Για να μας βλέπεις πιο συχνά στα αποτελέσματα αναζήτησης: Add mononews.gr on Google

Μια σειρά από πολυτελή λευκά σκάφη, με κατεβασμένα πανιά και ψηλά κατάρτια, βρίσκεται ανοιχτά της Κέρκυρας, περιμένοντας να εισέλθει στη μαρίνα των Γουβιών. Το σκηνικό εκτυλίσσεται το πρώτο απόγευμα Παρασκευής του Σεπτεμβρίου, με τον ζεστό καιρό, την ηλιοφάνεια και το ελαφρύ αεράκι να δημιουργούν ιδανικές συνθήκες για ιστιοπλοΐα, όπως περιγράφουν οι Financial Times σε εκτενές δημοσίευμά τους.

Στη θέση όπου λειτουργούσε ενετικό ναυπηγείο, το οποίο κατασκευάστηκε το 1716 κατά τη διάρκεια οθωμανικής εισβολής, βρίσκεται σήμερα η μαρίνα των Γουβιών. Οι εγκαταστάσεις της καλύπτουν περίπου 200.000 τετραγωνικά μέτρα προστατευμένων υδάτων, παρέχοντας ασφαλές καταφύγιο από τις πιο ταραγμένες θάλασσες της Μεσογείου. Η δυναμικότητά της φτάνει τα 1.300 σκάφη, από μικρά μηχανοκίνητα έως πολυώροφες θαλαμηγούς. Ωστόσο, εκείνο το απόγευμα, οι διαθέσιμες θέσεις είναι σχεδόν ανύπαρκτες.

1

Ο Oliver Dörschuck, διευθύνων σύμβουλος της D-Marin, η οποία διαχειρίζεται τη συγκεκριμένη μαρίνα και περισσότερες από 20 ακόμη εγκαταστάσεις στην ευρύτερη περιοχή, επισημαίνει στους Financial Times ότι ο αριθμός των σκαφών στη Μεσόγειο αυξάνεται κάθε χρόνο, την ώρα που η δημιουργία νέων μαρινών παραμένει ιδιαίτερα δύσκολη.

Όπως αναφέρει, για κάθε διαθέσιμη θέση ελλιμενισμού ενδιαφέρονται συνήθως τρία έως τέσσερα σκάφη.

Η εγκατάσταση της Κέρκυρας περιλαμβάνεται στις περίπου 400 μαρίνες υψηλών προδιαγραφών της Μεσογείου, μιας περιοχής που αποτελεί το παγκόσμιο επίκεντρο του yachting και διαθέτει συνολικά περίπου 1.000 μαρίνες.

Στην ίδια κατηγορία βρίσκονται προορισμοί όπως το Port Hercule στο Μονακό, όπου πραγματοποιείται κάθε Σεπτέμβριο το Monaco Yacht Show, καθώς και το Porto Montenegro.

Παρά τη συνεχή αύξηση του στόλου των πολυτελών σκαφών, η ανάπτυξη των υποδομών ελλιμενισμού δεν συμβαδίζει με τη ζήτηση. Η έλλειψη κατάλληλων παράκτιων εκτάσεων, οι περιβαλλοντικοί περιορισμοί και οι απαιτητικές διαδικασίες αδειοδότησης δυσχεραίνουν σημαντικά την κατασκευή νέων μαρινών.

Η συμφωνία άνω του 1 δισ. ευρώ και το επενδυτικό ενδιαφέρον

Το χάσμα ανάμεσα στην αυξανόμενη ζήτηση και την περιορισμένη προσφορά αναδεικνύει τις μαρίνες σε ελκυστικό επενδυτικό πεδίο, παρά το γεγονός ότι μέχρι πρόσφατα ο κλάδος δεν συγκέντρωνε ιδιαίτερη προσοχή.

Χαρακτηριστική εξέλιξη αποτελεί η εξαγορά της D-Marin από τον γαλλικό επενδυτικό όμιλο InfraVia, νωρίτερα φέτος, με τίμημα που υπερβαίνει το 1 δισ. ευρώ. Πωλητής ήταν το private equity fund CVC.

Η πώληση συγκέντρωσε το ενδιαφέρον πολλών επιχειρήσεων, αποτυπώνοντας την αυξανόμενη επενδυτική απήχηση του συγκεκριμένου επιχειρηματικού μοντέλου. Παράγοντες της αγοράς αναμένουν ότι θα πραγματοποιηθούν και άλλες εξαγορές.

Πέρα από τις επιχειρηματικές συμφωνίες, ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του κλάδου αποτελεί ο κατακερματισμός της αγοράς, καθώς οι μεγάλοι όμιλοι είναι σχετικά λίγοι, ενώ οι πελάτες προέρχονται από κάθε γωνιά του πλανήτη.

Την ίδια στιγμή, οι πλουσιότεροι άνθρωποι στον κόσμο ανταγωνίζονται για έναν εξαιρετικά περιορισμένο αριθμό θέσεων ελλιμενισμού.

Ακόμη και η κατοχή τεράστιας περιουσίας δεν εξασφαλίζει στους ιδιοκτήτες πολυτελών σκαφών τη δυνατότητα να ελλιμενίζονται στον προορισμό που επιθυμούν, τη χρονική στιγμή που επιλέγουν.

Η Josephine De Luca, επικεφαλής ανεξάρτητης συμβουλευτικής εταιρείας που εκπροσωπεί ιδιοκτήτες σκαφών, θυμάται ότι πριν από την πανδημία μπορούσε να εξασφαλίζει θέσεις στο Port Vauban της Αντίμπ, στη γαλλική Ριβιέρα, χωρίς ιδιαίτερα προβλήματα.

Η εικόνα μεταβλήθηκε ριζικά όταν η ζήτηση για πολυτελή σκάφη εκτινάχθηκε.

Σύμφωνα με την ίδια, το μεγαλύτερο πρόβλημα πλέον είναι η σπανιότητα των θέσεων και όχι αποκλειστικά η αύξηση των τιμών. Τα σκάφη έχουν μεγαλώσει, χωρίς να αυξηθούν αντίστοιχα οι δυνατότητες ελλιμενισμού, με αποτέλεσμα η εξασφάλιση της επιθυμητής θέσης να γίνεται ολοένα δυσκολότερη.

Η κατάσταση προκαλεί συχνά δυσαρέσκεια στους ιδιοκτήτες, οι οποίοι έχουν συνηθίσει να ικανοποιούνται οι απαιτήσεις τους.

Η De Luca σχολιάζει ότι «τα εγώ γίνονται ολοένα μεγαλύτερα», αναφερόμενη και σε νέους ιδιοκτήτες που απέκτησαν τεράστιες περιουσίες μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα, χωρίς να γνωρίζουν απαραίτητα τους άγραφους κανόνες του χώρου.

Η αύξηση των superyachts και η έλλειψη θέσεων

Η μεγάλη ενίσχυση του παγκόσμιου πλούτου την τελευταία δεκαετία, με σημαντική συμβολή της ανόδου των χρηματιστηριακών αγορών, έχει διευρύνει τη δεξαμενή των εξαιρετικά εύπορων καταναλωτών.

Για πολλούς από αυτούς, η αγορά ενός yacht αποτελεί μία από τις πρώτες επιλογές πολυτελούς κατανάλωσης.

Τα στοιχεία της McKinsey δείχνουν ότι ο αριθμός των σκαφών μήκους άνω των 12 μέτρων, τα οποία είναι δύσκολο να αποθηκευτούν στη στεριά, αναμενόταν να διαμορφωθεί περίπου στις 210.000 μονάδες το 2025, με ετήσια αύξηση της τάξης των 8.000 σκαφών.

Αντίθετα, οι διαθέσιμες θέσεις ελλιμενισμού για τη συγκεκριμένη κατηγορία περιορίζονταν σε μόλις 160.000.

Η ανάπτυξη είναι ακόμη πιο έντονη στην κατηγορία των μεγαλύτερων σκαφών.

Σύμφωνα με το SuperYacht Times, ο παγκόσμιος στόλος των superyachts άνω των 30 μέτρων ενισχύθηκε κατά περίπου 40% στη δεκαετία έως το 2025, φτάνοντας τα 6.239 σκάφη.

Στις σημαντικότερες ναυπηγικές επιχειρήσεις που κατασκευάζουν σκάφη για ιδιαίτερα εύπορους πελάτες, μεταξύ των οποίων ο ιδρυτής της Amazon Τζεφ Μπέζος, περιλαμβάνονται οι ολλανδικές Oceanco και Feadship, καθώς και η ιταλική Benetti.

Καθοριστικό ρόλο στην ενίσχυση της ζήτησης διαδραμάτισε η πανδημία, όταν πολλοί εύποροι αναζήτησαν στα σκάφη έναν τρόπο να απομακρυνθούν από τους περιορισμούς.

Παράλληλα, η ανάπτυξη του δορυφορικού διαδικτύου προσφέρει πλέον δυνατότητες επαγγελματικής δραστηριότητας ακόμη και σε απομακρυσμένες θαλάσσιες περιοχές. Έτσι έχει ενισχυθεί το φαινόμενο του «yacht-desking», δηλαδή της τηλεργασίας από σκάφος.

Ο Merijn de Waard, ιδρυτής του SuperYacht Times, παρατηρεί ότι ολοένα περισσότεροι νέοι άνθρωποι αποκτούν σκάφη, ιδιαίτερα μεγάλης κατηγορίας. Όπως εξηγεί, η χρήση του Starlink επιτρέπει στους ιδιοκτήτες να εργάζονται εξ αποστάσεως με αξιόπιστη διαδικτυακή σύνδεση, ενώ παράλληλα εξακολουθεί να δημιουργείται σημαντικός νέος πλούτος.

Παγκόσμιο πρόβλημα η ανεπάρκεια μαρινών

Από τις περίπου 6.000 παράκτιες μαρίνες παγκοσμίως, το 65% βρίσκεται στις ΗΠΑ, σύμφωνα με τη McKinsey.

Το μεγαλύτερο μέρος των υπόλοιπων εγκαταστάσεων συγκεντρώνεται στην Ευρώπη και την Καραϊβική, ενώ η ανάπτυξη του κλάδου στην Ασία και τη Μέση Ανατολή παραμένει σε αρχικό στάδιο.

Σε ετήσια βάση παραδίδονται περίπου 6.500 νέα yachts, την ώρα που η δημιουργία μιας μαρίνας χρειάζεται συνήθως πέντε έως δέκα χρόνια και εξασφαλίζει κατά μέσο όρο μόνο 300 επιπλέον θέσεις.

Ο John Nery, managing partner της Squircle Capital, η οποία ελέγχει την επιχείρηση επισκευής superyachts MB92, υπογραμμίζει ότι η υπέρβαση της προσφοράς από τη ζήτηση είναι αδιαμφισβήτητη.

Όπως εξηγεί, οι διαθέσιμες παράκτιες εκτάσεις είναι περιορισμένες και οι διαδικασίες αδειοδότησης δύσκολες σχεδόν σε κάθε περιοχή, δημιουργώντας υψηλά εμπόδια εισόδου στην αγορά.

Ενδεικτική είναι η περίπτωση μαρίνας κοντά στο Σιάτλ, όπου περισσότερα από 200 σκάφη περιμένουν σε λίστα αναμονής για θέσεις κατάλληλες για σκάφη μήκους άνω των 20 μέτρων.

Το κόστος ελλιμενισμού αγγίζει τα 3.500 ευρώ τη βραδιά

Η Josephine De Luca άρχισε την καριέρα της πριν από περίπου είκοσι χρόνια ως ορκωτή λογίστρια. Στη συνέχεια αποχώρησε από την KPMG για να δραστηριοποιηθεί στον κλάδο του yachting.

Μεταξύ των επαγγελματικών συνεργασιών της ήταν εκείνη με τον Σουηδοκαναδό μεγιστάνα του μεταλλευτικού τομέα Lukas Lundin, ιδιοκτήτη του superyacht Savannah, μήκους 80 μέτρων.

Αρχικά ασχολήθηκε με την οικονομική και διοικητική διαχείριση του σκάφους, ενώ αργότερα ανέλαβε ουσιαστικά τον ρόλο εκπροσώπου του ιδιοκτήτη.

Το Savannah, το οποίο καθελκύστηκε το 2015, αποτέλεσε το πρώτο superyacht στον κόσμο με υβριδική πρόωση. Στις εγκαταστάσεις του περιλαμβάνονται πισίνα, γυμναστήριο και ανελκυστήρας.

Η εβδομαδιαία ναύλωσή του κόστιζε περίπου 1,2 εκατ. ευρώ.

Μέχρι την ολοκλήρωση της συνεργασίας της με το σκάφος, το 2025, η De Luca είχε διαπιστώσει σημαντική αύξηση των τιμών ελλιμενισμού στις δημοφιλέστερες μαρίνες.

Κατά την περίοδο υψηλής ζήτησης, το κόστος μπορούσε να ανέλθει σε περίπου 3.500 ευρώ τη βραδιά.

Όπως επισημαίνει, οι τιμές στις πιο περιζήτητες τοποθεσίες είχαν περίπου διπλασιαστεί μέσα σε μία δεκαετία, αντανακλώντας την περιορισμένη διαθεσιμότητα θέσεων.

Για έναν ιδιοκτήτη καινούργιου yacht μήκους 80 μέτρων, η επιθυμία ελλιμενισμού στη νότια Γαλλία παραμένει ισχυρή, παρά το υψηλό κόστος.

Ο Bob Hoogendoorn, πρώην επικεφαλής του τομέα yachting της McKinsey και σήμερα ιδρυτικός εταίρος του ομίλου μαρινών Balmaris, παραλληλίζει την αναζήτηση θέσης με την προσπάθεια εξασφάλισης εισιτηρίου για ένα μεγάλο αθλητικό γεγονός, όπως το Wimbledon.

Ωστόσο, στην περίπτωση των μαρινών, οι εναλλακτικές λύσεις είναι ακόμη πιο περιορισμένες.

Κατά τον ίδιο, η θέση ελλιμενισμού αποτελεί ένα από τα τελευταία ζητήματα στα οποία ένας ιδιοκτήτης yacht επιθυμεί να κάνει συμβιβασμούς.

Οι απαιτήσεις των δισεκατομμυριούχων και ο ρόλος των πληρωμάτων

Το μέγεθος ενός yacht καθορίζει σε σημαντικό βαθμό τόσο τις δυνατότητες μετακίνησής του όσο και τις επιλογές ελλιμενισμού.

Σκάφη μήκους έως περίπου 50 μέτρων συνήθως δεν διαθέτουν δυνατότητες υπερωκεάνιων ταξιδιών, με αποτέλεσμα να δραστηριοποιούνται σε συγκεκριμένες γεωγραφικές περιοχές και να εξασφαλίζουν θέσεις σε ετήσια ή πολυετή βάση.

Τα μεγαλύτερα superyachts, αντίθετα, μπορούν να πραγματοποιούν ταξίδια σε ολόκληρο τον κόσμο.

Συχνά περνούν το καλοκαίρι στη Μεσόγειο και τον χειμώνα στην Καραϊβική, πραγματοποιώντας ενδιάμεσες στάσεις για εργασίες συντήρησης ή ανάπαυση των πληρωμάτων.

Καθώς η παραμονή τους σε μαρίνες είναι σχετικά περιορισμένη, οι ιδιοκτήτες επιζητούν εγκαταστάσεις που προσφέρουν προνομιακή τοποθεσία, υψηλό επίπεδο ασφάλειας και υπηρεσίες πολυτελείας.

Στο Port Vauban της Αντίμπ, για παράδειγμα, από τις 1.500 συνολικές θέσεις, μόλις 18 προορίζονται για superyachts μήκους άνω των 54 μέτρων, σε ειδικά διαμορφωμένη προβλήτα.

Οι παροχές περιλαμβάνουν επιτήρηση με drones, πρόσβαση μέσω ελικοδρομίου, εγκαταστάσεις νέου yacht club και εξειδικευμένες υπηρεσίες για τα πληρώματα.

Η εξυπηρέτηση των εργαζομένων στα σκάφη αποτελεί επίσης βασικό κριτήριο επιλογής λιμανιού, καθώς στα μεγαλύτερα yachts το πλήρωμα μπορεί να αποτελείται από δεκάδες άτομα.

Ο Tim Clarke, επικεφαλής της εταιρείας στελέχωσης σκαφών Quay Group, εξηγεί ότι είναι σημαντική η πρόσβαση των πληρωμάτων σε γυμναστήρια, πολιτιστικές δραστηριότητες και αθλητικές εγκαταστάσεις.

Παράλληλα, θεωρεί ότι περιοχές με ιδιαίτερα έντονη νυχτερινή ζωή μπορούν να δημιουργήσουν δυσκολίες.

Αναφέρεται χαρακτηριστικά στην Ίμπιζα, όπου υπάρχει το ενδεχόμενο εμπλοκής μελών πληρωμάτων σε περιστατικά που σχετίζονται με τη νυχτερινή διασκέδαση, αλλά και στη Βαρκελώνη, όπου έχουν σημειωθεί περιστατικά εγκληματικότητας εις βάρος τους.

Ο Chris Durham, πρώην καπετάνιος του Savannah, τονίζει ότι ο προγραμματισμός στάσεων σε δημοφιλείς μαρίνες πρέπει να γίνεται τουλάχιστον τρεις έως τέσσερις μήνες νωρίτερα.

Ακόμη και αυτό το χρονικό περιθώριο, πάντως, ενδέχεται να μην επαρκεί.

Για μεγάλες διοργανώσεις, όπως το Grand Prix του Μονακό ή το Φεστιβάλ Κινηματογράφου των Καννών, απαιτείται πολύ πιο έγκαιρος σχεδιασμός.

Παράλληλα, ιδιαίτερη βαρύτητα εξακολουθούν να έχουν οι προσωπικές επαφές και η επαγγελματική συμπεριφορά καπετάνιων και πληρωμάτων, σε έναν χώρο όπου, όπως επισημαίνει, όλοι γνωρίζονται μεταξύ τους.

Επενδύσεις σε μια αγορά 15 δισ. δολαρίων

Παρά το σχετικά περιορισμένο μέγεθός του, ο κλάδος των μαρινών συγκεντρώνει αυξανόμενο ενδιαφέρον από μεγάλους επενδυτές.

Σύμφωνα με τον John Nery της Squircle Capital, δύο είναι τα βασικά στοιχεία που ενισχύουν την ελκυστικότητά του: η διαρθρωτική αύξηση της ζήτησης για yachts και ο περιορισμένος αριθμός διαθέσιμων θέσεων ελλιμενισμού.

Αυτά τα χαρακτηριστικά έχουν οδηγήσει στην ανάδειξη των μαρινών ως ξεχωριστής κατηγορίας επενδύσεων σε υποδομές, εξέλιξη που πριν από μία ή δύο δεκαετίες δεν είχε γίνει ευρέως αντιληπτή.

Για τα private equity funds, οι μαρίνες συνδυάζουν αυξανόμενη ζήτηση, περιορισμένη προσφορά, επαναλαμβανόμενα έσοδα και σημαντικά περιθώρια εξαγορών και συγκέντρωσης της αγοράς.

Η McKinsey αποτιμά την παγκόσμια αγορά μαρινών σε περίπου 15 δισ. δολάρια, προβλέποντας ετήσια ανάπτυξη περίπου 8% έως το 2030.

Επενδυτής του κλάδου επισημαίνει ότι ένα περιουσιακό στοιχείο που διατηρεί υψηλή πληρότητα, ενώ παράλληλα έχει τη δυνατότητα συνεχών αυξήσεων στις τιμές του, εμφανίζει χαρακτηριστικά αμυντικής επένδυσης.

Αυτή ακριβώς η δυνατότητα έχει προσελκύσει μεγάλα επενδυτικά κεφάλαια.

Ενδεικτική είναι η εξαγορά της Safe Harbor Marinas από την Blackstone έναντι 5,7 δισ. δολαρίων πέρυσι.

Πρόκειται για τη μεγαλύτερη επιχείρηση διαχείρισης μαρινών και εξυπηρέτησης superyachts στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Ακολούθησε, τον Αύγουστο, η συμφωνία της Safe Harbor για την εξαγορά της MarineMax έναντι 1,5 δισ. δολαρίων, με τίμημα που ενσωμάτωνε premium σχεδόν 100% έναντι της χρηματιστηριακής τιμής πριν γίνει γνωστό το ενδιαφέρον εξαγοράς.

Η αυξανόμενη παρουσία επενδυτικών κεφαλαίων οδηγεί σε σχέδια περαιτέρω επέκτασης, μέσω εξαγορών ανεξάρτητων μαρινών, πολλές από τις οποίες ανήκουν σε οικογενειακές επιχειρήσεις, καθώς και μέσω τεχνολογικών επενδύσεων.

D-Marin: Από την Αλικαρνασσό στην Κέρκυρα και τις μεγάλες συμφωνίες

Η D-Marin αποτελεί χαρακτηριστική περίπτωση εταιρείας που επωφελήθηκε από την ανάπτυξη της συγκεκριμένης αγοράς.

Η δραστηριότητά της ξεκίνησε το 2003, όταν ιδρύθηκε από τουρκικό επιχειρηματικό όμιλο και δημιούργησε την πρώτη της μαρίνα στη χερσόνησο της Αλικαρνασσού.

Μέσα στα τελευταία πέντε έως έξι χρόνια, η εταιρεία αναπτύχθηκε σε έναν από τους σημαντικότερους διαχειριστές πολυτελών μαρινών στη Μεσόγειο, διαθέτοντας σχεδόν δύο δωδεκάδες εγκαταστάσεις.

Ο εμπορικός διευθυντής της, Matthias Gehring, επισημαίνει ότι η εταιρεία προσφέρει δυνατότητα ηλεκτρονικών κρατήσεων θέσεων ελλιμενισμού, διαφοροποιούμενη από τις παραδοσιακές διαδικασίες που εξακολουθούν να εφαρμόζονται ευρέως στον κλάδο.

Παράλληλα, η D-Marin αναπτύσσει τεχνολογίες απομακρυσμένου ελέγχου της θερμοκρασίας των σκαφών, της εισροής υδάτων και της τάσης των μπαταριών.

Στις τεχνολογικές εφαρμογές της περιλαμβάνονται επίσης οδηγίες πλοήγησης προς συγκεκριμένες θέσεις ελλιμενισμού με τη χρήση επαυξημένης πραγματικότητας.

Ο επιχειρησιακός διευθυντής της εταιρείας, Andrea De Santis, εξηγεί ότι το επιχειρηματικό μοντέλο της D-Marin στηρίζεται στη δημιουργία μιας πλατφόρμας που επιτρέπει την επέκταση των δραστηριοτήτων σε μεγαλύτερη κλίμακα.

Προβληματισμός για την αλλοίωση του χαρακτήρα των μαρινών

Η ενίσχυση της παρουσίας μεγάλων επενδυτικών ομίλων στον κλάδο συνοδεύεται, πάντως, από ανησυχίες για τις συνέπειες στις τοπικές κοινωνίες και στους παραδοσιακούς χρήστες των μαρινών.

Στελέχη της αγοράς αναγνωρίζουν ότι η συνεχής μετατροπή των εγκαταστάσεων σε ακριβότερους και πολυτελέστερους προορισμούς μπορεί να επηρεάσει τον χαρακτήρα τους.

Η είσοδος ισχυρών επενδυτών έχει συνδεθεί με μεγάλη άνοδο των τιμών, αλλά και με φαινόμενα εξευγενισμού των περιοχών γύρω από δημοφιλείς μαρίνες.

Στο West Palm Beach της Φλόριντα, κοντά στη μαρίνα Rybovich και σε μικρή απόσταση από το Mar-a-Lago του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ, ένας καπετάνιος περιγράφει την αλλαγή ενός παλιού, οικονομικού καφέ που αποτελούσε σημείο συνάντησης των πληρωμάτων.

Το κατάστημα έχει πλέον μετατραπεί σε πολυτελές εστιατόριο, το οποίο διαθέτει και υπηρεσία στάθμευσης αυτοκινήτων.

Όπως αναφέρει, επρόκειτο για έναν χώρο με προσιτές τιμές, όπου τα μέλη των πληρωμάτων μπορούσαν να συναντιούνται και να κοινωνικοποιούνται. Σήμερα, όμως, το υψηλό κόστος τον έχει καταστήσει απρόσιτο για πολλούς από αυτούς.

Επενδυτής του κλάδου τονίζει ότι οι μαρίνες αποτελούν συχνά αναπόσπαστο μέρος της ζωής των τοπικών κοινωνιών, κυρίως στις ΗΠΑ και τη νότια Ευρώπη.

Η επέκταση των private equity funds και των μεγάλων εμπορικών ομίλων μπορεί να προκαλέσει αντιδράσεις, καθώς οι παραδοσιακοί χρήστες θεωρούν ότι σταδιακά εκτοπίζονται.

Διαφορετική προσέγγιση ακολουθούν εγκαταστάσεις δημόσιου χαρακτήρα, όπως το Port Vauban, το οποίο ανήκει στην τοπική αυτοδιοίκηση.

Ο Olivier Astolfi, διευθυντής των λιμένων της περιοχής, επισημαίνει ότι η δημόσια ιδιοκτησία διαφοροποιεί ουσιαστικά τον τρόπο λειτουργίας τους.

Όπως εξηγεί, προτεραιότητα δεν αποτελεί η μεγιστοποίηση των αποδόσεων προς τους μετόχους, αλλά η εξυπηρέτηση των συμφερόντων της πόλης και της ευρύτερης περιφέρειας, με έμφαση σε μια πιο μακροπρόθεσμη προσέγγιση βιώσιμης ανάπτυξης.

Διαβάστε επίσης:

Πάνος Λασκαρίδης: Η Lavinia επιστρέφει στα μεγάλα bulkers με παραγγελία 312 εκατ. δολαρίων

Αυτές είναι οι ελληνικές εταιρείες που είναι στο στόχαστρο των ΗΠΑ για σχέσεις με το Ιράν

Οργανισμός Λιμένος Ελευσίνας: Παραχώρησε 9,5 στρέμματα στην Hellenic Environmental Center συμφερόντων του Δημήτρη Μελισσανίδη