array(0) {
}
        
    
Menu
-0.55%
Τζίρος: 251.37 εκατ.

ΝΑΤΟ: Η πρώτη αντίδραση για απόσυρση αμερικανών στρατιωτών από τη Γερμανία – «Η Ευρώπη να επενδύσει περισσότερο στην άμυνα

            
Business

Δημήτρης Ανδριόπουλος (Dimand): Από την Πάτρα των παιδικών του χρόνων στην Ιταλία της έμπνευσης και στις αναπλάσεις του σήμερα

Δημήτρης Ανδριόπουλος, CEO της Dimand

Τι είναι αυτό που κάνει μία πόλη ανθρωποκεντρική; Και πώς επηρεάζουν οι πόλεις την προσωπικότητά μας; Ποια η έννοια του όμορφου και τι σχέση έχουν η κλίμακα, το μέγεθος των κτηρίων και ο σεβασμός προς τον δημόσιο χώρο με τον εσωτερικό, ψυχικό κόσμο των κατοίκων τους; Αυτά ήταν μερικά από τα θέματα που απασχόλησαν τη συζήτηση του Δημήτρη Ανδριόπουλου, CEO της Dimand, με τον Θεοφάνη Τάση, Καθηγητή Φιλοσοφίας της Πληροφορίας και Ψηφιακού Ανθρωπισμού στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο στο πλαίσιο του 11ου Οικονομικού Φόρουμ των Δελφών. Μία συζήτηση ανάμεσα σε έναν άνθρωπο της «αγοράς», όπως θα μπορούσε να πει κανείς, και σε έναν φιλόσοφο, βασισμένη σε εμπειρίες, αναφορές και σκέψεις προερχόμενες τόσο από την επαγγελματική πορεία τους όσο και από προσωπικά βιώματα και, ιδίως, εικόνες που ξεκινούν από τα παιδικά χρόνια και φτάνουν μέχρι το σήμερα των δύο συνομιλητών.

Όταν μας ζητά κανείς να ορίσουμε τι σημαίνει «όμορφο», το μυαλό μας ταξιδεύει σε έννοιες όπως η συμμετρία, η τέρψη των αισθήσεων, η ευχαρίστηση. Ωστόσο, όπως επισήμανε ο κ. Ανδριόπουλος, το όμορφο έχει να κάνει και με το «ταίριασμα».

«Η ομορφιά και το ωραίο έχουν μια υποκειμενικότητα. Και πρακτικά το καθοδηγείς και το επιλέγεις εσύ όταν έχεις αυτή την ευκαιρία, μαζί με την ομάδα σου, μαζί με τον αρχιτέκτονα, με τους μελετητές. Και τελικά διαλέγεις κάτι το οποίο ταιριάζει», επισήμανε χαρακτηριστικά.

Ταιριάζει στο περιβάλλον, ταιριάζει στον χώρο, στον τόπο, στον χρόνο και, τελικά, στον ίδιο τον άνθρωπο.

Το όμορφο κτήριο δεν είναι από μόνο του όμορφο. Γι’ αυτό και οι αρχιτέκτονες χρησιμοποιούν τον όρο «συνομιλεί», εξήγησε ο CEO της Dimand, δίνοντας ως παράδειγμα το Ελληνικό, για το οποίο, όπως είπε, λεγόταν ότι ο ουρανοξύστης θα συνομιλεί με την Ακρόπολη. Κάτι που ο ίδιος αντιμετώπισε αρχικά με απορία, αλλά, τώρα που τελειώνει ο ουρανοξύστης των 200 μέτρων, διαπιστώνει πως όντως τον βλέπεις από όλο το λεκανοπέδιο και τον βλέπεις συγκριτικά και από πολλές γωνιές με την Ακρόπολη μαζί. Άρα το όμορφο και το ωραίο πρέπει να συνομιλούν με το περιβάλλον.

Σε μία πόλη, ωστόσο, μπορεί να συνυπάρχουν ταυτόχρονα θετικά και αρνητικά στοιχεία. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η Πάτρα, από την οποία κατάγεται ο ίδιος. Μια άσχημη πόλη, όπως είπε, στην οποία, όμως, επειδή πολεοδομήθηκε σωστά, δεν χανόσουν ποτέ.

Ένα δεύτερο θετικό στοιχείο της πόλης των παιδικών του χρόνων είναι, όπως είπε, ότι επειδή έβρεχε ασταμάτητα και σχεδίασαν πολλά της κτήρια και οι Ιταλοί, είχε τις λεγόμενες «καμάρες» και δεν βρεχόσουν.

Επομένως, μέσα στην ασχήμια, όπως εξελίχθηκε το 1970 και το 1980, υπήρχαν και όμορφα χαρακτηριστικά. Και, φυσικά, υπήρχαν πάντα η θάλασσα και ο ορίζοντας. Δύο στοιχεία που έκαναν τον Δημήτρη Ανδριόπουλο να ονειρεύεται τη «φυγή». Τη «φυγή» με την οποία ανακάλυψε και το όμορφο.

«Ονειρεύτηκα το πρώτο μου ταξίδι στην ηλικία των 6 ετών, επειδή τότε υπήρχαν δύο πλοία που συνέδεαν την Πάτρα με το Μπρίντιζι. Άρα από τα 6 μου μέχρι τα 18 ονειρευόμουν πώς είναι η Ιταλία. Και πήγα αυτό το ταξίδι», ανέφερε ο κ. Ανδριόπουλος για τον πρώτο σταθμό της μετέπειτα διαδρομής του που θα τον οδηγούσε κάποια στιγμή, ως επαγγελματία πλέον, στις αναπλάσεις και τα μεγάλα έργα real estate του σήμερα. Μεταξύ αυτών, έργα όπως η «αναγέννηση» του Πύργου του Πειραιά, του Μινιόν, η ανάπλαση της πρώην ζυθοποιίας Φιξ στη Θεσσαλονίκη, η ανακατασκευή του ακινήτου στη συμβολή Σταδίου και Κοραή στην Αθήνα για χρήση από την Τράπεζα Πειραιώς.

Η εξοικείωση με το νέο, τη διαφορετικότητα παίζει κι αυτή τον ρόλο της. Όπως και τα ταξίδια, στο εξωτερικό, αλλά και επαγγελματικά πλέον στην ίδια την πόλη.

«Και τότε πήρα το τρένο για να πάω στην Μπολόνια για να καταλήξω στο Μιλάνο. Και, θυμάμαι, στην ηλικία των 18 ετών, στο τρένο, είδα τον πρώτο μαύρο άνθρωπο. Και τις επόμενες δύο ώρες ήμουν φοβισμένος. Γιατί δεν είχα εκπαιδευτεί και εξοικειωθεί στη διαφορετικότητα εκείνη την εποχή», εξομολογήθηκε.

Και συνέχισε: «Στην Μπολόνια άλλαξα τρένο, δεν έμεινα, και έφτασα στο Μιλάνο. Επίσης πολύ ωραία πόλη. Ερωτεύτηκα το Μιλάνο και εξακολουθεί ο έρωτας, και ενισχυόμενος, να υπάρχει. Όπου υπήρχε αυτό το εκπληκτικό κτήριο του σιδηροδρομικού σταθμού, οπότε βγαίνοντας κοίταξα με δέος όλο αυτό».

Οι επόμενες επτά ημέρες στο Μιλάνο ήταν, κατά κάποιον τρόπο, μία επανατροφοδότηση φαντασιώσεων σε πραγματικότητες. Και έτσι, ζώντας το έτσι και βιώνοντας έτσι μια πόλη όπως το Μιλάνο τότε, πριν από 45 χρόνια, γεννήθηκε μέσα του η αγάπη για το ταξίδι. Και αυτή η αγάπη για το ταξίδι άρχισε να μετασχηματίζεται μέσα από τις διαφορετικές δουλειές που έκανε, οι οποίες είχαν πάντοτε ταξίδια.

«Όταν δεν είχαν, τα εφεύρισκα εγώ και τα τελευταία 20 και κάτι χρόνια, μαζί με τους συνεργάτες μου, ζούμε και αυτό το ταξίδι μέσα στην πόλη. Προσπαθώντας να κάνουμε κάτι διαφορετικό. Και όμορφο. Εφηύραμε την ανάπλαση, σιγά την εφεύρεση, όπου τι είναι πρακτικά; Αυτό που έκαναν και άλλοι πριν, απλά εμείς προσπαθούμε, έχοντας δει και τους άλλους στο εξωτερικό, να το κάνουμε καλύτερα», ανέφερε χαρακτηριστικά. Τα παλιά κτήρια και εργοστάσια να τα ξαναεντάσσουμε στην πόλη και να τους δίνουμε ζωή. Και αυτό έχει μια αξία», τόνισε.

Η πόλη ως μνήμη

Απόδειξη της αξίας αυτής η περίπτωση ενός κυρίου, μεγάλου σε ηλικία, που εργαζόταν το 1950 στο εργοστάσιο του Παπαστράτου, ο οποίος, μια μέρα που περπατούσε στον Πειραιά, τον πλησίασε να τον ευχαριστήσει που δεν το γκρέμισαν.

«Το να μπορούμε να αγκυροβολούμε τη μνήμη μας στην υλική πραγματικότητα είναι πολύ σημαντικό», υπογράμμισε ο επικεφαλής της Dimand. Να αποκομίζει κανείς την αίσθηση από την πόλη πως ό,τι έχει ζήσει δεν ήταν ψέμα.

Η πόλη, τα τοπόσημα είναι σημείο αναφοράς, αλλά και σταθμός στην πορεία ζωής του ανθρώπου. Και έχει τη σημασία του να μπορεί κανείς να «επιστρέφει» σε μέρη που γνώρισε, να μπορεί να συνδέεται προσωπικά με τον τόπο.

«Εξακολουθεί να μου αρέσει το Μιλάνο γιατί μου θυμίζει τη νεότητα που έχω χάσει. Είναι η επιστροφή σε έναν παρελθόντα εαυτό που σου επιτρέπει και μια συνέχεια μεταξύ αυτού που υπήρξες και αυτού που είσαι τώρα. Δηλαδή πώς συγκροτείται ο εαυτός; Ο εαυτός συγκροτείται ως μια αφήγηση. Θυμάσαι και πώς θυμάσαι; Θυμάσαι με βάση αυτά που έπραξες, με βάση τα αξιομνημόνευτα. Και η ομορφιά είναι εξ ορισμού κάτι αξιομνημόνευτο. Και την ίδια στιγμή προσβλέπεις έναν μελλοντικό εαυτό που δεν υπάρχει ακόμη», εξήγησε ο κ. Ανδριόπουλος.

Αρμονία, τοπόσημα, βιωματικές αναφορές που να εξασφαλίζουν το πέρασμα της σκυτάλης από τη μία γενιά στην άλλη, εξοικείωση με την ομορφιά, την «οικονομικότερη μορφή κοινωνικής δικαιοσύνης», όπως τόνισε, από την πλευρά του, ο κ. Τάσης, είναι στοιχεία που συνδέουν τον άνθρωπο με τον περιβάλλον του, ενθαρρύνοντας τον σεβασμό προς αυτό.

Έπειτα είναι ο εσωτερικός κόσμος μας, ο οποίος επηρεάζει τη σχέση μας με το περιβάλλον. Και η στάση μας απέναντι στην ασχήμια. «Γι’ αυτό είναι προς όφελος όλων μας να είναι όμορφες οι πόλεις μας», όπως ανέφερε ο καθηγητής Τάσης.

Σε τι διαφέρει, όμως, η σημερινή Αθήνα από μία πόλη όπως το Μόναχο, όπου μεγάλωσε ο κ. Τάσης;

«Το πρώτο είναι ο σχεδιασμός. Ότι εμείς δεν σχεδιάζουμε τις πόλεις μας από την αρχή και, ενώ έγινε η προσπάθεια να σχεδιαστεί η Αθήνα, επεκτάθηκε τόσο πολύ που ξεπέρασε τον αρχικό σχεδιασμό. Δεν μας αρέσει να λειτουργούμε με όρους μέλλοντος. Για κάποιο λόγο η Ελλάδα βρίσκεται σε ένα διηνεκές παρόν. Υπό τη σκιά ενός παρελθόντος το οποίο μας βαραίνει. Αλλά το να προγραμματίσουμε σε βάθος χρόνου, είτε πολιτικές είτε πολεοδομία, είναι κάτι που δεν μας αρέσει», σημείωσε ο καθηγητής.

Η δεύτερη διαφορά έχει να κάνει με τους πολίτες. Ο δημόσιος χώρος στο Μόναχο, όπως είπε, ανήκει σε όλους. Και αφού ανήκει σε όλους, τον προσέχουν όλοι. Δεν μπορείς να πετάξεις ένα σκουπίδι κάτω. Κάποιος κάνει κάποια παρατήρηση. Ο δημόσιος χώρος στην Ελλάδα δεν ανήκει σε κανέναν. Και αφού δεν ανήκει σε κανέναν, έχουμε την αίσθηση πως μπορούμε να τον ιδιοποιηθούμε και να τον λεηλατήσουμε όλοι. Γι’ αυτό και μόνο στην Ελλάδα βλέπει κανείς, ακόμη και σε ακριβές συνοικίες, τα σπίτια και οι κήποι να είναι φροντισμένα και απέξω να υπάρχουν ξέχειλοι κάδοι και αδέσποτα.

Ένα τρίτο χαρακτηριστικό, σύμφωνα με τον καθηγητή, είναι η δυσκολία μας να υπακούσουμε σε κανόνες.

Ωστόσο, οι ελληνικές πόλεις μπορούν να αλλάξουν, ακόμη και να φτάσουν να ξεπεράσουν άλλες πόλεις του κόσμου. Αρκεί να γίνουν τα σωστά βήματα.

«Η Ελλάδα θα μπορούσε να διαμορφώσει τη φυσική πραγματικότητα και να την καταστήσει όμορφη για τους πολίτες της πρώτα απ’ όλα και δευτερευόντως για τους ξένους», τόνισε ο κ. Τάσης. Έχοντας μείνει πίσω, έχουμε, όπως είπε, τη μεγάλη ευκαιρία. Να δούμε τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν σήμερα άλλες, πιο εξελιγμένες σε επίπεδο ζωής και αισθητική πόλεις και να τα αντιμετωπίσουμε εξαρχής. Με ανθρωποκεντρικό σχεδιασμό, που δεν θα θυσιάζουμε για την επίτευξη του άμεσου ατομικού και συλλογικού συμφέροντος, όπως σημείωσε ο κ. Ανδριόπουλος.

Ακολουθήστε το mononews.gr στο Google News και ενημερωθείτε πρώτοι.

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Λιμενικός «κόμβος» αξίας εκατοντάδων εκατ. πίσω από τις γεωτρήσεις στο Ιόνιο
Πράσινα τιμολόγια Μαΐου: Το φθηνότερο από ΕΛΙΝ και ΔΕΗ- Οι τιμές των παρόχων
Θ. Κωνσταντοπούλου (Daiichi Sankyo): Το καμπανάκι για τις αποσύρσεις ογκολογικών φαρμάκων και το μη βιώσιμο μοντέλο των επιστροφών
Στελίνα Τσάλτα: «Να φανερώσω το διάλογο με τον εαυτό μου»
Quest: Η νέα επενδυτική στρατηγική και η στόχευση σε εισηγμένες εταιρείες
Ανεμώνες, κοχύλια, χρυσόψαρα: Οι δέκα ωραιότερες τσάντες Chanel της νέας καλοκαιρινής συλλογής
Jumbo: Τι συμβαίνει με τον Απόστολο Βακάκη – Τα «καρφιά» για τους αναλυτές και η αλήθεια για τον όμιλο
Εκπτώσεις από 20% έως και 50% προσφέρουν οι ακτοπλοϊκές εταιρείες παρά την αύξηση των καυσίμων
Rogo Technologies: Η startup που γεννήθηκε σε μια κουζίνα και «ταράζει» τη Wall Street, με αποτίμηση $2 δισ.
Το Canal+ παίρνει όλο το ευρωπαϊκό ποδοσφαιρικό «πακέτο» στο Βέλγιο και «σβήνει» το σενάριο του Disney+