Για να μας βλέπεις πιο συχνά στα αποτελέσματα αναζήτησης Add mononews.gr on Google

Η ολοκλήρωση των έργων του Ταμείου Ανάκαμψης για τον ψηφιακό μετασχηματισμό του Δημοσίου αποτελεί ίσως το μεγαλύτερο ερώτημα που απασχολεί σήμερα την ελληνική αγορά πληροφορικής και τηλεπικοινωνιών.

Μετά από μια πενταετία έντονης δραστηριότητας, κατά την οποία υπογράφηκαν συμβάσεις δισεκατομμυρίων ευρώ και οι μεγαλύτεροι όμιλοι του κλάδου κατέγραψαν ιστορικά υψηλές επιδόσεις, το ενδιαφέρον στρέφεται πλέον στο κατά πόσο η αγορά μπορεί να διατηρήσει την αναπτυξιακή της δυναμική χωρίς τη «στήριξη» του RRF.

1

Παρά τις επιφυλάξεις που εκφράζονται από αρκετά στελέχη της αγοράς, καθώς εκτιμάται ότι φυσιολογικά θα υπάρξει μία ισορροπία, οι προβλέψεις παραμένουν ιδιαίτερα αισιόδοξες. Σύμφωνα με πρόσφατη έκθεση της Mordor Intelligence, η ελληνική αγορά Τεχνολογιών Πληροφορικής και Επικοινωνιών (ICT) αναμένεται να αυξηθεί από περίπου 8,51 δισ. ευρώ το 2026 σε περίπου 15,24 δισ. ευρώ έως το 2031, καταγράφοντας μέσο ετήσιο ρυθμό ανάπτυξης 12,34%. Πρόκειται ουσιαστικά για σχεδόν διπλασιασμό της αγοράς μέσα σε μία πενταετία, γεγονός που δείχνει ότι η ανάπτυξη του κλάδου δεν εξαρτάται πλέον αποκλειστικά από τα έργα του Δημοσίου.

Αναμφίβολα, η περίοδος 2020-2026 αποτέλεσε μια «χρυσή εποχή» για την αγορά πληροφορικής. Υπολογίζεται ότι μόνο τα έργα ΤΠΕ που χρηματοδοτήθηκαν μέσω του Ταμείου Ανάκαμψης δημιούργησαν συμβάσεις συνολικής πραγματικής αξίας άνω των 3,5 δισ. ευρώ, τροφοδοτώντας την ανάπτυξη των μεγαλύτερων ελληνικών ομίλων τεχνολογίας. Από τον Σεπτέμβριο του 2026 όμως, το σκηνικό αλλάζει. Οι περισσότερες συμβάσεις θα έχουν ολοκληρωθεί και τα έργα θα πρέπει να παραδοθούν, με την αγορά να αναζητά ήδη νέες πηγές εσόδων και ανάπτυξης.

Παρότι αρκετοί παράγοντες της αγοράς κάνουν λόγο για επιστροφή σε πιο φυσιολογικούς ρυθμούς ανάπτυξης, η εικόνα δεν είναι απαισιόδοξη. Αντίθετα, διαμορφώνεται ένα νέο παραγωγικό μοντέλο, όπου το βάρος μεταφέρεται σταδιακά από τα μεγάλα δημόσια έργα προς τον ιδιωτικό τομέα, τις διεθνείς συνεργασίες και νέους τομείς υψηλής τεχνολογίας.

Η τεχνητή νοημοσύνη, η κυβερνοασφάλεια και οι υπηρεσίες cloud, αποτελούν μεταξύ άλλων τους βασικούς πυλώνες ανάπτυξης, με τις ελληνικές εταιρείες πληροφορική/τεχνολογίας να επιταχύνουν τις επενδύσεις τους στον ψηφιακό μετασχηματισμό, δημιουργώντας μια σταθερή και διαρκώς αυξανόμενη ζήτηση για υπηρεσίες πληροφορικής

Η άμυνα γίνεται ο νέος πυλώνας ανάπτυξης

Ένας από τους σημαντικότερους μοχλούς ανάπτυξης της επόμενης πενταετίας αναμένεται να είναι η αμυντική τεχνολογία. Η Ευρώπη αυξάνει σημαντικά τις αμυντικές της δαπάνες, και οι νέες επενδύσεις σε κρίσιμες υποδομές δημιουργούν μια νέα αγορά πολλών δισεκατομμυρίων ευρώ για λύσεις υψηλής τεχνολογίας.

Σε αντίθεση με το παρελθόν, όπου η άμυνα συνδεόταν κυρίως με την προμήθεια στρατιωτικού εξοπλισμού, σήμερα ένα ολοένα μεγαλύτερο μέρος των επενδύσεων αφορά λογισμικό, ασφαλείς επικοινωνίες, κυβερνοασφάλεια, τεχνητή νοημοσύνη, δίκτυα διοίκησης και ελέγχου (C4I), cloud υποδομές, big data, αυτόνομα συστήματα και ψηφιακές πλατφόρμες διαχείρισης επιχειρήσεων.

Οι ελληνικές εταιρείες τεχνολογίας αλλά και τηλεπικοινωνιακοί πάροχοι, όπως ο ΟΤΕ, η Nova ICT, η Theon, αλλά και εισηγμένες όπως η Space Hellas, βρίσκονται ήδη μέσα σε αυτή τη νέα αγορά.

Πολλές συμμετέχουν σε έργα για την Ευρωπαϊκή Ένωση, το ΝΑΤΟ και μεγάλους διεθνείς οργανισμούς, ενώ άλλες αναπτύσσουν συνεργασίες με κορυφαίους αμυντικούς ομίλους του εξωτερικού. Παράλληλα, οι αυξημένες αμυντικές δαπάνες της Ελλάδας δημιουργούν νέες ευκαιρίες για έργα ψηφιακών επικοινωνιών, κυβερνοάμυνας, πληροφοριακών συστημάτων και διαχείρισης κρίσιμων υποδομών.

Την ίδια στιγμή, η τεχνητή νοημοσύνη αποκτά ολοένα και μεγαλύτερο ρόλο τόσο στην οικονομία όσο και στην άμυνα. Από την αυτοματοποίηση επιχειρησιακών διαδικασιών και την ανάλυση μεγάλου όγκου δεδομένων μέχρι την κυβερνοάμυνα, τα αυτόνομα συστήματα και τη λήψη αποφάσεων σε πραγματικό χρόνο, η AI δημιουργεί μια νέα γενιά υπηρεσιών υψηλής προστιθέμενης αξίας, ενισχύοντας ακόμη περισσότερο τη ζήτηση για εξειδικευμένες λύσεις πληροφορικής.

Όχι σε νέα «Ολυμπιακά Ακίνητα»

Εξίσου σημαντική αναμένεται να είναι και η αγορά συντήρησης και αναβάθμισης των έργων που υλοποιήθηκαν τα προηγούμενα χρόνια. Οι πλατφόρμες του Δημοσίου που δημιουργήθηκαν μέσω του ψηφιακού μετασχηματισμού απαιτούν συνεχή τεχνική υποστήριξη, αναβαθμίσεις και νέες λειτουργίες, δημιουργώντας μια νέα, επαναλαμβανόμενη πηγή εσόδων για τις εταιρείες του κλάδου.

Στελέχη της αγοράς επισημαίνουν, μάλιστα, ότι τα ψηφιακά έργα δεν πρέπει να αφεθούν να απαξιωθούν, προειδοποιώντας ότι δεν θα πρέπει να εξελιχθούν στα «νέα Ολυμπιακά Ακίνητα» της ψηφιακής εποχής.

Παράλληλα, οι μεγάλες επιχειρήσεις εξακολουθούν να αποτελούν τον βασικό «αιμοδότη» της αγοράς ΤΠΕ, αντιπροσωπεύοντας περίπου το 69% των συνολικών δαπανών. Η αυξημένη υιοθέτηση λύσεων ERP, analytics, cloud και κυβερνοασφάλειας δημιουργεί σταθερή ζήτηση για έργα υψηλής προστιθέμενης αξίας, ενώ σημαντικά περιθώρια ανάπτυξης εξακολουθούν να υπάρχουν στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις.

Καθοριστικό ρόλο αναμένεται να διαδραματίσει και η εξωστρέφεια των ελληνικών ομίλων πληροφορικής. Η συμμετοχή τους σε διεθνή έργα για ευρωπαϊκούς οργανισμούς, το ΝΑΤΟ, θεσμούς της Ευρωπαϊκής Ένωσης και μεγάλους πολυεθνικούς πελάτες δημιουργεί νέες ροές εσόδων, μειώνοντας σταδιακά την εξάρτησή τους από την εγχώρια αγορά.

Διαβάστε επίσης:

ADNOC: Στο «payroll» ακόμη ένας τραπεζίτης της Morgan Stanley – Τι σχεδιάζει η ισχυρή ενεργειακή δύναμη

Coinkite: Στα 130 εκατ. δολάρια οι εκτιμώμενες απώλειες από την κυβερνοεπίθεση στην αγορά Bitcoin