bloomberg
Sponsored by

Bloomberg

Η τελευταία σύνοδος G-7 για την Μέρκελ, που «μπούχτισε» από την αμερικανική ηγεμονία

  • Bloomberg


Καθώς η Άνγκελα Μέρκελ προετοιμάζεται για την τελευταία της Σύνοδο της G-7 ως καγκελάριος και ο Τζο Μπάιντεν για την πρώτη του ως πρόεδρος των ΗΠΑ, οι διαφορές τους δεν έχουν να κάνουν μόνο με την εμπειρία από συνόδους κορυφής.

Η Μέρκελ είναι κομμάτι του στενού πυρήνα της Ευρωπαϊκής Ένωσης που πάει στη σύνοδο της G-7, στην Κορνουάλη, ασυνήθιστα ενωμένη μετά την πανδημία και αποφασισμένη να πετύχει έναν μεγαλύτερο παγκόσμιο ρόλο ισοδύναμο με τον αμερικανικό.

Η Μέρκελ, ο Μακρόν, ο Ντράγκι, καθώς και η ηγεσία της ΕΕ που παίρνει θέση στο τραπέζι, σίγουρα νιώθουν ανακούφιση από το γεγονός ότι απέναντί τους θα έχουν τον Μπάιντεν και όχι τον Τραμπ.

Ωστόσο, οι υψηλές προσδοκίες δεν μειώνουν την αυξανόμενη αίσθηση πως συλλογικά η ΕΕ πρέπει να ξεφύγει από τη σκιά της Αμερικής και να επηρεάσει τις πολιτικές της Ουάσινγκτον, αντί να αποδεχτεί ταπεινά την γραμμή των ΗΠΑ.

Τα στοιχεία δείχνουν ότι υπάρχει αμοιβαία διάθεση για συνεργασία. Ωστόσο σε Βερολίνο, Παρίσι και Βρυξέλλες υπάρχει έντονη ενόχληση από την έκκληση του Μπάιντεν να υπάρξει κοινή προσπάθεια να αναχαιτισθεί η πανδημία, την ώρα που οι ΗΠΑ κράτησαν τα εμβόλια τους μόνο για την χώρα τους, ενώ η Ευρώπη δέχτηκε επικρίσεις στο εσωτερικό της επειδή έδωσε εκατοντάδες εκατομμύρια δόσεις σε τρίτες χώρες, ακόμη και σε χώρες μέλη της G-7, όπως τον Καναδά και την Ιαπωνία.

Η Ευρώπη θέλει να φτάσει το μήνυμά της στην Ουάσινγκτον και αναζητεί μεγαλύτερη επιρροή, την ώρα που πρόσφατες έρευνες υποδηλώνουν ότι οι ρήξεις με την αντίπερα όχθη του Ατλαντικού παραμένουν και στην μετά-Τραμπ εποχή.

Η G-7 σχεδιάζει να δεσμεύσει 1 δισεκατομμύριο νέες δόσεις κατά το επόμενο έτος, σύμφωνα με το προσχέδιο της ανακοίνωσης. Την ίδια ώρα η διοίκηση Μπάιντεν σχεδιάζει να αγοράσει 500 εκατομμύρια δόσεις από το εμβόλιο Pfizer-BioNTech για να τα μοιράσει σε φτωχές χώρες.

Στενός συνεργάτης της Μέρκελ δήλωνε πριν από λίγες ημέρες ότι η ΕΕ θέλει να δείξει στον κόσμο πως «η συμμαχία και οι ηγέτες της επέστρεψαν μετά τον Τραμπ και την πανδημία, για να αντιμετωπίσουν τις παγκόσμιες προκλήσεις». Παρ’ όλα αυτά, πρόσθετε ο ίδιος, «δεν μιλάμε για επιστροφή σε μια παλαιά δυτική συμμαχία, αλλά για τον σχηματισμό μιας νέας Δύσης».

Καθώς ο Αμερικανός πρόεδρος πέρασε τον Ατλαντικό για την σύνοδο της G-7, την σύνοδο κορυφής του ΝΑΤΟ και για την πρώτη του συνάντηση με τον Πούτιν, στην Ευρώπη υπάρχει η αίσθηση ότι ο σκοπό της μπορεί να επιτευχθεί.

Μάλιστα, οι Ευρωπαίοι ηγέτες έχουν την βεβαιότητα ότι είχαν δίκιο σε μια σειρά από θέματα, από την κλιματική αλλαγή ως το Ιράν, κι έτσι έχουν το δικαίωμα να ακουστούν.

Τα τέσσερα χρόνια με τον Τραμπ έφεραν αρκετή δυσπιστία, αλλά και την πεποίθηση ότι η Ευρώπη θα πρέπει να είναι λιγότερο υποτακτική στην Αμερική, σχολίασε Ευρωπαίος αξιωματούχος.

«Η Ευρωπαϊκή Ένωση μπορεί να είναι πρωταγωνιστής, όταν πρόκειται για ιδέες που αφορούν τον πλανήτη» δήλωσε ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Σαρλ Μισέλ, ο οποίος θα παραστεί στη G-7, σε συνέντευξή του στο Bloomberg.  Η ΕΕ έχει μεγαλύτερη επιρροή από ό,τι της αναγνωρίζεται και μερικές φορές το ξεχνάμε αυτό στην Ευρώπη, πρόσθεσε.

Αυτό βέβαια έρχεται σε σύγκρουση με τις δηλώσεις Μπάιντεν ότι η Αμερική θα επιστρέψει στον ηγετικό της ρόλο μετά την περίοδο Τραμπ.

«Είτε μιλάμε για τις επιπτώσεις της πανδημίας, είτε για την επιδεινούμενη κλιματική αλλαγή, είτε για την αντιμετώπιση της Κίνας και της Ρωσίας, οι ΗΠΑ πρέπει να ηγηθούν από θέση ισχύος» δήλωσε πριν από λίγες ημέρες ο Αμερικανός πρόεδρος στην Washington Post.

Πάντως, αρκετοί Ευρωπαίοι αξιωματούχοι δήλωσαν απογοητευμένοι από κάποια πρώτα δείγματα γραφής της πολιτικής του Μπάιντεν, όπως από την αποχώρηση των αμερικανικών στρατευμάτων από το Αφγανιστάν, την ώρα που κάποιες ευρωπαϊκές χώρες διατηρούν ακόμη εκεί στρατό, όπως η Γερμανία.

Από την πλευρά του ο Μακρόν αντιμετωπίζει μια δύσκολη προεκλογική εκστρατεία, ενώ ο πρώην επικεφαλής της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και πρωθυπουργός της Ιταλίας, Μάριο Ντράγκι, είναι απίθανο να διατηρήσει την εξουσία μετά το 2023.

Και, κυρίως, η Μέρκελ δεν θα είναι ξανά υποψήφια στις εκλογές του Σεπτεμβρίου, που σημαίνει ότι αυτή η σύνοδος της G-7 είναι το κύκνειο άσμα της.

Ωστόσο, δεν πρόκειται να υπαναχωρήσει από την θέση ότι πρέπει να σταλεί ένα ξεκάθαρο μήνυμα στο Μινσκ και την Μόσχα για τα πρόσφατα γεγονότα στη Λευκορωσία και την συμμετοχή της Ρωσίας στον αγωγό φυσικού αερίου Nord Stream 2.

Ο Τραμπ δεν έκρυψε ποτέ την περιφρόνησή του για την ΕΕ, το ΝΑΤΟ και την Άνγκελα Μέρκελ προσωπικά. Το μάθημα που πήρε το Βερολίνο από τα χρόνια της διακυβέρνησης Τραμπ είναι ότι η Ευρώπη πρέπει να σταθεί στα δικά της πόδια. Και σε αυτή την βάση θα γίνει η πρώτη «διαπραγμάτευση» της Μέρκελ με τον Μπάιντεν.

 


ΣΧΟΛΙΑ