O όμιλος LVMH εξετάζει την πώληση μιας σειράς εμπορικών σημάτων και περιουσιακών στοιχείων του χαρτοφυλακίου του, σε μία από τις σημαντικότερες στρατηγικές αναδιαρθρώσεις στην ιστορία του ομίλου του Bernard Arnault.

Σύμφωνα με πληροφορίες των Financial Times, ο γαλλικός κολοσσός της πολυτέλειας επανεξετάζει assets στους τομείς της μόδας, της ομορφιάς και των αλκοολούχων ποτών, καθώς η επιβράδυνση της παγκόσμιας ζήτησης πιέζει τις επιδόσεις του κλάδου.

1

Στο επίκεντρο των πιθανών αποεπενδύσεων βρίσκεται η Marc Jacobs, για την οποία η LVMH είχε προχωρήσει σε συζητήσεις με την Authentic Brands Group για συμφωνία που εκτιμάται στο 1 δισ. δολάρια. Οι διαπραγματεύσεις δεν ολοκληρώθηκαν, ωστόσο η πρόθεση του ομίλου να αποχωρήσει από assets χαμηλής απόδοσης παραμένει ενεργή.

Παράλληλα, ο όμιλος εξετάζει την πώληση του 50% που κατέχει στη Fenty Beauty, τη μάρκα καλλυντικών της Rihanna, η οποία αποτιμάται από τη JPMorgan μεταξύ 1,5 και 2,5 δισ. ευρώ. Η LVMH είχε επιχειρήσει το 2019 να επεκτείνει τη συνεργασία της με τη Rihanna και στη μόδα μέσω μιας premium ready-to-wear brand, ωστόσο το project εγκαταλείφθηκε δύο χρόνια αργότερα.

Στον τομέα της ομορφιάς, υπό εξέταση βρίσκονται επίσης οι πωλήσεις των brands Make Up For Ever και Fresh, με τους τραπεζικούς συμβούλους να διερευνούν ήδη το ενδιαφέρον από πιθανούς αγοραστές. Η κίνηση ερμηνεύεται ως μια προσπάθεια επαναπροσανατολισμού της LVMH σε ισχυρότερα brand προϊόντων ομορφιάς πολυτελείας όπως τα Dior Beauty και Guerlain.

Πίεση δέχεται και ο τομέας οινοπνευματωδών της LVMH, ο οποίος έχει επηρεαστεί από τη μείωση της κατανάλωσης στις ΗΠΑ και την Κίνα. Ο όμιλος φέρεται να εξετάζει την πώληση του ρούμι Eminente και του καλιφορνέζικου οινοποιείου Joseph Phelps Vineyards.

Οι αποεπενδύσεις υπό εξέταση έρχονται μετά από σειρά κινήσεων διαχείρισης του χαρτοφυλακίου. Τους τελευταίους 18 μήνες η LVMH πούλησε το 49% που κατείχε στη Stella McCartney, αποχώρησε από την Off-White που ίδρυσε ο Virgil Abloh και προχώρησε στην εκποίηση των δραστηριοτήτων της DFS στην ευρύτερη Κίνα.

Παράλληλα, εξετάζεται η πώληση ολόκληρου του ταξιδιωτικού ομίλου DFS Group, καθώς και assets εκτός του πυρήνα δραστηριοτήτων του ομίλου LVMH, όπως η γαλλική εφημερίδα Le Parisien.

Αναφορικά με την Parisien, οι μικρότεροι γιοι του Arnault, ο Frédéric και ο Alexandre, έχουν πιέσει τον πατέρα τους να την πουλήσει, σύμφωνα με πηγές που γνωρίζουν την κατάσταση. Ένας από τους επικρατέστερους υποψήφιους που έχει δείξει ενδιαφέρον για την αγορά είναι ο δισεκατομμυριούχος Vincent Bolloré, σύμφωνα με τις ίδιες πηγές.

Ωστόσο, τα μεγαλύτερα αδέλφια τους, Antoine και Delphine, έχουν προειδοποιήσει ότι η πώληση σε έναν μεγάλο επιχειρηματία, ο οποίος θεωρείται ακροδεξιός, θα μπορούσε να δημιουργήσει πολιτικά προβλήματα εν όψει των κρίσιμων προεδρικών εκλογών στη Γαλλία.

Η στρατηγική αυτή σηματοδοτεί σαφή μετατόπιση για τον Bernard Arnault, ο οποίος επί δεκαετίες έχτισε την αυτοκρατορία της LVMH μέσω εξαγορών. Από το 2000 ο όμιλος έχει πραγματοποιήσει 206 εξαγορές, μεταξύ των οποίων η εξαγορά της Tiffany & Co. έναντι 16,2 δισ. δολαρίων το 2020 και της Bvlgari το 2011 έναντι 3,7 δισ. ευρώ.

Παρά τις πωλήσεις, η αλλαγή της στρατηγικής πλεύσης δεν σηματοδοτεί αμυντική θέση αλλά επανεστίαση. Οι ταμειακές ροές του ομίλου αυξήθηκαν κατά 8% το 2025, φτάνοντας τα 11,33 δισ. ευρώ, διατηρώντας σημαντική χρηματοοικονομική ευελιξία για νέες στρατηγικές κινήσεις.

Ο Arnault εξακολουθεί να εξετάζει ευκαιρίες εξαγορών, ιδιαίτερα στον χώρο της ωρολογοποιίας και των brand ιταλικής πολυτέλειας. Σύμφωνα με πληροφορίες, η LVMH συγκαταλέγεται στους προτιμώμενους επενδυτές για πιθανή συμμετοχή στην εξαγορά ποσοστού στην Giorgio Armani, μετά τις σχετικές προβλέψεις στη διαθήκη του ιδρυτή αλλά και πρόσφατα δημοσιεύματα.

Η αναδιάρθρωση συνοδεύεται και από αλλαγές στη διοικητική πυραμίδα. Η LVMH προχώρησε πρόσφατα στον διορισμό του Stéphane Bianchi ως αναπληρωτή CEO και της Cécile Cabanis ως CFO, ενώ τα παιδιά του Bernard Arnault αναλαμβάνουν ολοένα σημαντικότερους στρατηγικούς ρόλους εντός του ομίλου.

Αναλυτές εκτιμούν ότι η εταιρεία επιχειρεί να ενισχύσει τα περιθώρια κέρδους της και να επικεντρωθεί στους βασικούς κινητήρες ανάπτυξης, κυρίως τις Louis Vuitton, Dior και Tiffany, σε μια περίοδο όπου η «χειμερινή περίοδος» της παγκόσμιας αγοράς πολυτελείας διαρκεί περισσότερο από ό,τι αναμενόταν.

Διαβάστε επίσης:

Μπερνάρ Αρνό (LVMH): «Παγκόσμια καταστροφή» αν δεν λυθεί άμεσα η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή

Κλάδος πολυτέλειας: Στο μικροσκόπιο αποτελέσματα και στρατηγικές για LVMH, Kering και Hermès σε μια κρίσιμη καμπή

LVMH: Απογοητευτικές πωλήσεις στο α’ τρίμηνο, η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή πλήττει τη ζήτηση για Dior