ΥΓΕΙΑ

Ιδιωτική δαπάνη υγείας: «Double score» στην Ελλάδα σε σχέση με την Ευρωζώνη


Βαθιά το χέρι στην τσέπη καλούνται να βάλουν πολίτες και νοικοκυριά στη χώρα μας, προκειμένου να καλύψουν τις υγειονομικές τους ανάγκες, σύμφωνα με στοιχεία που παρουσιάστηκαν στο 18ο Ετήσιο Συνέδριο HealthWorld, το οποίο διοργανώνεται από το Ελληνο-Αμερικανικό Εμπορικό Επιμελητήριο. Η δημόσια δαπάνη για την Υγεία στη χώρα μας ανέρχεται το 5% του ΑΕΠ, την ώρα που ο μέσος όρος στην Ευρωζώνη διαμορφώνεται στο 7%.  Σε απόλυτα ποσά πρόκειται για περίπου  9 δισ. που αντιστοιχούν σε ποσοστό 61% της συνολικής δαπάνης Υγείας (14,5 δισ.), με την ιδιωτική δαπάνη να αντιστοιχεί στο 39% της συνολικής (περίπου 5,5 δισ.).

Η ιδιωτική δαπάνη βρίσκεται σε υψηλά επίπεδα στη χώρα μας, σε σχέση με τις χώρες της Ευρωζώνης, δεδομένου ότι η αντίστοιχη με το 61 – 39% σχέση δημόσιας – ιδιωτικής δαπάνης στην νομισματική ένωση, διαμορφώνεται στο 80 – 20%.

Παρά τη σημαντική ενίσχυση της κάλυψης του ανασφάλιστου πληθυσμού από τα μέσα του 2016 μέχρι και σήμερα, ένα σημαντικό ποσοστό του πληθυσμού που ξεπερνά το 10% (και που είναι αρκετά υψηλότερο για τα πολύ χαμηλά εισοδήματα) αποφεύγει να λάβει υπηρεσίες υγείας εξαιτίας οικονομικών εμποδίων.  Αντίστοιχα ποσοστά στις χώρες της Ευρωζώνης είναι μικρότερα από το 2%.

Επίσης, το ποσοστό οικογενειακής δαπάνης για υπηρεσίες υγείας είναι σημαντικά υψηλότερο από το αντίστοιχο ποσοστό της Ευρωζώνης. Ειδικότερα, το μεγαλύτερο μέρος της δαπάνης αυτής κατευθύνεται, είτε προς υπηρεσίες που δεν αποζημιώνονται από το Δημόσιο (και που το Δημόσιο έχει παρά πολύ μικρή ικανότητα κάλυψης αναγκών), π.χ. οδοντιατρικές υπηρεσίες, είτε λόγω συμμετοχής από Υπηρεσίες που λαμβάνονται από τον Ιδιωτικό Τομέα, λόγω του ότι και πάλι ο Δημόσιος Τομέας δεν μπορεί να καλύψει επαρκώς τις ανάγκες (π.χ. εργαστηριακές εξετάσεις, υπηρεσίες αποκατάστασης).

Ένα άλλο μέρος της ιδιωτικής δαπάνης, προκύπτει από τη συμμετοχή αγοράς φαρμάκων ή την αγορά φαρμάκων χωρίς συνταγή και ένα άλλο μέρος ακόμα, σε επισκέψεις σε Ιδιωτικά Ιατρεία, λόγω της ανεπαρκούς ανάπτυξης ενός δημόσιου δικτύου Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας και ενός «συνεχούς» στη φροντίδα, μέσω ενός ορθολογικού και επιστημονικά τεκμηριωμένου συστήματος παραπομπών.

«Ο στόχος των όποιων παρεμβάσεων δημόσιας πολιτικής για την υγεία θα πρέπει να είναι η άρση των ανισοτήτων.  Η άρση που θα αποτυπώνεται βέβαια με αριθμητικά δεδομένα στη μείωση του ποσοστού της ιδιωτικής δαπάνης,  στη μείωση του ποσοστού της οικογενειακής δαπάνης για την υγεία και βέβαια στη μείωση των αριθμού των ανθρώπων που αποφεύγουν να λάβουν υπηρεσίες λόγω των οικονομικών εμποδίων. Προφανώς η στρατηγική αυτή επιλογή δεν είναι πολιτικά και ιδεολογικά ουδέτερη πιστεύω όμως οτι είναι κυρίαρχη σε όλο το φάσμα των πολιτικών δυνάμεων της χώρας σήμερα», ανέφερε ο κ. Γιώργος Γιαννόπουλος, Γενικός Γραµµατέας, Υπουργείoυ Υγείας, κατά την πρώτη Ενότητα του συνεδρίου με τίτλο: «Η Χρηματοδότηση του Συστήματος Υγείας – Ιδιωτικές Πληρωμές και Συμπληρωματικά Συστήματα Ασφάλισης: Το Στοίχηµα της Βιωσιµότητας του Υγειονοµικού Τοµέα».

Όπως ο ίδιος τόνισε,  η δημόσια δαπάνη για την Υγεία, παρά την αύξησή της τα τελευταία χρόνια,  θα πρέπει να αυξηθεί βαθμιαία και να φτάσει στο 6% του ΑΕΠ μέχρι το τέλος του 2022.

Ο ΕΟΠΥΥ κύριος αγοραστής

Η χρηματοδότηση του Συστήματος Υγείας στη χώρα μας, διαχρονικά, έχει μεικτό χαρακτήρα ως προς την πηγή της.  Ένα μέρος της προέρχεται από το κρατικό προϋπολογισμό και ένα άλλο μέρος της από τις ασφαλιστικές εισφορές.  Από το 2012 και πιο οριστικά από το 2014, οι πηγές χρηματοδότησης από τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης έχουν ενοποιηθεί σε μία, με τον ΕΟΠΥΥ πλέον να είναι ο κύριος αγοραστής υπηρεσιών εξ ονόματος των δικαιούχων του από το Δημόσιο και Ιδιωτικό Φορέα.

«Εκείνο που εμείς που διαπιστώνουμε και από την εμπειρία στον ΕΟΠΠΥ, είναι ότι αν η χρηματοδότηση του συστήματος υγείας στηρίζεται στις ασφαλιστικές εισφορές και στην κρατική επιχορήγηση τότε η διεύρυνση της παραγωγικής βάσης είναι το ζητούμενο αλλά και το κλειδί, για να αυξήσουμε όχι απλά την δραχμική αξία των  ασφαλιστικών εισφορών αλλά κυρίως των όγκο τους. Διευρύνουμε την παραγωγική βάση άρα έχουμε περισσότερες εισφορές, άρα έχουμε καλύτερη χρηματοδότηση του συστήματος γιατί όσο συρρικνώνεται η παραγωγική βάση το μερίδιο που αφορά τις αδφαλιστικές του κλάδου υγείας και περίθαλψης συρρικνώνεται και επηρεάζει και τη λειτουργία όλου του συστήματος», ανέφερε ο κ. Παναγιώτης Γεωργακόπουλος, Iατρός, ∆ιευθυντής ΕΣΥ, Αντιπρόεδρος, ΕΟΠΥΥ.

Πολλαπλές πηγές χρηματοδότησης

Για την αναγκαιότητα διερεύνησης πολλαπλών πηγών χρηματοδότησης του συστήματος Υγείας έκανε λόγο -μεταξύ άλλων- ο κ. Βασίλης Κοντοζαµάνης, Υπεύθυνος Προγραµµατικής Ενότητας «Αλληλεγγύης», Γραµµατεία Προγράµµατος, Νέα ∆ηµοκρατία. «Η υπερβολική στήριξη στους έμμεσους φόρους και στις υψηλές ίδιες δαπάνες των ασθενών, επίσημες και ανεπίσημες, καθιστούν τη συνολική χρηματοδότηση του τομέα υγείας αντίστροφα προοδευτική και ανισότιμη. Πρέπει να επανασχεδιάσουμε  τη δομή του συστήματος υγείας, να επιδιώξουμε την αποδοτικότερη και καταλληλότερη διαχείριση των υφιστάμενων πόρων   και βεβαίως να διερευνήσουμε και να εφαρμόσουμε συστήματα τα οποία βασίζονται στην πολλαπλή χρήση πηγών χρηματοδότησης, καθώς η μονοδιάστατη  χρηματοδότηση του συστήματος υγείας μπορεί να απειλήσει τη βιωσιμότητά του», σχολίασε ο κος  Κοντοζαµάνης.

Η χώρα πρέπει να βαδίσει έξω από τα στερεότυπα, προκειμένου να αντιμετωπίσει τα ζητήματα που την απασχολούν σύμφωνα με τον κ. Παναγιώτη Λιαργκόβα, Καθηγητή Οικονοµικών, Πανεπιστήµιο Πελοποννήσου, τ. επικεφαλής του Γραφείου Προϋπολογισµού του Κράτους στη Βουλή. «Το βασικό μας ζήτημα και η μεγάλη πρόκληση που έχουμε και θα έχουμε από ‘δω και στο εξής είναι ότι πρέπει να ξεφύγουμε από τα καθιερωμένα στερεότυπα με τα οποία εξετάζαμε τον κόσμο μέχρι σήμερα. Δηλαδή, δεν πρέπει και δεν χρειάζεται να έχουμε ιδεολογικές αγκυλώσεις και οριοθετήσεις του παρελθόντος. Αυτό που πρέπει να κάνουμε σε όλα τα μεγάλα ζητήματα που απασχολούν τον τόπο είναι να σκεφτούμε σε όρους αποτελεσματικότητας, ενσωματώνοντας τις νέες αλλαγές που έρχονται», υπογράμμισε ο καθηγητής.