Για να μας βλέπεις πιο συχνά στα αποτελέσματα αναζήτησης: Add mononews.gr on Google

Στην αναβάθμιση των ηλεκτρικών δικτύων της Ευρώπης στρέφει το ενδιαφέρον της η JPMorgan Chase, βλέποντας σημαντικές ευκαιρίες χρηματοδότησης και επενδυτικών συμφωνιών σε έναν τομέα που αναμένεται να απαιτήσει κεφάλαια άνω του 1,2 τρισ. ευρώ έως το 2040. Η μεγαλύτερη τράπεζα της Wall Street επιδιώκει να ενισχύσει την παρουσία της στις ενεργειακές υποδομές, επεκτείνοντας στην ευρωπαϊκή αγορά τη στρατηγική που ήδη αναπτύσσει στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Η JPMorgan Chase & Co. σχεδιάζει να αξιοποιήσει το φιλόδοξο πρόγραμμα εκσυγχρονισμού των ευρωπαϊκών ηλεκτρικών δικτύων, εκτιμώντας ότι η ανάγκη για νέες επενδύσεις δημιουργεί μία από τις σημαντικότερες χρηματοδοτικές ευκαιρίες στον τομέα των υποδομών.

1

Όπως δήλωσε ο Daniel Rudnicki Schlumberger, επικεφαλής της πρωτοβουλίας της JPMorgan για την ασφάλεια και την ανθεκτικότητα στην περιοχή Ευρώπης, Μέσης Ανατολής και Αφρικής (EMEA), η αναβάθμιση των ηλεκτρικών δικτύων αποτελεί «μία από τις μεγαλύτερες χρηματοδοτικές ευκαιρίες» για τις ευρωπαϊκές υποδομές.

Σύμφωνα με τον ίδιο, τα θεσμικά κεφάλαια θα μπορούσαν να κινητοποιηθούν με ταχείς ρυθμούς, εφόσον η Ευρώπη διαμορφώσει ένα κατάλληλο ρυθμιστικό πλαίσιο που θα εξασφαλίζει προβλέψιμα έσοδα για τους διαχειριστές των δικτύων.

Πάνω από 1,2 τρισ. ευρώ οι επενδυτικές ανάγκες έως το 2040

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εκτιμά ότι το κόστος ανάπτυξης και αναβάθμισης των δικτύων ηλεκτρικής ενέργειας στην Ευρώπη θα ξεπεράσει τα 1,2 τρισ. ευρώ, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 1,3 τρισ. δολάρια, έως το 2040.

Για την JPMorgan, η χρηματοδότηση των συγκεκριμένων έργων εντάσσεται στη συνολικότερη στρατηγική της για την ενίσχυση κρίσιμων υποδομών, στο πλαίσιο πρωτοβουλίας ύψους 1,5 τρισ. δολαρίων για την ασφάλεια και την ανθεκτικότητα, την οποία ανακοίνωσε πέρυσι ο διευθύνων σύμβουλος της τράπεζας, Τζέιμι Ντάιμον.

Η αμερικανική τράπεζα επιδιώκει να αποκτήσει κεντρικό ρόλο στις προσπάθειες των δυτικών οικονομιών να ενισχύσουν την ανθεκτικότητα των βασικών υποδομών τους, σε ένα περιβάλλον που χαρακτηρίζεται από γεωπολιτικές συγκρούσεις, ενεργειακές κρίσεις και ταχύτατες τεχνολογικές αλλαγές.

«Αντιμετωπίζουμε τη χρηματοδότηση των ηλεκτρικών δικτύων ως επένδυση σε κρίσιμες υποδομές, αντίστοιχης σημασίας με τα αμυντικά έργα και τις επενδύσεις σε κρίσιμες πρώτες ύλες που στηρίζουμε, με στόχο την ενίσχυση της ικανότητας της Ευρώπης να αντέχει σε διαταραχές», ανέφερε ο Rudnicki Schlumberger.

Όπως υπογράμμισε, ένα από τα βασικά διδάγματα του πολέμου στην Ουκρανία είναι ότι η ανθεκτικότητα των ηλεκτρικών δικτύων δεν αποτελεί μόνο ζήτημα υποδομών και επενδύσεων, αλλά και θέμα ασφάλειας.

Τα γερασμένα δίκτυα φρενάρουν την ενεργειακή μετάβαση

Τόσο στην Ευρώπη όσο και στις Ηνωμένες Πολιτείες, τα πεπαλαιωμένα ηλεκτρικά δίκτυα δυσκολεύονται να ανταποκριθούν στις αυξανόμενες ανάγκες ηλεκτροδότησης.

Η ανάπτυξη των κέντρων δεδομένων (data centers), η εξάπλωση των ηλεκτρικών οχημάτων και η μεγαλύτερη χρήση συστημάτων κλιματισμού αυξάνουν τη ζήτηση για ηλεκτρική ενέργεια, καθιστώντας επιτακτική την ανάγκη εκσυγχρονισμού των υποδομών.

Στην Ευρώπη, όπου η απανθρακοποίηση παραμένει βασική προτεραιότητα, η αναβάθμιση των δικτύων θεωρείται απαραίτητη για τον περιορισμό της εξάρτησης από τα ορυκτά καύσιμα και την καλύτερη αξιοποίηση της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση προχωρά στην οριστικοποίηση μεταρρυθμίσεων που θα διευκολύνουν την ανάπτυξη των ηλεκτρικών υποδομών, επιδιώκοντας την άρση των εμποδίων που καθυστερούν τις επενδύσεις.

Στο πλαίσιο αυτό, το ευρωπαϊκό πακέτο μέτρων για τα δίκτυα ηλεκτρικής ενέργειας, γνωστό ως «Grids Package», στοχεύει στην επιτάχυνση των αδειοδοτήσεων, στη μείωση των καθυστερήσεων σύνδεσης νέων έργων και στην ενίσχυση των διασυνοριακών ηλεκτρικών διασυνδέσεων.

Παράλληλα, επιδιώκεται ο εκσυγχρονισμός των υποδομών, ώστε να μπορεί να αξιοποιείται μεγαλύτερο μέρος της ηλεκτρικής ενέργειας που παράγεται από ανανεώσιμες πηγές.

Γιατί χάνεται ενέργεια από αιολικά και φωτοβολταϊκά

Ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα που αντιμετωπίζει η ευρωπαϊκή αγορά ηλεκτρικής ενέργειας είναι η αδυναμία των υφιστάμενων δικτύων να απορροφήσουν και να μεταφέρουν το σύνολο της παραγόμενης πράσινης ενέργειας.

Σε ημέρες με ισχυρούς ανέμους, η παραγωγή των αιολικών πάρκων μπορεί να υπερβαίνει τη διαθέσιμη δυνατότητα μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας προς νοικοκυριά και επιχειρήσεις.

Αντίστοιχα, τις ημέρες με έντονη ηλιοφάνεια, τα φωτοβολταϊκά συστήματα παράγουν συχνά περισσότερη ενέργεια από αυτή που μπορεί να καταναλωθεί άμεσα. Ελλείψει επαρκών υποδομών αποθήκευσης, μέρος αυτής της παραγωγής μένει αναξιοποίητο.

Το πρόβλημα γίνεται εντονότερο μετά τη δύση του ηλίου, όταν η παραγωγή ηλιακής ενέργειας μηδενίζεται και οι ευρωπαϊκές αγορές αναγκάζονται να καταφεύγουν σε μονάδες φυσικού αερίου, οι οποίες συνεπάγονται υψηλότερο ενεργειακό κόστος.

Η κατάσταση επιβαρύνεται από τις γεωπολιτικές εξελίξεις. Οι τιμές του φυσικού αερίου στην Ευρώπη έχουν τριπλασιαστεί από την αρχή του έτους, εν μέσω των πολεμικών συγκρούσεων στο Ιράν και την Ουκρανία.

Την ίδια στιγμή, η Ευρώπη εισέρχεται στη χειμερινή περίοδο με ιστορικά χαμηλά επίπεδα αποθεμάτων φυσικού αερίου, γεγονός που εντείνει την ανάγκη περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης.

Στην αναμονή έργα ΑΠΕ ισχύος 500 GW

Σύμφωνα με στοιχεία που επικαλείται η JPMorgan, περίπου 500 γιγαβάτ (GW) έργων ανανεώσιμων πηγών ενέργειας βρίσκονται σε αναμονή για σύνδεση στα ευρωπαϊκά ηλεκτρικά δίκτυα.

Το μέγεθος αυτό αναδεικνύει την απόσταση ανάμεσα στην ανάπτυξη νέων μονάδων παραγωγής πράσινης ενέργειας και στη δυνατότητα των δικτύων να υποστηρίξουν τη λειτουργία τους.

«Βλέπω συχνά έργα να καθυστερούν επειδή δεν υπάρχει διαθέσιμη χωρητικότητα στο δίκτυο για να συνδεθούν», δήλωσε ο Luke Nelson, επικεφαλής διεθνούς βιωσιμότητας στο κέντρο ενέργειας και περιβάλλοντος της JPMorgan.

Ο ίδιος επισήμανε ότι η Ευρώπη εξακολουθεί να εισάγει περισσότερο από το ήμισυ της ενέργειας που χρειάζεται, γεγονός που την καθιστά ευάλωτη στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις.

«Κάθε αιολικό πάρκο, κάθε φωτοβολταϊκή εγκατάσταση και κάθε σύστημα αποθήκευσης ενέργειας που κατασκευάζεται στην Ευρώπη μπορεί να συμβάλει στη μείωση αυτής της εξάρτησης, υπό την προϋπόθεση ότι μπορεί να συνδεθεί στο δίκτυο», σημείωσε.

Ο ρόλος των ιδιωτικών κεφαλαίων και η νέα πρωτοβουλία της JPMorgan

Η αναβάθμιση των ηλεκτρικών δικτύων σε ευρωπαϊκό επίπεδο θα απαιτήσει, σύμφωνα με τα στελέχη της JPMorgan, συνδυασμό θεσμικών μεταρρυθμίσεων και ιδιωτικών επενδύσεων.

Η κινητοποίηση κεφαλαίων από θεσμικούς επενδυτές μπορεί να προσφέρει όχι μόνο τη χρηματοδότηση, αλλά και την τεχνογνωσία και τη μακροπρόθεσμη επενδυτική στήριξη που χρειάζονται τα έργα.

Στο πλαίσιο αυτό, η JPMorgan ανακοίνωσε την Τρίτη την παροχή επιχορήγησης προς το Green Finance Institute (GFI), έναν οργανισμό που παρέχει συμβουλευτική υποστήριξη σε κυβερνήσεις για ζητήματα κλιματικής και ενεργειακής πολιτικής.

Η χρηματοδότηση θα στηρίξει μια ανεξάρτητη πρωτοβουλία για τον σχεδιασμό και την πιλοτική εφαρμογή νέων χρηματοδοτικών σχημάτων, με έμφαση στους μικρότερους διαχειριστές δικτύων διανομής, στις καινοτόμες τεχνολογίες ηλεκτρικών δικτύων και στα έργα διασυνοριακής μεταφοράς ενέργειας.

Η πρωτοβουλία αποσκοπεί στη δημιουργία επενδυτικών εργαλείων που θα διευκολύνουν τη συμμετοχή ιδιωτικών κεφαλαίων σε έργα τα οποία σήμερα αντιμετωπίζουν χρηματοδοτικά ή ρυθμιστικά εμπόδια.

Η διευθύνουσα σύμβουλος του Green Finance Institute, Rhian-Mari Thomas, χαρακτήρισε τον εκσυγχρονισμό των ευρωπαϊκών ηλεκτρικών δικτύων μία από τις σημαντικότερες προκλήσεις υποδομών της ενεργειακής μετάβασης.

Όπως επισήμανε, με τη ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας να αυξάνεται και τα δίκτυα να δέχονται ολοένα μεγαλύτερες πιέσεις, η εξασφάλιση επενδυτικών κεφαλαίων θα είναι καθοριστική για την ενεργειακή ασφάλεια, την οικονομική ανταγωνιστικότητα και τη μετάβαση σε μια οικονομία χαμηλών εκπομπών άνθρακα.