Για να μας βλέπεις πιο συχνά στα αποτελέσματα αναζήτησης: Add mononews.gr on Google

Τις αποκλίνουσες διαδρομές που ακολουθούν η Ελλάδα και η Γαλλία από το 2019, με επίκεντρο την ανάπτυξη, το δημόσιο χρέος και την ανεργία, περιγράφει ο Άκης Σκέρτσος.

Ο υπουργός Επικρατείας αντιπαραβάλλει τις οικονομικές επιδόσεις των δύο χωρών, υποστηρίζοντας ότι η ελληνική οικονομία ενισχύεται, ενώ η γαλλική δέχεται ολοένα μεγαλύτερη πίεση.

1

«Υπάρχουν αναλογίες μεταξύ Ελλάδας και Γαλλίας;» είναι το ερώτημα που θέτει, με αφορμή τις κοινωνικές και πολιτικές εντάσεις των τελευταίων εβδομάδων στη Γαλλία. Όπως σημειώνει, οι δύο χώρες ακολουθούν «διαφορετική και μάλλον αντίστροφη πορεία», διευκρινίζοντας ότι οι οικονομικές συνθήκες δεν εξηγούν από μόνες τους όσα συμβαίνουν στη γαλλική κοινωνία.

Στη σύγκρισή του χρησιμοποιεί στοιχεία για το ΑΕΠ, το χρέος, το δημοσιονομικό ισοζύγιο και την αγορά εργασίας. Μέσα από αυτά παρουσιάζει την πρόοδο που, κατά τον ίδιο, έχει πετύχει η Ελλάδα, απέναντι στις αυξανόμενες δυσκολίες της Γαλλίας.

 

Ειδικότερα, σύμφωνα με τα απολογιστικά δεδομένα και τις εκτιμήσεις για το 2026 που επικαλείται, η σωρευτική πραγματική αύξηση του ελληνικού ΑΕΠ από το 2019 υπολογίζεται περίπου στο 13%, έναντι 6,2% στη Γαλλία. Πρόκειται, όπως επισημαίνει, για υπερδιπλάσια ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας κατά την επταετία.

Στο δημόσιο χρέος, η εκτίμηση για την Ελλάδα τοποθετεί τον δείκτη στο 136,7% του ΑΕΠ φέτος, από 183,2% το 2019 και περίπου 210% στην κορύφωση της πανδημίας. Στη Γαλλία, αντίθετα, προβλέπεται άνοδος από το 98,2% στο 119,3% του ΑΕΠ.

Διαφορετική εικόνα περιγράφει και στα δημόσια οικονομικά. Για την Ελλάδα προβλέπεται συνολικό πλεόνασμα 0,6% του ΑΕΠ το 2026, ενώ στη Γαλλία το έλλειμμα 5,4% δημιουργεί πίεση για περικοπές δαπανών. Ο υπουργός συνδέει, παράλληλα, το υψηλό ελληνικό πρωτογενές πλεόνασμα με τη δυνατότητα πρόσθετων παροχών απέναντι στις πληθωριστικές πιέσεις της ενεργειακής κρίσης.

Ξεχωριστή θέση στην επιχειρηματολογία του έχει η ανεργία. Με βάση τα στοιχεία που παραθέτει για τον Αύγουστο του 2026, το ποσοστό στην Ελλάδα διαμορφώθηκε στο 7,4%, χαμηλότερα από το 8,2% της Γαλλίας. Στους νέους, τα αντίστοιχα ποσοστά ήταν 15,6% στην Ελλάδα και 20,6% στη Γαλλία.

Ο Άκης Σκέρτσος υπενθυμίζει ότι το 2019 η Ελλάδα βρισκόταν πολύ ψηλότερα από τη Γαλλία τόσο στη γενική ανεργία όσο και στην ανεργία των νέων. Κατά την εκτίμησή του, η αντιστροφή αυτής της εικόνας δείχνει τη μεταβολή που έχει συντελεστεί στην ελληνική οικονομία.

Άκης Σκέρτσος: «Δεν είμαστε ακόμη εκεί που πρέπει. Αλλά ανεβαίνουμε»
Περνώντας από τους οικονομικούς δείκτες στις προοπτικές της νέας γενιάς, ο υπουργός Επικρατείας αναφέρεται στις κυβερνητικές παρεμβάσεις για τη φορολογία, την εργασία, τη φοιτητική στέγη και την πρώτη κατοικία.

Συγκεκριμένα, παραθέτει τον μηδενικό φόρο για τα πρώτα 20.000 ευρώ εισοδήματος από εργασία για νέους έως 25 ετών, καθώς και την ψηφιακή κάρτα εργασίας, την οποία συνδέει με την προστασία του πραγματικού χρόνου απασχόλησης. Αναφέρεται ακόμη στην αύξηση του φοιτητικού στεγαστικού επιδόματος στα 1.500 έως 2.500 ευρώ, στην κατασκευή νέων φοιτητικών εστιών και στα προγράμματα χαμηλότοκων στεγαστικών δανείων. Στις παρεμβάσεις αυτές προσθέτει τους περισσότερους πόρους για την παιδεία, αναγνωρίζοντας ότι χρειάζεται περαιτέρω χρηματοδότηση.

Παράλληλα, επισημαίνει ότι κάθε χώρα έχει διαφορετικές αντοχές και ιδιαιτερότητες. Η Γαλλία, παρά τις πιέσεις από το χρέος και τα ελλείμματα, παραμένει μεγάλη και ισχυρή οικονομία. Η Ελλάδα είναι μια μικρότερη οικονομία που προσπαθεί να ξεπεράσει τις συνέπειες της κρίσης, ενώ αντιμετωπίζει νέες διεθνείς αναταραχές.

Ο ίδιος αναγνωρίζει ότι η οικονομική ανάκαμψη δεν έχει ακόμη περάσει με επάρκεια στην καθημερινότητα όλων των πολιτών. Το υψηλό κόστος στέγασης, οι μισθοί που συχνά δεν επαρκούν και οι δυσκολίες πολλών νέων εξακολουθούν να αποτελούν ανοιχτά ζητήματα.

«Στην Ελλάδα ο ορίζοντας αυτός ανοίγει ξανά. Ακόμη άνισα και πιο αργά απ’ όσο χρειάζονται πολλοί συμπολίτες μας», αναφέρει χαρακτηριστικά.

«Δεν είμαστε ακόμη εκεί που πρέπει. Αλλά ανεβαίνουμε», υπογραμμίζει, καταλήγοντας ότι η πρόοδος της οικονομίας πρέπει να μετατραπεί γρηγορότερα σε πραγματικές ευκαιρίες για κάθε νέο άνθρωπο.