Ιράν παραμένει σημαντικός κίνδυνος, ενώ η πρόεδρος της ΕΚΤ, Κριστίν Λαγκάρντ, έχει προειδοποιήσει ότι η άνοδος των αποδόσεων των ομολόγων θα επιβαρύνει την οικονομική δραστηριότητα περισσότερο από ό,τι αναμενόταν προηγουμένως.
Σε ξεχωριστή τοποθέτησή της, η Λαγκάρντ επισήμανε ότι ο αυξημένος πληθωρισμός στην Ευρωζώνη, ο οποίος οφείλεται στις υψηλές τιμές της ενέργειας, δεν έχει ακόμη μεταφερθεί στην ευρύτερη οικονομία.
Όπως εξήγησε, οι αξιωματούχοι της ΕΚΤ εξετάζουν «σε ποιον βαθμό οι έμμεσες επιπτώσεις μεταδίδονται στην οικονομία και πώς μπορούμε να προβλέψουμε καλύτερα εάν αρχίζουν να εμφανίζονται δευτερογενείς επιδράσεις».
«Δεν βλέπουμε ακόμη κάτι τέτοιο, αλλά πρέπει να είμαστε εξαιρετικά προσεκτικοί ώστε να εντοπίζουμε ακόμη και μικρές ενδείξεις τέτοιων δευτερογενών επιπτώσεων», υπογράμμισε.
Μουλέν: Οι υψηλότερες αποδόσεις των ομολόγων περιορίζουν τη ζήτηση
Στην ίδια κατεύθυνση κινήθηκε και ο διοικητής της Τράπεζας της Γαλλίας, Εμανουέλ Μουλέν, ο οποίος δήλωσε την Τετάρτη ότι «η αύξηση των αποδόσεων ασκεί πιέσεις στις χρηματοπιστωτικές συνθήκες».
Όπως σημείωσε, η εξέλιξη αυτή μπορεί να επηρεάσει τη ζήτηση και να οδηγήσει την ΕΚΤ σε πιο συγκρατημένη αντίδραση απέναντι στο πληθωριστικό σοκ.
«Αυτό θα μπορούσε να επηρεάσει τη ζήτηση και να μας οδηγήσει σε μια πιο μετριοπαθή αντίδραση στο πληθωριστικό σοκ, επειδή αυτή η αύξηση των αποδόσεων κάνει επίσης μέρος της δουλειάς», δήλωσε.
Ο Μουλέν εκτίμησε ακόμη ότι οι έμμεσες και δευτερογενείς επιπτώσεις του πληθωρισμού θα παραμείνουν περιορισμένες, ενώ ο δομικός πληθωρισμός της Ευρωζώνης αναμένεται να επιταχυνθεί μόνο ήπια.
«Αυτό που βλέπουμε επίσης, και θεωρώ ότι είναι σημαντικό, είναι πως οι μεσοπρόθεσμες προσδοκίες για τον πληθωρισμό, τόσο των επιχειρήσεων όσο και των νοικοκυριών, παραμένουν καλά αγκυροβολημένες», ανέφερε.
Πρόσθεσε ότι ο τρόπος με τον οποίο αντιδρά η ΕΚΤ στις οικονομικές εξελίξεις είναι «καλά κατανοητός» από τις αγορές.
Ανησυχία για τη Γαλλία και το εργαλείο παρέμβασης της ΕΚΤ
Η απότομη αύξηση του κόστους δανεισμού του γαλλικού Δημοσίου έχει επαναφέρει στο προσκήνιο τα εργαλεία αντιμετώπισης κρίσεων της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας.
Μεταξύ αυτών βρίσκεται το Transmission Protection Instrument (TPI), ο μηχανισμός προστασίας της μετάδοσης της νομισματικής πολιτικής, που δημιουργήθηκε το 2022.
Στόχος του είναι ο περιορισμός αδικαιολόγητων κινήσεων στις αγορές κρατικών ομολόγων, παρέχοντας στην ΕΚΤ τη δυνατότητα να αγοράζει κρατικό χρέος χωρίς προκαθορισμένο ποσοτικό όριο.
Ο Πιερ Βουνς απέφυγε να τοποθετηθεί σχετικά με το εάν και πότε η ΕΚΤ θα μπορούσε να παρέμβει.
«Δεν θέλω να κάνω εικασίες σχετικά με το εάν και πότε» θα μπορούσε να υπάρξει παρέμβαση, δήλωσε.
«Έχουμε αυτό το εργαλείο, το αναφέρατε, το TPI. Υπάρχουν ορισμένες γκρίζες ζώνες και δεν πρόκειται να κάνω εικασίες για όλες τις πιθανές γκρίζες ζώνες. Αλλά το εργαλείο υπάρχει και διαθέτουμε μέσα παρέμβασης εάν οι εξελίξεις καταστούν αδικαιολόγητες».
Ωστόσο, οι προϋποθέσεις ενεργοποίησης του μηχανισμού δεν φαίνεται να πληρούνται επί του παρόντος, καθώς οι επενδυτές αντιδρούν, τουλάχιστον εν μέρει, στο πολιτικό αδιέξοδο γύρω από τον γαλλικό προϋπολογισμό.
Ο Μουλέν έχει επίσης προειδοποιήσει ότι η ΕΚΤ δεν υπάρχει για να «αντιμετωπίζει τα δημοσιονομικά προβλήματα των χωρών».
Η πίεση των αγορών και η μείωση των ελλειμμάτων
Ο Βουνς αναγνώρισε ότι η αύξηση του κόστους δανεισμού μπορεί, υπό ορισμένες συνθήκες, να λειτουργήσει ως κίνητρο για τη δημοσιονομική προσαρμογή.
«Το να υπάρχει κάποια πίεση από τις αγορές, κατά κάποιον τρόπο, βοηθά ακόμη, επειδή οι κυβερνήσεις μπορούν να πουν στους πολίτες τους: “Κοιτάξτε, αν δεν το κάνουμε, τότε θα πρέπει να αντιμετωπίσουμε πολύ υψηλότερο κόστος τόκων για το χρέος μας”», δήλωσε.
«Αλλά γνωρίζουμε ότι, πολιτικά, δεν είναι εύκολο να μειωθεί το έλλειμμα και αυτή είναι η πραγματικότητα», πρόσθεσε.
Η αύξηση του κόστους δανεισμού των κυβερνήσεων στις ανεπτυγμένες οικονομίες της Ευρώπης, των Ηνωμένων Πολιτειών και άλλων περιοχών αποτελεί ένα από τα βασικά θέματα της ετήσιας συνόδου των διεθνών οικονομικών αξιωματούχων στην Μπανγκόκ.
Η επικεφαλής του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, Κρισταλίνα Γκεοργκίεβα, είχε καλέσει την προηγούμενη εβδομάδα τις κυβερνήσεις να αναλάβουν επειγόντως δράση για τη μείωση των υψηλών επιπέδων δημόσιου χρέους και των δημοσιονομικών ελλειμμάτων.
Διαβάστε επίσης
ΔΝΤ: Το χρέος των ΗΠΑ ευθύνεται για τις αποδόσεις των ομολόγων
ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΣΗΜΕΡΑ
- Κριστιάν Ζερβός και Cahiers d’art: Έκθεση-αφιέρωμα στο Μουσείο Μπενάκη
- Buy, Hold or Sell: Άμεση ανάλυση για Metlen PLC, Aegean, ΔΕΗ, Jumbo
- BofA: Πρόστιμο άνω των 1,21 δισ. δολαρίων για παραβιάσεις κανόνων κατά του ξεπλύματος χρήματος
- «Πυρπολητής»: Από την ιστορική ναυτική παράδοση στο σύγχρονο μη επανδρωμένο σκάφος του Πολεμικού Ναυτικού
Μοιραστείτε την άποψή σας
ΣχόλιαΓια να σχολιάσετε χρησιμοποιήστε ένα ψευδώνυμο. Παρακαλούμε σχολιάζετε με σεβασμό. Χρησιμοποιείτε κατανοητή γλώσσα και αποφύγετε διατυπώσεις που θα μπορούσαν να παρερμηνευτούν ή να θεωρηθούν προσβλητικές. Με την ανάρτηση σχολίου, συμφωνείτε να τηρείτε τους Όρους του ιστότοπου contact Δημιουργήστε το account σας εδώ, για να κάνετε like, dislike ή report ακατάλληλα/προσβλητικά σχόλια.