Για να μας βλέπεις πιο συχνά στα αποτελέσματα αναζήτησης: Add mononews.gr on Google

Εξαγωγές αγαθών και υπηρεσιών ύψους 3,6 δισ. ευρώ κατευθύνθηκαν από την Ελλάδα στη Γαλλία το 2025, ποσό που αντιστοιχεί στο 1,45% του ελληνικού ΑΕΠ και στο 3,6% των συνολικών ελληνικών εξαγωγών. Τα στοιχεία παρουσιάζει η Eurobank στο δελτίο «7 Ημέρες Οικονομία», εξετάζοντας τις εμπορικές σχέσεις των δύο χωρών υπό το πρίσμα των κοινωνικών αναταραχών και των δημοσιονομικών προκλήσεων που αντιμετωπίζει η γαλλική οικονομία.

Η τράπεζα επισημαίνει ότι η παράταση της αναταραχής θα μπορούσε να επηρεάσει τη ζήτηση για ελληνικά προϊόντα και υπηρεσίες. Παράλληλα, ενδεχόμενη επιδείνωση των δημόσιων οικονομικών της Γαλλίας ενδέχεται να επιβαρύνει το επενδυτικό κλίμα στην Ευρωζώνη, με έμμεσες συνέπειες και για την Ελλάδα.

1

Η σημασία των εξελίξεων συνδέεται και με το μέγεθος της γαλλικής οικονομίας, η οποία κατατάσσεται δεύτερη στην Ευρωπαϊκή Ένωση των 27 βάσει ονομαστικού ΑΕΠ, μετά τη Γερμανία. Η ανάλυση επεκτείνεται επίσης στην Ιταλία, την Ισπανία, το Βέλγιο και την Αλβανία, όπου καταγράφονται κοινωνικές κινητοποιήσεις διαφορετικής μορφής και έντασης. Η Ιταλία και η Ισπανία αποτελούν αντίστοιχα την τρίτη και την τέταρτη μεγαλύτερη οικονομία της ΕΕ.

Στο σκέλος των αγαθών, οι ελληνικές εξαγωγές προς τη Γαλλία ανήλθαν σε 1,5 δισ. ευρώ το 2025, σε τρέχουσες τιμές. Στην πρώτη γραμμή βρέθηκαν τα χημικά προϊόντα, με εξαγωγές 430 εκατ. ευρώ, τα τρόφιμα και ζώντα ζώα, με 400 εκατ. ευρώ, και τα βιομηχανικά είδη ταξινομημένα κατά πρώτη ύλη, με 380 εκατ. ευρώ. Οι τρεις αυτές κατηγορίες συγκέντρωσαν περίπου το 79% των ελληνικών εξαγωγών αγαθών στη γαλλική αγορά.

Ακόμη μεγαλύτερη ήταν η αξία των εξαγωγών υπηρεσιών, η οποία διαμορφώθηκε σε 2,1 δισ. ευρώ. Κυρίαρχη θέση είχαν οι ταξιδιωτικές υπηρεσίες, με εισπράξεις 1,35 δισ. ευρώ, αντιπροσωπεύοντας περίπου το 65% του συνόλου. Ακολούθησαν οι μεταφορές με 250 εκατ. ευρώ, οι λοιπές επιχειρηματικές υπηρεσίες με 140 εκατ. ευρώ και οι υπηρεσίες τηλεπικοινωνιών, πληροφορικής και πληροφοριών με 100 εκατ. ευρώ.

Συνολικά, η Γαλλία απορρόφησε το 3,2% των ελληνικών εξαγωγών αγαθών και το 4,1% των εξαγωγών υπηρεσιών. Η διαφορά αυτή αποτυπώνει τη μεγαλύτερη σχετική βαρύτητα της γαλλικής αγοράς για τον ελληνικό τομέα υπηρεσιών, με βασικό συνδετικό κρίκο τον τουρισμό.

Το συνολικό διμερές εμπορικό ισοζύγιο παρέμεινε ελλειμματικό για την Ελλάδα, κατά 1,49 δισ. ευρώ. Το έλλειμμα στα αγαθά έφτασε τα 2,54 δισ. ευρώ, ενώ στις υπηρεσίες καταγράφηκε πλεόνασμα 1,04 δισ. ευρώ. Το τελευταίο κάλυψε περίπου το 41% του ελλείμματος αγαθών, περιορίζοντας τη συνολική ανισορροπία στις συναλλαγές των δύο χωρών.

Οι ελληνικές εισαγωγές αγαθών από τη Γαλλία ανήλθαν σε 4,08 δισ. ευρώ. Τα χημικά προϊόντα αντιστοιχούσαν σε 1,16 δισ. ευρώ, τα μηχανήματα και ο μεταφορικός εξοπλισμός σε 1,12 δισ. ευρώ και τα τρόφιμα και ζώντα ζώα σε 750 εκατ. ευρώ. Αθροιστικά, οι συγκεκριμένες κατηγορίες κάλυψαν το 74,2% των εισαγωγών. Η εικόνα αυτή αναδεικνύει τόσο την εξάρτηση από γαλλικά αγαθά όσο και τον αντισταθμιστικό ρόλο των ταξιδιωτικών εισπράξεων.

Μεταξύ των υπόλοιπων χωρών που εξετάζει η Eurobank, η Ιταλία έχει τη μεγαλύτερη εμπορική σημασία για την Ελλάδα. Οι ελληνικές εξαγωγές αγαθών και υπηρεσιών προς την ιταλική αγορά διαμορφώθηκαν σε 6,4 δισ. ευρώ το 2025, έναντι 2,7 δισ. ευρώ προς την Ισπανία και 1,7 δισ. ευρώ προς το Βέλγιο.

Οι πέντε οικονομίες, Γαλλία, Ιταλία, Ισπανία, Βέλγιο και Αλβανία, απορρόφησαν συνολικά το 19% των ελληνικών εξαγωγών αγαθών και το 12,9% των εξαγωγών υπηρεσιών. Παράλληλα, από αυτές προήλθε το 21,5% των εισαγωγών αγαθών και το 12,5% των εισαγωγών υπηρεσιών της Ελλάδας.

Σύμφωνα με την τράπεζα, τα μεγέθη αυτά καταδεικνύουν ότι οι οικονομικές εξελίξεις στις συγκεκριμένες χώρες έχουν σημασία για την ελληνική οικονομία. Μια παρατεταμένη ή εντονότερη περίοδος κοινωνικών αναταραχών, κυρίως στη Γαλλία, θα μπορούσε να περιορίσει την εξωτερική ζήτηση για ελληνικά αγαθά και υπηρεσίες.

Οι δυνητικές επιπτώσεις, ωστόσο, υπερβαίνουν τις άμεσες εμπορικές συναλλαγές. Η βαρύτητα της Γαλλίας στην ευρωπαϊκή οικονομία, σε συνδυασμό με την πολιτική αβεβαιότητα ενόψει των προεδρικών εκλογών του Απριλίου, Μαΐου 2027, δημιουργεί περιθώρια ευρύτερης μετάδοσης των πιέσεων. Πρόσθετη επιβάρυνση θα μπορούσε να προκύψει από ενδεχόμενη επιδείνωση της δημοσιονομικής της κατάστασης και την επίδρασή της στην επενδυτική εμπιστοσύνη στην Ευρωζώνη.

Η έκταση των συνεπειών θα εξαρτηθεί από τη διάρκεια και την ένταση των κινητοποιήσεων, καθώς και από τις πολιτικές εξελίξεις που θα ακολουθήσουν τις γαλλικές εκλογές.

Διαβάστε επίσης