Για να μας βλέπεις πιο συχνά στα αποτελέσματα αναζήτησης Add mononews.gr on Google
Η ελληνική αγορά εργασίας συνέχισε να βελτιώνεται το 2025, με την ανεργία να υποχωρεί σε μονοψήφιο ποσοστό για πρώτη φορά μετά το 2009 και την απασχόληση να καταγράφει νέα αύξηση. Την ίδια στιγμή, η ελληνική οικονομία διατήρησε τον αναπτυξιακό της ρυθμό, ξεπερνώντας τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σύμφωνα με τη νέα μελέτη της ICAP CRIF «Leading Employers in Greece 2026». Ωστόσο, η μακροχρόνια ανεργία εξακολουθεί να αποτελεί σημαντική πρόκληση για την αγορά εργασίας.

Αναλυτικά τα αποτελέσματα της μελέτης δημοσιεύτηκαν στην επιχειρηματική της έκδοση, “Leading Employers in Greece“ (2026).

ΔΗΛΩΣΗ Νικήτα Κωνσταντέλλου, Προέδρου & Διευθύνοντος Συμβούλου του Ομίλου ICAP CRIF

1

Θετικές ήταν οι εξελίξεις στην αγορά εργασίας στην Ελλάδα, καθώς το 2025 επιτεύχθηκε μείωση της ανεργίας και παράλληλα αύξηση της απασχόλησης, συνεχίζοντας την τάση των τελευταίων ετών. Συγκεκριμένα, ο ετήσιος δείκτης ανεργίας το 2025 κατέγραψε ιστορική επίδοση, καθώς για δωδέκατη διαδοχική χρονιά μειώθηκε, διαμορφούμενος σε 8,9% από 10,1% το 2024. Είναι αξιοσημείωτο, πως το ποσοστό της ανεργίας κυμάνθηκε σε μονοψήφια επίπεδα για πρώτη φορά μετά το 2009, που ήταν 9,6%.

 

Από την άλλη πλευρά, το πρόβλημα της μακροχρόνιας ανεργίας εμμένει, καθώς το Δ’ τρίμηνο του 2025 το ποσοστό των μακροχρόνια ανέργων στο σύνολο των ανέργων διαμορφώθηκε στο 58,0% έναντι 53,5% την ίδια περίοδο του 2024.

 

Είναι γεγονός ότι τα μικρότερα ποσοστά ανεργίας με βάση το επίπεδο εκπαίδευσης εντοπίζονται στις κατηγορίες κατόχων διδακτορικού ή μεταπτυχιακού τίτλου σπουδών (4,7%) και στους πτυχιούχους τριτοβάθμιας εκπαίδευσης (7,7%) το Δ’ τρίμηνο του 2025. Επομένως, γίνεται αντιληπτό πως η υψηλού επιπέδου κατάρτιση εξασφαλίζει, σε μεγαλύτερο βαθμό, την ταχύτερη ένταξη στην αγορά εργασίας.

 

Σε ανοδική τροχιά κινήθηκε η ελληνική οικονομία και σε επίπεδο ΑΕΠ (σε όρους όγκου), καθώς το 2025 πέτυχε αύξηση 2,1%, ποσοστό αντίστοιχο του 2024. Για ακόμα μία χρονιά ο ρυθμός ανάπτυξης του ελληνικού ΑΕΠ ήταν υψηλότερος από τον αντίστοιχο μέσο όρο αύξησης των χωρών της Ε.Ε.

 

Όσον αφορά την πρόβλεψη για το ΑΕΠ το 2026, σύμφωνα με εκτιμήσεις θεσμικών φορέων, αναμένεται και το τρέχον έτος να «κλείσει» με θετικό πρόσημο. Η τόνωση της εγχώριας κατανάλωσης καθώς και οι πόροι του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (RRF) θεωρούνται καταλυτικοί παράγοντες για τη διατήρηση της αναπτυξιακής πορείας της οικονομίας. Παρά τις αναπόφευκτες επιπτώσεις του διεθνούς γεωπολιτικού περιβάλλοντος, η χώρα μας επιδεικνύει αξιοσημείωτη προσαρμοστικότητα και εκτιμώ ότι η ελληνική οικονομία θα διατηρήσει τη θετική της τροχιά, μειώνοντας σταθερά τα ποσοστά ανεργίας.”

 Ανεργία

Το 2025 αποτέλεσε ένα ακόμη έτος σταθερής ανάπτυξης για την ελληνική οικονομία, σε ένα διεθνές περιβάλλον αυξημένης αβεβαιότητας λόγω γεωπολιτικών εντάσεων. Έτσι, το ΑΕΠ της χώρας αυξήθηκε (σε όρους όγκου) κατά 2,1%[1] έναντι του προηγούμενου έτους, σύμφωνα με την πρώτη εκτίμηση της ΕΛ.ΣΤΑΤ. Αντίστοιχος ήταν ο ρυθμός ανάπτυξης του ελληνικού ΑΕΠ και το 2024, καθώς διαμορφώθηκε επίσης στο 2,1%[2], βάσει της πιο πρόσφατης εκτίμησης της ΕΛ.ΣΤΑΤ. Η ανάπτυξη του 2025 πυροδοτήθηκε σε μεγάλο βαθμό από τον ακαθάριστο σχηματισμό παγίου κεφαλαίου, ο οποίος ενισχύθηκε κατά 8,9%. Η ιδιωτική κατανάλωση αυξήθηκε κατά 2,0%, απόρροια της βελτίωσης της απασχόλησης και των ονομαστικών εισοδημάτων.

Αδιαμφισβήτητα, για ακόμα μία χρονιά οι πόροι από το Ταμείο Ανάκαμψης συνετέλεσαν αποφασιστικά για τη μεγέθυνση του ΑΕΠ, ευνοώντας την ολοκλήρωση πολλαπλών έργων.

Αξίζει να σημειωθεί πως ο ρυθμός ανάπτυξης του ελληνικού ΑΕΠ το 2025 ήταν υψηλότερος από τον αντίστοιχο μέσο όρο αύξησης των χωρών της Ε.Ε, όπως συνέβη τα τελευταία χρόνια.

Σε δημοσιονομικό επίπεδο, η Ελλάδα έχει υπεισέλθει σε μία φάση σταθερής και ήπιας ανάπτυξης, με δημοσιονομική πειθαρχία, επιτυγχάνοντας από έτος σε έτος μείωση και στο δημόσιο χρέος ως ποσοστό στο ΑΕΠ. Σύμφωνα με την τελευταία Έκθεση του Υπουργείου Οικονομικών «Δημόσιο Χρέος & Δανεισμός» το δημόσιο χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ διαμορφώθηκε στο 154%το 2024.

Τα επιτόκια των νέων δανείων κατέγραψαν μείωση για δεύτερη συνεχόμενη χρονιά, διαμορφούμενα στο 4,24%[3] το Δεκέμβριο του 2025, έναντι 5,21% το Δεκέμβριο του 2024 και 6,06% τον αντίστοιχο μήνα του 2023. Σημειώνεται πως τα επιτόκια δανεισμού τον Δεκέμβριο του 2021 βρίσκονταν μόλις στο 3,76%.

Εξετάζοντας διαχρονικά την αγορά εργασίας στην Ελλάδα, διαπιστώνεται ότι η παρατεταμένη οικονομική κρίση που έπληξε τη χώρα την προηγούμενη δεκαετία, επιφέροντας αναπόφευκτα κλυδωνισμούς και στην αγορά εργασίας, ανήκει στο παρελθόν.

Το ποσοστό ανεργίας παρουσιάζει αδιάκοπη πτώση την περίοδο 2014-2025. Χαρακτηριστικό είναι ότι η διαρκής καθοδική πορεία διατηρήθηκε και την περίοδο 2021-2022, παρότι η οικονομική δραστηριότητα της χώρας ήρθε αντιμέτωπη με σημαντικούς κλυδωνισμούς (ενεργειακή κρίση, αύξηση πληθωρισμού). Αξίζει να σημειωθεί ότι, το 2025 παρατηρήθηκε μικρή άνοδος στο εργατικό δυναμικό (+5,9 χιλ.), ενώ ήπια μεταβολή σημειώθηκε και στον μη οικονομικά ενεργό πληθυσμό (-21,6 χιλ.) σε σχέση με το 2024. Επομένως, συμπεραίνεται ότι μέρος του πληθυσμού που βρισκόταν εκτός της αγοράς εργασίας, εισήλθε σε αυτή το 2025. Αντίστοιχα, οι απασχολούμενοι σε απόλυτο μέγεθος αυξήθηκαν κατά 63,7 χιλ. Επομένως, η μείωση της ανεργίας προήλθε, σε μεγάλο βαθμό, από την αύξηση της απασχόλησης, δεδομένου ότι ο πληθυσμός εργάσιμης ηλικίας στην Ελληνική Επικράτεια σταθερός.παρέμεινε σχετικά

Ανεργία

  • Εξελίξεις το 2025

 

Ο αριθμός των ανέργων κατέγραψε μείωση για ακόμα ένα έτος, συνεχίζοντας την τάση των προηγουμένων ετών. Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛ.ΣΤΑΤ., το Δ’ Τρίμηνο του 2025 ο αριθμός των ανέργων περιορίστηκε σε 394,9 χιλ. άτομα, μειωμένος σημαντικά κατά 12,1% σε ετήσια βάση (ή μείωση κατά 54,2 χιλ. άτομα).

Αντίστοιχα, το ποσοστό ανεργίας διαμορφώθηκε σε 8,3% στο Δ’ τρίμηνο του 2025, από 9,5% το 2024, 10,5% το 2023 και 11,9% στα τέλη του 2022 (διάγραμμα 1). Ωστόσο, το ποσοστό ανεργίας των γυναικών είναι διαχρονικά αρκετά υψηλότερο σε σύγκριση με αυτό των ανδρών. Ειδικότερα, το Δ’ τρίμηνο του 2025 η ανεργία στις γυναίκες διαμορφώθηκε σε 10,8%, ενώ στους άνδρες το αντίστοιχο ποσοστό ήταν 6,3% (διάγραμμα 4). Η “ψαλίδα” στα ποσοστά ανεργίας μεταξύ ανδρών και γυναικών συνεχίζει να εξομαλύνεται τα τελευταία χρόνια. Ενδεικτικά το Δ’ τρίμηνο του 2021, η ανεργία στις γυναίκες ήταν υψηλότερη σε σχέση με αυτή των ανδρών κατά 7,7 ποσοστιαίες μονάδες, ενώ η αντίστοιχη διαφορά το Δ’ τρίμηνο του 2025 περιορίστηκε στις 4,5 ποσοστιαίες μονάδες.

Το μέσο ετήσιο ποσοστό ανεργίας μειώθηκε σε 8,9% το 2025 (από 10,1% το 2024 και 11,1% το 2023) (διάγραμμα 2). Αξίζει να σημειωθεί πως το ποσοστό ανεργίας διαμορφώθηκε σε μονοψήφιο νούμερο για πρώτη φορά μετά το 2009.

Χαρακτηριστικά της ανεργίας κατά το Δ΄ Τρίμηνο του 2025

Μελετώντας τη σύνθεση των συνολικά καταγεγραμμένων ανέργων με βάση την ηλικιακή κλίμακα προκύπτουν ενδιαφέροντα συμπεράσματα:

  • Παρά την αξιόλογη μείωση που έχει σημειώσει το ποσοστό ανεργίας στους νέους (ηλικίες 15-24 ετών), οι συγκεκριμένες ηλιακές ομάδες εξακολουθούν να καταγράφουν τα υψηλότερα επίπεδα ανεργίας. Συγκεκριμένα, το 17,7% των ατόμων αυτής της ομάδας δεν βρίσκουν θέση στην αγορά εργασίας, όπως διαπιστώνεται από τα στοιχεία του Δ’ τριμήνου του 2025, ποσοστό σημαντικά χαμηλότερο από το τρίμηνο του 2024 που υπολογίστηκε σε 23,0%. Επιπλέον, σημειώνεται ότι το αντίστοιχο ποσοστό το Δ΄ τρίμηνο του 2014 ήταν 51,5%.
  • Από τους 394,9 χιλ. άνεργους (Δ΄ τρίμηνο του 2025), ποσοστό 35,9% είναι άτομα ηλικίας 45-64 ετών, ενώ το ποσοστό ανέργων ηλικίας 30-44 ετών διαμορφώθηκε σε 33,6%, γεγονός που υποδηλώνει τη δυσκολία απορρόφησής τους από την αγορά εργασίας.
  • Με βάση το ποσοστό συμμετοχής των ανέργων κάθε ηλικιακής ομάδας στο σύνολο του εργατικού δυναμικού της συγκεκριμένης ομάδας, είναι ξεκάθαρο ότι οι ομάδες που κατ’ εξοχήν πλήττονται από την ανεργία είναι οι νέοι και ειδικότερα τα άτομα ηλικίας 15-19 και 20-24 ετών, όπου το ποσοστό ανεργίας τους παραμένει το υψηλότερο, καθώς φτάνει το 19,9% και 17,3% αντίστοιχα στο Δ’ τρίμηνο του 2025. Ωστόσο, άξιο αναφοράς είναι το γεγονός πως το ποσοστό ανεργίας των ατόμων ηλικίας 15-19 ετών έχει μειωθεί εντυπωσιακά την τελευταία διετία, καθώς ανέρχονταν σε 44,2% το Δ’ τρίμηνο του 2023.
  • Επιπρόσθετα, το ποσοστό ανεργίας στο σύνολο του εργατικού δυναμικού μειώθηκε για όλες τις ηλικιακές ομάδες, ακόμα και για την ηλικιακή ομάδα των άνω των 65.
  • Το μερίδιο των μακροχρόνια ανέργων (εκτός εργασίας για περισσότερους από 12 μήνες) παρουσίασε μεν σταθερά μείωση την περίοδο 2015-2023, αλλά η τάση αυτή έχει αντιστραφεί την τελευταία διετία. Σύμφωνα με τα στοιχεία του Δ’ τρίμηνου του 2025, το ποσοστό των μακροχρόνια ανέργων στο σύνολο των ανέργων διαμορφώθηκε στο 58,0% έναντι 53,5% την ίδια περίοδο του 2024. Σε απόλυτο μέγεθος οι μακροχρόνια άνεργοι το Δ’ τρίμηνο του 2025 ανήλθαν σε 229,1 χιλ.
  • Εν γένει, η μακροχρόνια ανεργία αποτελεί ένα από τα βαθύτερα και πιο δυσεπίλυτα προβλήματα της αγοράς εργασίας. Η παγίωση της μακροχρόνιας ανεργίας στα πολύ υψηλά αυτά επίπεδα αποτελεί σοβαρό κοινωνικό πρόβλημα, δεδομένου ότι η μερίδα αυτή των ανέργων (229,1 χιλ. άτομα το Δ’ τρίμηνο του 2025) δεν δικαιούται επιδόματος, ενώ όσο επεκτείνεται η περίοδος ανεργίας τους μειώνονται σημαντικά οι πιθανότητες επανένταξής τους στην αγορά εργασίας.

Από την άλλη πλευρά, το 18,6% ήταν νέοι άνεργοι, δηλαδή εισέρχονται για πρώτη φορά στην αγορά εργασίας αναζητώντας απασχόληση (διάγραμμα 5). Το ποσοστό κυμαίνεται σε σχετικά υψηλά επίπεδα αλλά έχει φθίνουσα τάση, λαμβάνοντας μέγιστη τιμή δεκαετίας το 2022 όταν και διαμορφώθηκε σε 25,3%.

Όσον αφορά τη σύνθεση των ανέργων βάσει μορφωτικού επιπέδου (Δ’ τρίμηνο 2025), η πλειονότητα των εγγεγραμμένων ανέργων (155,0 χιλ. άτομα ή το 39,3%) έχουν απολυτήριο Μέσης Εκπαίδευσης και έπονται οι πτυχιούχοι Α.Τ.Ε.Ι. (Ανώτερη Τεχνική – Επαγγελματική Εκπαίδευση – 75,0 χιλ. άτομα ή το 19,0%), με μικρή απόκλιση από τους πτυχιούχους Ανωτάτων Σχολών Εκπαίδευσης (73,2 χιλ. άτομα ή 18,5%).

Επιπρόσθετα, μελετώντας την κατανομή της ανεργίας με βάση το επίπεδο εκπαίδευσης το Δ’ τρίμηνο του 2025 παρατηρείται ότι, τα χαμηλότερα ποσοστά ανεργίας (επί του εργατικού δυναμικού της ομάδας) καταγράφονται στην κατηγορία κατόχων διδακτορικού ή μεταπτυχιακού τίτλου σπουδών (4,7%) και στους πτυχιούχους τριτοβάθμιας εκπαίδευσης (7,7%) (διάγραμμα 7). Αντίθετα, τα υψηλότερα (συγκριτικά) ποσοστά αντιστοιχούν στα άτομα χαμηλού μορφωτικού επιπέδου (π.χ. μερικές τάξεις δημοτικού, ή χωρίς να πήγαν καθόλου σχολείο).

Αναφορικά με την κατανομή της ανεργίας σε επίπεδο περιφέρειας κατά το Δ’ τρίμηνο του 2025, το υψηλότερο ποσοστό ανεργίας (15,1%) παρατηρείται στην περιφέρεια της Δυτικής Μακεδονίας, ενώ ακολουθούν η Κεντρική Μακεδονία (11,8%) και η Ήπειρος (10,7%).

Η χαμηλότερη (ποσοστιαία) εγγεγραμμένη ανεργία για το Δ’ τρίμηνο του 2025 παρατηρείται στην περιφέρεια Ιονίων Νήσων και Νοτίου Αιγαίου με ποσοστά 4,5% και 5,2% αντίστοιχα. Αντεστραμμένη ήταν η εικόνα το Δ’ τρίμηνο του 2024, όταν οι προαναφερθείσες περιφέρειες είχαν τα υψηλότερα καταγεγραμμένα ποσοστά ανεργίας.

Ωστόσο, σε απόλυτα μεγέθη ο μεγαλύτερος αριθμός ανέργων βρίσκεται στην Αττική (121,4 χιλ. άτομα ή το 30,7%) και στην Κεντρική Μακεδονία (96,7 χιλ. άτομα ή το 24,5%), γεγονός αναμενόμενο δεδομένου ότι είναι οι μεγαλύτερες πληθυσμιακά περιοχές.

Διαβάστε επίσης:

Με ισχυρή άνοδο ξεκίνησαν τη συνεδρίαση οι ευρωαγορές – Κατέρριψε το ιστορικό του υψηλό ο Stoxx 600

Κάλας για συμφωνία ΗΠΑ–Ιράν: Ο πιθανός ρόλος της Ευρώπης και οι κυρώσεις κατά του Ιράν

Προϋπολογισμός: Στα 5,5 δισ. ευρώ τα φοροέσοδα τον Μάιο, αυξημένα κατά 7,4%