Για να μας βλέπεις πιο συχνά στα αποτελέσματα αναζήτησης: Add mononews.gr on Google

Ποιος ασκεί στις μέρες μας πραγματική εξουσία; Οι εκλεγμένοι ηγέτες, οι επιχειρηματίες που χτίζουν την τεχνητή νοημοσύνη, οι άνθρωποι που ελέγχουν τις πλατφόρμες και τα μέσα ενημέρωσης ή όσοι κρατούν τα κλειδιά της οικονομίας; Για το Vanity Fair, η απάντηση δεν βρίσκεται σε μία μόνο κατηγορία. Η λίστα New Establishment 2026 συγκεντρώνει πρόσωπα, από τη Silicon Valley έως την Ουάσιγκτον, που διαμορφώνουν την εποχή τους.

Η φετινή επιλογή έχει έναν διαφορετικό τόνο από τις προηγούμενες. Το περιοδικό σημειώνει ότι η επιρροή δεν είναι πια μια αφηρημένη έννοια: ο κώδικας ενός ιδρυτή μπορεί να ενσωματωθεί σε συστήματα τεχνητής νοημοσύνης που αλλάζουν την εργασία και την ενημέρωση, ένας influencer μπορεί να κινητοποιήσει στρατιές οπαδών, ενώ ένας επενδυτής μπορεί να απλώσει την παρουσία του σε κάθε πλευρά της καθημερινής ζωής. Οι άλλοτε «καινοτόμοι», γράφει, μοιάζουν πλέον περισσότερο με επικυρίαρχους.

1

Οι συντάκτες θέτουν εξαρχής τους κανόνες: δεν πρόκειται για κατάταξη πλούτου ή αριθμού ακολούθων, αλλά για μια υποκειμενική αποτίμηση της πραγματικής ισχύος. Στη λίστα δεν περιλαμβάνονται αρχηγοί κρατών, με εξαίρεση τον πάπα, ούτε πρόσωπα από το εξωτερικό των οποίων η επιρροή δεν γίνεται άμεσα αισθητή στις ΗΠΑ. Το αποτέλεσμα είναι μια σύνθεση τεχνολογίας, πολιτικής, χρηματοοικονομικών και πολιτισμού — και, όπως παραδέχεται το ίδιο το Vanity Fair, μια επιλογή που μπορεί να προκαλέσει από αισιοδοξία έως ανησυχία.

Οι 5 πρώτοι: H τεχνητή νοημοσύνη και το χρήμα στο επίκεντρο

 

Σαμ Άλτμαν, Διευθύνων Σύμβουλος της OpenAI
Σαμ Άλτμαν, Διευθύνων Σύμβουλος της OpenAI

Στην κορυφή της λίστας του 2026 βρίσκεται ο Σαμ Άλτμαν, διευθύνων σύμβουλος της OpenAI. Το Vanity Fair τον περιγράφει ως έναν από τους ελάχιστους ανθρώπους που έχουν αποκτήσει τη δύναμη να αλλάξουν τον κόσμο. Η εκτόξευση του ChatGPT μετά την παρουσίασή του το 2022 καθιέρωσε τον Altman ως κεντρική φιγούρα μιας τεχνολογικής επανάστασης και έκανε το προϊόν της OpenAI συνώνυμο, για πολλούς, με τα μεγάλα γλωσσικά μοντέλα.

Η ισχύς αυτή, ωστόσο, συνοδεύεται από σοβαρή αμφισβήτηση. Οι επικριτές του τον βλέπουν ως εκπρόσωπο μιας τεχνολογικής ελίτ που κινείται γρήγορα, με προτεραιότητα την ανάπτυξη και το κέρδος, ακόμη κι όταν οι κίνδυνοι για την ασφάλεια και την κοινωνία παραμένουν ανοιχτοί. Το περιοδικό συνδέει αυτή την κριτική και με την απόφαση της OpenAI να συνεργαστεί με το αμερικανικό υπουργείο Άμυνας, σε μια περίοδο κατά την οποία η Anthropic αντιδρούσε στους όρους χρήσης των συστημάτων της από το Πεντάγωνο. Παράλληλα, η εταιρεία αντιμετωπίζει ερωτήματα για το κατά πόσο τα έσοδά της μπορούν να συμβαδίσουν με τις τεράστιες δαπάνες της, ενώ η προοπτική μιας δημόσιας εγγραφής παραμένει ανοιχτή.

Dario Amodei, CEO Anthropic
Dario Amodei, CEO Anthropic

Στη δεύτερη θέση βρίσκεται ο Ντάριο Αμοντέι της Anthropic, η πορεία του οποίου συνοψίζει μια από τις βασικές αντιφάσεις της τεχνητής νοημοσύνης: μπορεί κανείς να επιδιώκει να περιορίσει τους κινδύνους της, ενώ ταυτόχρονα οικοδομεί μια εταιρεία που αναπτύσσεται με εκρηκτικούς ρυθμούς; Το Vanity Fair αναδεικνύει την ισχυρή ζήτηση για τα προϊόντα της Anthropic, ιδίως το εργαλείο προγραμματισμού Claude Code, και παραθέτει ετησιοποιημένα έσοδα άνω των 65 δισ. δολαρίων έως το τέλος Ιουλίου.

Ο Αμοντέι είχε αποχωρήσει από την OpenAI μαζί με άλλους ιδρυτές, λόγω ανησυχιών ότι η τεχνητή νοημοσύνη θα μπορούσε να απειλήσει την ανθρωπότητα. Τώρα καλείται να αντιμετωπίσει ερωτήματα για τη χρήση των εργαλείων της εταιρείας του, αλλά και για τις σχέσεις και τις επιλογές του στενού του περιβάλλοντος. Το περιοδικό σημειώνει, επίσης, ότι οι ανταγωνιστές του κατηγορούν την Anthropic πως μετατρέπει την ανησυχία για την ασφάλεια της τεχνητής νοημοσύνης σε εργαλείο μάρκετινγκ. Η εταιρεία έχει απορρίψει φήμες ότι ο Αμοντέι οραματίζεται να γίνει κάποτε η μόνη ιδιωτική εταιρεία στον κόσμο, ενώ τα σχέδια για ενδεχόμενη δημόσια εγγραφή τροφοδοτούν ήδη υψηλές προσδοκίες.

Έλον Μασκ
Έλον Μασκ (Πηγή: CNBC)

Τρίτος είναι ο Έλον Μασκ, ο οποίος συνδυάζει την επιχειρηματική του φιλοδοξία με την πολιτική και κοινωνική του επιρροή. Το Vanity Fair περιγράφει τη συγχώνευση της πλατφόρμας κοινωνικής δικτύωσης X με την εταιρεία τεχνητής νοημοσύνης xAI και τη σύνδεσή τους με την SpaceX ως παράδειγμα ενός νέου είδους καπιταλισμού, όπου το όραμα, η πρόσβαση σε κεφάλαια και η πίστη των υποστηρικτών μπορούν να υπερισχύσουν των παραδοσιακών οικονομικών δεικτών.

Το περιοδικό αναγνωρίζει ότι η ικανότητα του Μασκ να προσελκύει ταλέντα και να μετατρέπει φιλόδοξες ιδέες σε προϊόντα — από τους επαναχρησιμοποιούμενους πυραύλους έως τα ηλεκτρικά οχήματα — έχει δημιουργήσει πραγματική αξία. Επισημαίνει, όμως, και τα ανοιχτά μέτωπα: τη δημόσια παρουσία του, που συχνά πυροδοτεί αντιδράσεις για τη ρητορική του γύρω από τη μετανάστευση και τη φυλή, τις επιδόσεις της Tesla, τις καθυστερήσεις του πυραυλικού προγράμματος Starship και τον αυξανόμενο πολιτικό έλεγχο. Η επιρροή του δεν περιορίζεται πλέον στις εταιρείες του. Το Vanity Fair εκτιμά ότι οι ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου μπορεί να τον φέρουν ξανά στο επίκεντρο της πολιτικής αντιπαράθεσης.

Ο διευθύνων σύμβουλος της Nvidia, Τζένσεν Χουάνγκ
Ο διευθύνων σύμβουλος της Nvidia, Τζένσεν Χουάνγκ

Στην τέταρτη θέση, ο Τζένσεν Χουάνγκ της Nvidia είναι ο άνθρωπος που πούλησε, όπως λέει ο χαρακτηριστικός υπότιτλος του περιοδικού, «τις αξίνες και τα φτυάρια του πυρετού του χρυσού». Η εταιρεία του κατασκευάζει τους επεξεργαστές που τροφοδοτούν μεγάλο μέρος της σημερινής ανάπτυξης της τεχνητής νοημοσύνης. Η απόφαση του Huang, ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 2010, να προσανατολίσει την Nvidia πέρα από τις κάρτες γραφικών για βιντεοπαιχνίδια αποδείχθηκε καθοριστική: όποια εταιρεία κι αν επικρατήσει στην κούρσα της AI, η Nvidia βρίσκεται σε θέση να επωφεληθεί από τη ζήτηση για υπολογιστική ισχύ.

Το μεγάλο ερώτημα για τον Huang είναι πολιτικό. Η προθυμία της Nvidia να πουλά τσιπ στην Κίνα έχει προκαλέσει αντιδράσεις από υποστηρικτές της σκληρής γραμμής «America First», ενώ οι περιορισμοί στις εξαγωγές τεχνολογίας και οι αλλαγές στην Ουάσιγκτον μπορούν να επηρεάσουν άμεσα την εταιρεία. Ο Χουάνγκ στοιχηματίζει, παράλληλα, ότι η ρομποτική θα εξελιχθεί σε αγορά δεκάδων τρισεκατομμυρίων δολαρίων, με τα τσιπ της Nvidia στον πυρήνα της.

Κέβιν Γουόρς, πρόεδρος FED
Κέβιν Γουόρς, πρόεδρος FED

Πέμπτος είναι ο Κέβιν Γουόρς, πρόεδρος της Federal Reserve και, σύμφωνα με το περιοδικό, ο ισχυρότερος άνθρωπος στον κόσμο των χρηματοοικονομικών. Η θέση του συνδυάζει τον έλεγχο της νομισματικής πολιτικής με την ευθύνη να κατευθύνει την αμερικανική οικονομία ανάμεσα στον πληθωρισμό και τον κίνδυνο ύφεσης. Η πρόκληση γίνεται ακόμη μεγαλύτερη λόγω της πολιτικής πίεσης του Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος έχει ζητήσει χαμηλότερα επιτόκια και έχει απειλήσει με εμπορικά αντίποινα εφόσον η Fed δεν κινηθεί προς αυτή την κατεύθυνση.

Ο Γουόρς διαθέτει ένα βιογραφικό που τον συνδέει με το κατεστημένο της πολιτικής και των αγορών — Stanford, Harvard Law και Morgan Stanley — αλλά η πρώτη του δημόσια εμφάνιση ως επικεφαλής της Fed, σύμφωνα με το Vanity Fair, δεν έπεισε τις αγορές. Την ίδια στιγμή, η άνοδος του ενεργειακού κόστους λόγω του πολέμου στο Ιράν και οι αμφιβολίες για τη βιωσιμότητα του αμερικανικού χρέους συνθέτουν ένα δύσκολο οικονομικό περιβάλλον.

Από την Ουάσιγκτον στο Χόλιγουντ

Η πρώτη δεκαπεντάδα δείχνει ότι η ισχύς στις ΗΠΑ δεν συγκεντρώνεται μόνο στη Silicon Valley. Στις θέσεις 6 και 7 βρίσκονται ο αντιπρόεδρος Τζέι Ντι Βανς και ο υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο, δύο πρόσωπα με κομβικούς ρόλους στη διακυβέρνηση και στη διαμόρφωση της πολιτικής ατζέντας της κυβέρνησης Trump.

Ακολουθούν ο Σάνταρ Πιτσάι της Google και ο Τεντ Σαράντος του Netflix, εκπρόσωποι δύο εταιρειών που επηρεάζουν αντίστοιχα την πρόσβαση στην πληροφορία και την παγκόσμια ψυχαγωγία. Στη δέκατη θέση βρίσκεται ο Νιλ Μόαν, επικεφαλής του YouTube, πλατφόρμας που συνδυάζει την ενημέρωση, την ψυχαγωγία και τη δημόσια συζήτηση σε μια ενιαία ψηφιακή αγορά.

Τη λίστα συμπληρώνουν ο Άντι Τζάσι της Amazon, ο Τζάρεντ Κούσνερ και η Ιβάνκα Τραμπ, ο Τζον Τέρνας της Apple, ο δήμαρχος της Νέας Υόρκης Ζόραν Μαμντάνι και ο επενδυτής Τζος Κούσνερ. Η παρουσία τους αποτυπώνει το εύρος της επιλογής: από την τεχνολογία και το λιανεμπόριο έως την πολιτική, τα μέσα ενημέρωσης και τα επενδυτικά κεφάλαια.

Η κοινή συνισταμένη δεν είναι ότι τα 15 πρόσωπα συμφωνούν μεταξύ τους ή ότι διαθέτουν την ίδια μορφή εξουσίας. Είναι ότι οι αποφάσεις τους μπορούν να διαπεράσουν θεσμούς και σύνορα: να αλλάξουν τον τρόπο με τον οποίο εργαζόμαστε, ενημερωνόμαστε, επενδύουμε ή αντιλαμβανόμαστε την ασφάλεια. Αυτό είναι και το ερώτημα που αφήνει ανοιχτό το Vanity Fair: σε μια εποχή όπου η ισχύς περνά όλο και περισσότερο από εταιρείες και τεχνολογικές πλατφόρμες, ποιος ελέγχει τελικά εκείνους που μπορούν να αλλάξουν τους κανόνες;

Διαβάστε επίσης:

Θεοδωρικάκος: Το ΥΠΑΝ στηρίζει την ελληνική φαρμακοβιομηχανία με τον αναπτυξιακό νόμο – Χιλιάδες οι νέες θέσεις εργασίας

Νέα Δημοκρατία: Προετοιμάζεται για τη διαμόρφωση του νέου προγράμματος – Επιστολές Χατζηδάκη σε υπουργούς και βουλευτές

Νέα ανάρτηση Τραμπ για τη Γαλλία: Οι μετανάστες κατέλαβαν τη χώρα, κλείστε γρήγορα τα σύνορα